.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Γάμος και βάπτιση στο Σούλη



Πολιτιστικός σύλλογος Σουλίου


Ο Γάμος, ένα απο τα μυστήρια της Εκκλησίας μας, ως τελετή διατηρείται, αιώνες τώρα, ίδιος και απαράλλαχτος. Από τα έθιμα όμως γύρω απ' αυτόν, λίγα μόνο διατηρούνται, μερικά κοινά σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι όμως σχεδόν πανομοιότυπα σ' όλα τα λεγόμενα Δαρνακοχώρια.


Ο Γάμος, από τα πανάρχαια ακόμη χρόνια, ήταν και είναι σταθμός στην ιστορία του ανθρώπου. Δύο άνθρωποι, με τις ευχές των γονιών τους και τις ευλογίες της Εκκλησίας, καλούνται «εις γάμου κοινωνία», «εις σάρκα μίαν», να μοιραστούν τις χαρές και τις λύπες της ζωής - αυτό συμβολίζει και το κρασί που πίνουν από το ίδιο ποτήρι κατά τη διάρκεια του Μυστηρίου - να κάνουν παιδιά, να δουν «τέκνα τέκνων»1. Παράλληλα, ήταν και μία δoκιμασία για όλους, με ταλαιπωρίες και έξοδα. «Αν δεν παντρέψεις κι αν δεν χτίσεις, δεν ξέρεις τι θα πει ταλαιπωρία», λέγεται χαρακτηριστικά μέχρι σήμερα. Οι δυσκολίες μεγάλωναν, αν ανάμεσα στα άλλα, έμενε η νύφη έγκυος, κατά το «όλα του γάμου δύσκολα κι ή νύφη γκαστρωμένη»! Τόσο κατά την αρχαιότητα όσο και κατά τα νεότερα χριστιανικά χρόνια, μέχρι τα μέσα του αιώνα μας, τον πρώτο λόγο για το γάμο τον είχαν συνήθως οι γονείς. Στις παλιότερες μάλιστα, καθαρά ανδροκρατούμενες, κοινωνίες το λόγο είχε ο πατέρας. Τα παιδιά, εξάλλου, δεν είχαν και πολλές ευκαιρίες να γνωριστούν, όπως συμβαίνει σήμερα. Ο νέος γνώριζε τη μέλλουσα σύζυγο του είτε στην εκκλησία είτε σε κανένα πανηγύρι, ή στα νεότερα χρόνια, μετά τον πόλεμο, στο «νυφοπάζαρο», στη βόλτα του χωριού! Ο γάμος, κατά κανόνα, γινόταν σε μικρή ηλικία, 16-17 ετών. Πριν από το γάμο γινόταν ο ανεπίσημος αρραβώνας. Όταν «ταίριαζαν» τα παιδιά και συμφωνούσαν για να παντρευτούν και ανακοίνωναν τα σχέδια τους στους γονείς, άρχιζαν οι συζητήσεις για την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των δύο οικογενειών, την τυχόν συγγένεια, που μπορούσε να ματαιώσει το γάμο και στη συνέχεια πήγαινε ο προξενητής από το σπίτι του γαμπρού για να συζητήσει με τον πατέρα της νύφης τις λεπτομέρειες.

Δεν ήταν όμως σπάνιο και το «κλέψιμο της νύφης», όταν οι δύο νέοι συναντούσαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Σχετική είναι ή παροιμία «αν θέλει ή νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να 'χει ο πεθερός»! Αν το κορίτσι κι οι γονείς του δέχονταν την πρόταση, ο προξενητής την άλλη μέρα έπαιρνε δώρο από το «παλικάρι» (έτσι έλεγαν τον νέο στα Δαρνακοχώρια) και το πήγαινε στο κορίτσι, και δώρο από το κορίτσι πού το πήγαινε στο παλικάρι.

Τα δώρα αυτά τα ονόμαζαν «σ'μάδια», δηλ. σημάδια, και ήταν η συμφωνία για τον αρραβώνα. Συνήθως, ήταν ένα μαντίλι κεντημένο ή κάλτσες, τα γνωστά ως «τσουράπια». Όταν κάποιος από τους δυο ήθελε να διαλύσει τον αρραβώνα, επέστρεφε τα «σ'μάδ'», τα δώρο. Στους αρραβώνες - στην «αρραβώνα», όπως έλεγαν χαρακτηριστικά είχαν σημασία οι φάσεις της σελήνης, το φεγγάρι έπρεπε να είναι στη γέμιση. Στους επίσημους αρραβώνες το σόϊ του γαμπρού πήγαινε τα «ο νια», ένα έθιμο πού συνηθίζεται και σήμερα. Τα σ'νιά2 είναι πανέρια γεμάτα δώρα για τη νύφη. Τα δώρα συνοδεύονταν απαραιτήτως και από ένα ψάρι γεμιστό στο φούρνο - κατά κανόνα γριβάδι. Μέσα στα σ'νιά, ανάμεσα στα άλλα δώρα, ήταν και το δαχτυλίδι της νύφης. Η πρόσκληση των συγγενών στο γάμο γινόταν την Παρασκευή από τη νύφη και το Σάββατο από το γαμπρό. Οι προσκλήσεις δεν ήταν γραπτές, όπως είναι σήμερα. Δυο-τρία παιδιά γύριζαν το βράδυ, χτυπούσαν τις πόρτες των συγγενών και έδιναν ένα μήλο, λέγοντας χαρακτηριστικά την έκφραση-πρόσκληση: «Νά’στι (να είστε) καλεσμέν'στου τάδε το γάμο».

Παλιότερα, στις αρχές του αιώνα μας, αντί για μήλο, έδιναν 3 γαρίφαλα, μπα­χαρικά. Ο γάμος γινόταν πάντα Κυριακή -εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις- και τον έλεγαν Χαρά, γιατί όλο το χωριό, κατά κάποιο τρόπο, χαιρόταν. Χαιρόταν ο νέος και η νέα πού επρόκειτο να παντρευτούν. Χαίρονταν οι γονείς τους, οι συγγενείς τους και όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Όλοι χαίρονταν, διότι θα φορούσαν τα καλά τους, θα έτρωγαν εκλεκτά φαγητά -πού τα στερούνταν τις άλλες μέρες- θα έπιναν ρακί, θα τραγουδούσαν και προπαντός, θα χόρευαν με νταούλια και ζουρνάδες ή με ακορντεόν.

Τα προικιά απλώνονταν στο σπίτι της νύφης από την Παρασκευή. Η νύφη έβγαζε την προίκα από τα σεντούκια, τα κιλίμια, τα σεντόνια, τα μαντίλια, τα τραπεζομάντιλα, τα πλεκτά, τα τσουράπια, τα κεντήματα και άλλα είδη του εμπορίου και τα άπλωνε στα δωμάτια και στο «τσιαρντάκι». Την Κυριακή, μετά την εκκλησία, όλο το χωριό περνούσε για να θαυμά­σει τα εκθέματα. Νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, -οι υπηρέτες- μ' ένα μαντήλι στο βραχίονα, κερνούσαν τον κόσμο λουκούμι ή ρακί. Ο επικεφαλής όλης αυτής της διαδικασίας του γάμου ονομαζόταν «πυρουχτσής».Εν τω μεταξύ, στα υπόστεγα της αυλής, στο φούρνο, ετοιμάζονταν τα φαγητά σε καζάνια, πάνω σε φωτιά πού άναβαν με καυσόξυλα για το φαγοπότι, πού συνήθως κρατούσε ως τις βράδυνες ώρες της Κυριακής. Κατά το μεσημέρι, αντιπροσωπεία του γαμπρού, με επικεφαλής τον κουμπάρο, ερχόταν για να παραλάβει την προίκα. Για να παραδοθεί όμως ή προίκα, έπρεπε πρώτα ο κουμπάρος να τάξει ένα δώρο πού κάποτε ήταν ένας πετεινός κι' αργότερα εξελίχθηκε σε ένα σεβαστό χρηματικό ποσό. Η μεταφορά της προίκας γινόταν με άλογα, αργότερα με κάρα πού έσερναν περήφανα άλογα, κατάλληλα στολισμένα με άσπρα μαντίλια στα αυτιά. Το απόγευμα γινόταν το ντύσιμο της νύφης, πού ήταν πραγματική ιεροτελεστία. Το έργο το αναλάμβαναν με ιδιαίτερη επιμέλεια και φροντίδα φίλες της νύφης πού ζούσαν και οι δύο τους γονείς. Τελευταία της φορούσαν τα «τέλια». Τα «τέλια» ήταν ένα είδος πέπλου πού ήταν καμωμένο με πολύ λεπτές χρυσές συρμάτινες κλωστές, πού κάλυπταν το πρόσωπο της νύφης, χωρίς όμως να την εμποδίζουν να βλέπει. Έτοιμη τώρα, στολισμένη, όρθια μπροστά σ' ένα μάλλινο σεντόνι πού σκεπάζει τον τοίχο, -το λεγόμενο νυφοστόλι- δέχεται τις ευχές και τα δώρα των συγγενών της, συνήθως χαρτονομίσματα -παλιότερα και λίρες ή ντούμπλες- πού τα καρφιτσώνουν μπροστά στο στήθος της, αφού ή νύφη κάνει τις απαραίτητες «μετάνοιες».

Η ώρα περνά. Πλησιάζει ή στιγμή να ξεκινήσουν για την εκκλησία. Σε λίγο φτάνει στο σπίτι της νύφης ο γαμπρός με τον κουμπάρο και οι συγγενείς του γαμπρού. Προηγούνται τα όργανα, νταούλια και ζουρνάδες. Και ενώ οι συγγενείς παραμένουν κάτω στην αυλή, ο γαμπρός με τον κουμπάρο ανεβαίνουν για να πάρουν τη νύφη. Βρίσκουν όμως κλειστή την πόρτα, ή οποία ανοίγει μόνο όταν ακουστεί το «τάξιμο» του κουμπάρου. Ο γαμπρός μπαίνει μέσα στο δωμάτιο της νύφης με το δεξί και σπάει με το πόδι του ένα φλιτζάνι - δείγμα αξιοσόνης3. Στη συνέχεια ή νύφη κάνει τρεις «μετάνοιες» στο γαμπρό, στον κουμπάρο, στους γονείς και συγγενείς του γαμπρού, δέχεται και από αυτούς τα σχετικά δώρα κι έτσι τελειώνει η προγαμήλια τελετή. Η νύφη ό,τι ήταν να πάρει, το πήρε. Είναι χαρακτηριστική η παροιμία: «Ότι παρ η νύφ' στο νυφοστόλ'». Τώρα όλα είναι έτοιμα για την εκκλησία. Η νύφη, πριν αφήσει το σπίτι της, έκανε τρεις «μετάνοιες», έκανε το σταυρό της και κατέβαινε τα σκαλιά.

Στην εξώπορτα γύριζε κατά την ανατολή, έκανε πάλι τα σταυρό της και ή γαμήλια πομπή ξεκινούσε για την εκκλησία. Μπροστά πήγαιναν οι οργανοπαίκτες, ακολουθούσε ο γαμπρός και ο κουμπάρος και σε μικρή απόσταση, σεμνή και χαμηλοβλεπούσα, ή νύφη. Πίσω ακολουθούσε όλο σχεδόν το χωριό. Η πομπή κατέληγε στην κεντρική εκκλησία του χωριού. Εκεί γινόταν το στεφάνωμα - το μυστήριο του Γάμου, κατά το γνωστό αναλλοίωτο τυπικό του Ορθόδοξου ελληνικού γάμου. Το ρύζι (για να ριζώσουν) και τα κουφέτα έπεφταν βροχή κατά το «Ησαΐα χόρευε» και, βέβαια, δεν ξεχνούσαν και το ποδοπάτημα την ώρα πού ο ψάλτης διάβαζε στον «Απόστολο» τη φράση «ή δε γυνή να φοβήται τόν άνδρα»...

Πρέπει να σημειωθεί ότι παλιότερα το στεφάνωμα δε γινόταν με αγορασμένα στέφανα, όπως σήμερα. Υπήρχαν ειδικά μεταλλικά ή ασημένια στέφανα της εκκλησίας - βαριά, πού έμοιαζαν με αυτοκρατορικά διαδήματα4.

Ύστερα από την τέλεση του Μυστηρίου, ή γαμήλια πομπή κατευθύνεται στο σπίτι του γαμπρού - πάντα από δεξιό δρόμο. Στην είσοδο του νέου σπιτιού περιμένει ή μητέρα του γαμπρού. Η νύφη της κάνει τρεις «μετάνοιες» και παίρνει από τα χέρια της τρία μήλα. Το ένα το ρίχνει προς το εσωτερικό του σπιτιού, το άλλο αριστερά και το τρίτο δεξιά, σχηματίζοντας σταυρό. Ομηρικές μάχες δίνονταν ποίος θα έπιανε το μήλο-γούρι. θα το έβαζαν το βράδυ κάτω από το προσκέφαλό τους για να ονειρευτούν τον αγαπημένο τους. Ύστερα το ζευγάρι δρασκελνούσε το κατώφλι και το υνί που έβαζαν εκεί συμβολικά, για να είναι γεροί και δυνατοί σαν το σίδηρο, ενώ ή πεθερά κερνούσε στο ζευγάρι γλυκό του κουταλιού. Καμιά φορά η πεθερά έδινε στη νύφη ένα κουβάρι κλωστές για να τις ξεπλέξει, για να διαπιστωθεί αν ή νύφη διέθετε υπομονή! Έπρεπε -ιδιαίτερα η νύφη- να προσαρμοσθεί στο νέο σπιτικό. «Νύφη μ', όχι όπως ήξιρις, αλλά όπως βρήκες», λέει μια σχετική παροιμία. Ακολουθούσε ολονύκτιο γλέντι, με χορούς και τραγούδια ως τις πρωινές ώρες. Το πιο συνηθισμένο τραγούδι ήταν το:

Χαρά στα μάτια τον γαμπρού

πού διάλεξαν τη νύφη,

το πιο καλό κορίτσι·

Να ζήσει ή νύφη κι ο γαμπρός,

να ζήσουν, να γεράσουν και να ασπρομαλλιάσουν...

Μια βδομάδα μετά το Γάμο ακολουθούσαν τα «απογυρίσματα». Το Σάββατο αποβραδίς, η μάνα του γαμπρού έκανε φαγητό και γλυκό πού το πήγαιναν οι νιόπαντροι στο σπίτι της νύφης, ενώ την άλλη μέρα, Κυριακή, μετά την εκκλησία το ζευγάρι επισκεπτόταν τα πιο συγγενικά σπίτια, του η κουμπάρου, των θείων, δίνοντας σχετικά δώρα.

Εδώ τυπικά οι γιορτές έπαιρναν τέλος. Τώρα άρχιζαν οι δουλειές και οι ευθύνες, ιδιαίτερα για τη νύφη, πού έπρεπε να προσαρμοσθεί στην καινούργια πραγματικότητα. Μια παροιμία, πού διατηρείται ακόμη στο Νέο Σούλι, προσγείωνε τη νύφη στη δύσκολη ζωή πού την περίμενε: «Μπίτσαν (τελείωσαν) νύφη μ’ οι γιορτές. Να το πλαστήρ' (o πλάστης), να κι ο κόπανους»! Τώρα όλο το χωριό και ιδιαίτερα οι νιόπαντροι περίμεναν την άφιξη του πρώτου παιδιού. Μέχρι τη δεκαετία του '60 τα νιόπαντρα ζευγάρια έμεναν κατά κανόνα μαζί με τους γονείς του γαμπροί, σύμφωνα με τις αρχές της πατριαρχικής οικογένειας. Σιγά-σιγά όμως και εξαιτίας των τριβών, πού ήταν φυσικό και, αναμενόμενο να αναφύονται σε τέτοιες περιπτώσεις, και στα Δαρνακοχώρια άρχισε να επικρατεί ή πυρηνική οικογένεια και, κατά συνέπεια, ή δημιουργία νέου σπιτικού. Παλαιότερα, στην κλειστή κοινωνία, οι γάμοι ήταν συνήθως καθαρή υπόθεση μεταξύ των νέων του χωριού. Σπάνια γινόταν «εξαγωγή» η «εισαγωγή» γαμπρού ή νύφης. Σήμερα, με την εκμηδένιση των αποστάσεων, τα Δαρνακοχώρια τείνουν να γίνουν ένα μεγάλο χωριό. Το σχέδιο «Καποδίστριας», με την υποχρεωτική ένταξη και ενοποίηση ομόρων χωριών σε Δήμους, κινείται και προς αυτήν την κατεύθυνση.

Έθιμα της Γέννησης

Η γέννηση πολλών παιδιών - «όσα ήθελε ο θεός» - ήταν στα Δαρνακοχώρια ο κανόνας. Σπάνια μια οικογένεια έκανε κάτω από τέσσερα παιδιά, και το σημερινό οξύ δημογραφικό πρόβλημα της χώρας μας ήταν ανύπαρκτο. Το αγόρι, βέβαια, ήταν ο κρυφός καημός του πατέρα. Ευχή όλων ήταν: « Κί μ ένα πιδούδ'» (=παιδί=άγόρι), κατάλοιπο της παλιάς ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Οι έγκυες γυναίκες δούλευαν ως την τελευταία στιγμή στο χωράφι, στα καπνά, στο «τσάκισμα», στο θέρισμα, στο αλώνισμα. Εκεί συχνά τις έβρισκαν οι πόνοι του τοκετό. Οι ιατρικές φροντίδες ήταν σχεδόν ανύπαρκτες από τις πρακτικές μαμές του χωριού5, γι' αυτό κι η βρεφική θνησιμότητα ήταν πολύ υψηλή. Δεν υπήρχε οικογένεια πού να μην είχε χάσει 1-2 παιδιά.

Η λεχώνα έμενε σε ξεχωριστό δωμάτιο με το μωρό της, ενώ έξω από την πόρτα του δωματίου της ήταν απλωμένο ένα μεγάλο προσόψι με μια καδένα πού προειδοποιούσε όλους ότι υπάρχει λεχώνα στα σπίτι, για τη σχετική ησυχία. Ήταν άγραφος νόμος να μην ενοχλεί κανείς. Συνήθως, ένας νεαρός αναλάμβανε τη «φρούρηση» του δωματίου και δεν επέτρεπε την είσοδο κανενός, ιδιαίτερα μετά τη δόση του ήλιου. Η απομόνωση αυτή κρατούσε 40 μέρες. Κι αυτός ακόμη ο σύζυγος δεν πλησίαζε την γυναίκα του όλο αυτό το διάστημα. Ή περίεργη αυτή «καραντίνα» είχε την εξήγηση της. Ήταν στοιχειώδη μέτρα υγιεινής για την προστασία της λεχώνας από μολύνσεις, σε μια εποχή πού τα μαιευτήρια ήταν ακόμη άγνωστα. Βέβαια, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες «θωράκιζαν» την λεχώνα και το μωρό με ένα σωρό αλεξιτήρια της βασκανίας για να τους προφυλάξουν από το κακό μάτι. Έτσι, ένας κόκκινος φιόγκος στη ρόμπα της λεχώνας με μια σκελίδα σκόρδου, καθώς και στη σκούφια του μωρού, ένα φλουρί, ένα «μάτι», ήταν συνήθη παρελκόμενα ως το σαράντισμα.

Έξαλλου, ήταν χαρακτηριστικό ότι τα ρούχα του μωρού και της λεχώνας δεν έπρεπε να τα βρει η νύχτα· τα μάζευαν πριν από το ηλιοβασίλεμα. Τα δώρα από τους συγγενείς έφταναν λίγες μέρες μετά από τη γέννηση. Ήταν γλυκά, συνήθως «λαλαγκίτες», και είχαν το χαρακτηριστικό όνομα «εξελτικό», δηλαδή εξαιρετικό (δώρο). Σαράντα μέρες από τη γέννηση του παιδιού, η μητέρα πήγαινε στην εκκλησία πριν από τον εσπερινό, για να σαραντίσει, κάτι που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Μετά την ανάγνωση των δύο σχετικών ευχών, μια για τη μητέρα και μια για το παιδί, ο Ιερέας αφήνει το παιδί μπροστά στην Ωραία Πόλη. Η μητέρα κάνει τρεις «μετάνοιες», το παίρνει στην αγκαλιά της και επιστρέφει στο σπίτι. Ο θηλασμός του παιδιού από τη μητέρα ήταν παλαιότερα ο κανόνας. Γι' αυτό και τα παιδιά τότε ήταν γερά, παρά τα ανύπαρκτα μέσα παιδικής υγιεινής διατροφής. Γιατί το μητρικό γάλα είναι αναντικατάστατο. Κάποια στιγμή, όμως, έπρεπε να γίνει και ο απογαλακτισμός του παιδιού, να τ' «αποκόψει», όπως έλεγαν, από το θήλασμα. Εκεί ή ευρηματικότητα έφτανε σε σημείο να επιστρατεύεται ακόμη κι' ένα κομμάτι από δέρμα ... σκαντζόχοιρου, που έβαζε η μητέρα πάνω στο στήθος της. Τα αποτελέσματα, απ ότι θυμάμαι, ήταν θεαματικά!

Έθιμα της Βάπτισης



Η βάφτιση, τα «βαφτίσια», όπως τα έλεγαν, γίνονταν γρήγορα, συνήθως μέσα στον πρώτο χρόνο από τη γέννηση του παιδιού. Την ευθύνη της βάφτισης κι όλων των σχετικών αναλάμβανε η νουνά ή ο νουνός - η καλ 'μάνα ή ο καλτάτας, όπως τους έλεγαν. Η βάφτιση γινόταν πάντα Κυριακή, μετά την απόλυση της θ. Λειτουργίας στην κεντρική εκκλησία του χωριού ή σπανιότερα σε Μοναστήρι, όπως σήμερα στη Βυζαντινή Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Ο νουνός ή η νουνά με τη μαμή πήγαιναν το παιδί στην εκκλησία. Εκεί ο παπάς τελούσε, κατά το γνωστό ορθόδοξο τελετουργικό, το Μυστήριο του Βαπτίσματος. Οι γονείς του παιδιού παρέμεναν στο σπίτι. Η νουνά έδινε στο παιδί όποιο όνομα ήθελε, χωρίς να ρωτά τους γονείς. Συνήθως, όμως, έδινε το όνομα του παππού ή της γιαγιάς (των γονιών του πατέρα) στο πρώτο παιδί, ενώ στο δεύτερο παιδί έδινε όνομα από τους γονείς της μάνας6.

Γενικά, επειδή τα παιδιά ήταν πολλά, δεν υπήρχε πρόβλημα στην επιλογή του ονόματος. Όσο ο ιερέας διάβαζε στο Νάρθηκα το Α' μέρος της ακολουθίας, τα «κατηχούμενα», μικρά παιδιά, ηλικίας 8-12 χρόνων, περίμεναν με αγωνία να ακούσουν το όνομα του παιδιού. Δεν προλάβαινε ν' αποτελειώσει το όνομα η νουνά και οι νεαροί έφευγαν σαν αστραπή από την εκκλησία για να πάνε στο σπίτι, να πουν τα «συγχαρίκια» στους γονείς. Εκεί ο πατέρας έδινε χρήματα στα παιδιά - το μεγαλύτερο, βέβαια, ποσό το έπαιρνε ο πρώτος - και η μητέρα κερνούσε γλυκά. Κάθε φάση της ζωής του μικρού παιδιού γιορταζόταν δεόντως. Τον 5ο-6ο μήνα που άρχιζε να μπουσουλάει, να «αρκουδίζει», Όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, έκαναν την αρκουδόπιτα, ενώ, όταν το παιδί έκανε τα πρώτα βήματα, συνήθως με την συμπλήρωση έτους, όλοι στο σπίτι απολάμβαναν την... περπατόπιτα. Η «πιρπατόπ'τα» ήταν συνήθως χαλβάς από σιμιγδάλι, πού τα δύσκολα εκείνα χρόνια της ανέχειας μας φαινόταν διπλά νόστιμος. Γιατί τον παλιό εκείνο καλό καιρό ήταν - ή φαίνονταν ότι ήταν - όλα νόστιμα και ωραία.

1. Ο γάμος και η απόκτηση παιδιών καταξίωνε τη γυναίκα και έτσι έδειχνε την αξία της. «Παντρευτοΰς και γκαστρωθοϋς, να δω τη λεβεντιάς'», λέει μια παροιμία στο Νέο Σούλι...

2. Το σ'νί είναι ή αρχαιοελληνική λέξη σινίον = δίσκος, κόσκινο.Η γλώσσα των Δαρνακοχωρίων είναι πλούσια σε λέξεις της αρχαίας. Παράβαλε σχετικά Αν. Μπέγκου, Το γλωσσικό ιδίωμα του Ν. Σουλίου Σερρών, ό.π., σελ, 71-79.

3. Ο γαμπρός επί μία εβδομάδα δεν έπρεπε να δει τη νύφη. Αν τολμούσε να παραβεί αυτόν τον άγραφο νόμο, τον μουτζούρωναν με φούμο από το φούρνο ή τον αλεύρωναν.

4. Βλ. σχετικά: Ευρυδίκη Αντζουλάτου-Ρετσίλα, Τα στέφανα του γάμου στη Νεώτερη "Ελλάδα. Αθήνα 1980 (διδακτορική διατριβή).

5. Κάθε χωριό είχε 1-2 πρακτικές μαμές πού διεκπεραίωναν με αρκετή επιτυχία, για την εποχή τους, το δύσκολο, αλλά και σωτήριο στην κυριολεξία έργο τους. Στα Δαρνακοχώρια, μέχρι τα μισά του αιώνα μας, ονομαστές μαμές ήταν η Τσιμούρινα, η Πολυξιά, ή Κανάκω (στο Νέο Σούλι), ή Κουκούγινα (στο Άγιο Πνεύμα), η Νανάτσινα και η Κοκίρινα (στο Χρυσό) η μπάμπω η Φώτου-Λιθαρή (στην Πεντάπολη) κ.ά. Εντυπωσιακές, καμιά φορά, ήταν και οι προβλέψεις τους. Εκπληκτική, πράγματι, ή πρόβλεψη πρακτικής μαμής στο Νέο Σούλι, γύρω στο 1950. « Πολλά λαγούδια βλέπω 'δώ, μαρή!». Σε λίγους μήνες η γυναίκα γέννησε τρίδυμα, σπάνιο φαινόμενο για την εποχή. Οι πρώτες διπλωματούχες μαίες διορίστηκαν ατή δεκαετία του 1960-70.

6. Στα Δαρνακοχώρια συχνή είναι ή χρήση αρχαίων Ελληνικών ονομάτων. Το γεγονός έχει την εξήγηση του. Οι Έλληνες στα δύσκολα χρόνια της μακραίωνης τουρκοκρατίας ήταν φυσικό να θέλουν να συνδεθούν ψυχικά με την αρχαιότητα, δίνοντας αρχαία ελληνικά ονόματα στα παιδιά τους. Η τάση αυτή, γενικότερα, εκφράζεται μέσα από τα κείμενα του Νεοελληνικοί Διαφωτισμού. Το Έθνος που μόλις αφυπνίζεται, είναι φυσικό και αναμενόμενο να θέλει να στηριχθεί στην κλασική του κληρονομιά. Σωκράτης, Σοφοκλής, Αριστοτέλης, Θεμιστοκλής, Τιμολέων είναι ονόματα που συναντιόνται στα Δαρνακοχώρια.

Αναστάσιος Μπέγκος