.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθόδοξο βίωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθόδοξο βίωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Η Λογιστική της Χαράς στις Σχέσεις

agaph-sxesh-zeygari
Ομιλία εφαρμοσμένης θεολογίας από τον π. Βαρνάβα Γιάγκου περί χαράς και σχέσεις συζυγίας (19/4/2010).
  • Ο υπαρξιακός λόγος της εργασίας και η οικονομική κρίση στην Ελλάδα
  • Γιατί και πότε ο Θεός δεν απαντά στις προσευχές μας
  • Η πρακτική πηγή της χαράς και ευτυχίας στη συζυγία και το γάμο και την αντιμετώπιση της φθοράς
  • Τι μπορεί να κάνει η γυναίκα: να θυσιάζεται, να υπομένει, να μιλά καλά, να χαμογελά
  • Τι σκοτώνει μια σχέση (γκρίνια!)
  • Η σωστή στάση απέναντι στο πάθος του άλλου ανθρώπου (συντρόφου)
  • Η σημασία της ενότητας στην σχέση
  • Το κριτήριο για το τι είναι και τι δεν είναι λάθος, αμαρτία μέσα σε μια σχέση
  • Γιατί και πως να διορθώσουμε το σύντροφό μας
  • Τι μπορεί να κάνει ο άνδρας: να δημιουργεί ασφάλεια, σταθερότητα, σιγουριά, να είναι πάντα πρόθυμος, χαρούμενος, να αποφεύγει τις πολλές δουλειές (!), να δίνει χρόνο και να ασχολείται καθημερινά με τη σχέση του, να τη συγχωρεί, να την καταλαβαίνει (στο βάθος), να φροντίζει για τα πάντα, να δίνει έμπνευση ζωής
  • Η μέθοδος της ενότητας στη σχέση είναι το μόνιμο αγκάλιασμα των συντρόφων: η υπαρξιακή, πνευματική συντροφιά, ο κοινός λόγος ζωής, το μοίρασμα ζωής
  • Οι πνευματικοί και σωματικοί καρποί του έρωτα που γεννούν τη ζωή
  • Ο καλύτερος τρόπος να οικοδομήσουμε (και ο απρόσμενος τρόπος να διασπάσουμε) την ενότητα στο γάμο: ταπείνωση ή δικαιοσύνη;
  • Η λογιστική των σχέσεων – αυτοδικαίωση, σκληροκαρδία και αγάπη
  • Ο άνδρας ως συνεργός χαράς (καρπός της βίωσης της αγάπης του Θεού)
  • Πως να μην χάνουμε την χαρά, την ευτυχία και την ησυχία μας
  • Πραγματική χαρά και «ηθική ικανοποίηση»
π. Βαρνάβας Γιάγκου Περί χαράς και σχέσεις συζυγίας

πηγή

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Είπε  Γέρων:Κατά το Μυστήριο του Γάμου η Εκκλησία στεφανώνει τους νυμφευομένους, για να επιβραβεύσει την αγνότητα και παρθενία, που προϋποτίθεται ότι διαφύλαξαν και οι δύο μέχρι εκείνη την ιερή στιγμή, που τελείται το Μυστήριο.Η συνήθεια, που δυσχερέστερα επικρατεί στις μέρες μας, να συζούν δηλαδή οι αρραβωνιασμένοι, σαν να 'ναι παντρεμένοι, είναι χριστιανικώς τελείως απαράδεκτη. Τεράστια ευθύνη φέρουν γι' αυτό το αμάρτημα και οι γονείς όταν, όχι δεν διαπαιδαγώγησαν, καθώς θα έπρεπε, τα παιδιά τους από νωρίς, αλλά και δυστυχώς ανέχονται, ή και προτρέπουν σ' αυτή την ανίερη συμβίωση κάτω από τη στέγη του δικού τους σπιτιού. Έτσι όμως γίνονται και αυτοί συνυπεύθυνοι και συμμέτοχοι στο αμάρτημα της πορνείας.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Παντρεύεσαι; Σκότωσε τον Εγωισμό σου! Αγαπάς; Διορθώσου!


Οι γονείς της Παναγίας, άγιοι Ιωακείμ & Άννα.
 


Tι σημαίνει ένα διαζύγιο; Την ανικανότητά μας να αγαπήσουμε. Αυτό βασικά σημαίνει. Όλα τα υπόλοιπα είναι οι δικαιολογίες μας. Την αποτυχία να αγαπηθούμε. Τη λαθεμένη αντίληψη που είχαμε για τον γάμο. Ο γάμος δεν είναι βίος ανθόσπαρτος. [...]
 

Μελετήστε με προσοχή την ακολουθία του Μυστηρίου [ενν. του γάμου]. Υπάρχει και μεταφρασμένη. Εκεί μέσα λοιπόν υπάρχουν όλα τα στοιχεία και όλες οι προϋποθέσεις που αν τις ζήσεις φθάνεις στην πληρότητα της σχέσης σου. Η Εκκλησία από την αρχή μας δείχνει τον δρόμο:  «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός...». Κι εκείνη τη στιγμή με το Ευαγγέλιο κάνει ο ιερέας το σημείου του Σταυρού. Τι σημαίνει αυτό; Τρία πράγματα βασικά.

Ξέρετε, παιδιά μου, για πού ξεκινάτε; Δεν ξεκινάτε για το άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Ξεκινάτε για τη Βασιλεία του Θεού. Αυτή είναι η πορεία του γάμου.
Ποιος θα είναι ο οδηγός σας σ' αυτήν την πορεία; Το Άγιο Ευαγγέλιο.
Ποια είναι η πορεία σας; Η Σταυρική!
 

Λέω στα ζευγάρια που παντρεύω: «Αν το καταλάβατε, παιδιά μου, σήμερα πρέπει να πεθάνετε, πρέπει να πεθάνει ο εγωισμός σας. Ξεκινήσατε καθένας από το σπίτι του και ήρθατε εδώ και τώρα φεύγετε από εδώ μαζί σε ένα καινούργιο σπίτι. Πολύ ωραία. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ο κάθε ένας πρέπει να φύγει από τον εαυτό του πια. Από αυτό που ήταν μέχρι τώρα. Κι εδώ η Χάρις του Θεού σάς ένωσε.»
 

Βλέπετε κάποια στιγμή ενώνουμε τα χέρια και τους λέω: «Έχετε δει δύο κλειδιά περασμένα σε κρίκο; Όπου και να 'ναι, θα είναι μαζί. Στην τσέπη μας ευρίσκονται ή μας πέσαν στον δρόμο ή τα πετάξαμε στη θάλασσα, θα είναι πάντα μαζί γιατί τα ενώνει ένας κρίκος. Αν όμως βγουν από τον κρίκο είναι ζήτημα τύχης, αν θα μείνουν και τα δύο κοντά και μαζί. Ποιος είναι ο κρίκος; Η χάρη του Θεού. Βάλτε τα χέρια σας, βάλτε τις καρδιές σας και οι δυο σας στο χέρι του Θεού. Ο Θεός δεν μας παίρνει με το ζόρι, απλώνει το δικό Του χέρι και εάν εσείς με τη θέληση βάλετε τα δικά σας χέρια ο Θεός θα σας ενώσει σε μια ενότητα τέλεια και αγία και έτσι να πορευτείτε.»
 
Όταν στην Ελλάδα καθιερώθηκε ο πολιτικός γάμος, εγώ πανηγύριζα. Είπα, «επιτέλους, θα αποφύγω την ταλαιπωρία να παντρεύω ανθρώπους που δεν ξέρουν τι κάνουν.» Να πας στον Δήμαρχο κι όπου θέλεις. Όχι όμως εδώ! Γιατί ο χώρος αυτός εδώ είναι για αυτούς που ξέρουν τι θέλουν και πιστεύουν τι κάνουν. Ένα διαζύγιο μπορεί να έχει πολλές αφορμές, αλλά οι αιτίες του είναι λίγες.
 
…καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν 
 

Πώς προετοιμάζονται δύο νέοι άνθρωποι για να παντρευτούν; Από 'κεί θα καταλάβεις ποια θα είναι η συνέχεια.
Πόσο καλά γνωρίζονται; Ή πόσο βαθιά αγνοούνται;

 

Έχω ακούσει πολλές φορές την παρατήρηση «δεν ήτανε έτσι στην αρχή». Έτσι ήτανε, παιδί μου, αλλά εσύ δεν τον είδες. Ο αρραβώνας δεν είναι μια χαζοχαρούμενη περίοδος που θα κοιτάξουμε πώς θα περάσουμε καλά. Είναι ακριβώς μια περίοδος που οι άνθρωποι μιλάνε σοβαρά για το μέλλον τους, βλέπουν αν συμφωνούν, αν ταιριάζουν, αν έχουν την ίδια πλεύση μέσα στη ζωή τους, ακόμα μερικές φορές σε μερικά πράγματα, που φαίνονται πιο ρηχά, πιο εύκολα.
 

Κάποτε έλεγα σε δυο παιδιά που συνδεόντουσαν:
- Παιδιά χωρίστε τώρα γιατί θα χωρίσετε αύριο.
- Μα γιατί;

- Γιατί δεν έχετε καμία σχέση μεταξύ σας. Τα ενδιαφέροντα του ενός είναι τελείως διαφορετικά κι εξειδικευμένα, του άλλου είναι -τα παιδιά χρησιμοποιούν σήμερα αυτή τη λέξη- «μπάζα». Σε λίγο εσύ θα αρχίσεις να τη ζηλεύεις και εσύ σε λίγο θα αρχίσεις να κουράζεσαι. Λοιπόν, μην κάνετε λάθη!

 

Ευτυχώς κατάλαβαν έγκαιρα. Γιατί είναι πάρα πολύ σημαντικό να βλέπεις την αλήθεια. Το σ' αγαπώ και μ' αγαπάς είναι εύκολο να το λες, δύσκολο όμως να το ζεις. Εμείς μάθαμε ότι η αγάπη είναι σαρκωμένη. Κι αν δεν σαρκώνεται, δεν σταυρώνεται, τότε ακριβώς δεν προχωράει.
 

Το Διαζύγιο τελικά είναι μια αποτυχία. Το ερώτημα όμως είναι το εξής: Πώς θα αντιμετωπίσουμε ένα διαζύγιο; Διδασκόμεθα από τα λάθη μας; Καταλάβαμε γιατί φτάσαμε εδώ; Πρώτα-πρώτα έχουμε τη συνείδηση ότι αποτύχαμε; Και δεν αποτύχαμε τυχαία, αποτύχαμε για συγκεκριμένους λόγους, καθαρούς και ορατούς ή πιστεύουμε ότι φταίει μόνο ο άλλος; Στα ζευγάρια που παντρεύω τους εύχομαι: «Παιδιά μου, σας εύχομαι να μάθετε στη ζωή σας να φταίτε πάντα και οι δυο μαζί. Γιατί αν πιστέψετε ότι φταίει μόνο ο άλλος, κάτι δεν πάει καλά μεταξύ σας.»
 
Παντρεύομαι σημαίνει δέχομαι τον άλλο όπως είναι γιατί τον αγαπάω.
Παντρεύομαι σημαίνει ότι αγωνίζομαι, κάνω τα πάντα για να δίνω χαρά σ' αυτόν που αγαπάω. Άρα λοιπόν υπάρχει μια κοινή πορεία και των δύο, δηλαδή το ότι ο άλλος με δέχεται, δεν γεννάει ασυλία του εγωισμού μου, αφού με δέχεται όπως είμαι. Σε δέχεται γιατί σε αγαπάει, εσύ αγαπάς; Τότε διορθώσου.
Τότε αφού βλέπεις ότι κάτι ενοχλεί τον άλλο, διόρθωσέ το. Όταν ακούω ανθρώπους να λένε: «εγώ αυτός είμαι ή εγώ αυτή είμαι, δεν αλλάζω», τους λέω: «Κακώς παντρευτήκατε, γιατί όταν κάποιος αγαπάει, αλλάζει.» Δεν αλλάζω σημαίνει δεν αγαπάω. Τα υπόλοιπα είναι περιττά.

 
Μητροπολίτου, Σισανίου και Σιατίστης Παύλος
Για μια υγιή και ζωντανή οικογένεια, έκδ. Σχολής Γονέων Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου 


πηγή

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Ο δεκάλογος των συζύγων

1. Μην κάνετε το δάσκαλο στον σύντροφό σας. Ο καλύτερος τρόπος να τον διδάξετε είναι να τον κάνετε ευτυχισμένο.

2. Ο γάμος είναι μια διαρκής περιπέτεια, που μας βοηθάει εν τούτοις να ανακαλύψουμε τον αληθινό μας εαυτό,τον ψυχικό κόσμο του άλλου φύλου και να γνωρίσουμε τον Θεό.

3. Η οικογένεια είναι ”παλαίστρα” και γυμναστήριο. Τον σύντροφό σας επομένως θα τον αποδέχεστε όπως είναι, με τις αδυναμίες και τις ιδιοτροπίες του και όχι όπως θα θέλατε να είναι.

4. Προσπαθήστε να καταλάβετε τον ή την σύζυγό σας. Μη λησμονείτε ότι ο άνδρας σκέπτεται με την στεγνή λογική και η γυναίκα με την καρδιά.

5. Μην προσπαθείτε να επιβάλλετε την γνώμη σας και να διορθώσετε με τη βία τον σύντροφό σας. Φροντίστε καλύτερα να διορθώσετε τον εαυτό σας. 'Η αγάπη ζει με την αρμονία των αντιθέσεων'.

6. Με την πίστη, την υπομονή και την αγάπη αντιμετωπίζουμε νικηφόρα όλες τις δυσκολίες.

7. Ο μεγαλύτερος εχθρός της συζυγικής ζωής είναι ο εγωισμός. Δεν μας σώζει η επίθεση κατά του συζύγου μας, αλλά η επίθεση κατά του εγώ μας.

8. Το καλύτερο παράδειγμα για τα παιδιά μας είναι να αγαπάει ο πατέρας την μητέρα τους και η μητέρα τον πατέρα τους.

9. Το μυστικό της οικογενειακής γαλήνης είναι να μπορεί κανείς να συγχωρεί.

10. Ο γάμος είναι 'μυστήριο μέγα' που αρχίζει μέσα στην Εκκλησία και ανανεώνεται με την Θεία Λειτουργία και τα μυστήρια της Εκκλησίας.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Ένα μυστήριο που μας κυνηγάει από παιδιά...

Γιατί γιαγιάδες & παπάδες κυνηγάνε τα παιδάκια για να πάνε εκκλησία, να προσεύχονται, να μεταλαβαίνουν, να εξομολογούνται και να νηστεύουν (έστω όσο τούς επιτρέπει η ηλικία τους); Το παρακάτω κείμενο προσπαθεί να δώσει μια απάντηση σ' αυτή τη μόνιμη απορία.

Συνεργείο Διάσωσης και Επισκευών

Τα μέσα που παρέχει στον άνθρωπο η Εκκλησία για τη σωτηρία –δηλαδή για την ένωσή του με το Θεό και τους συνανθρώπους του– είναι πολλά. Είναι βοηθητικά μέσα. Δε σώζουν τον άνθρωπο «μαγικά», αλλά προσελκύουν τη θεία χάρη, η οποία ενισχύει την αγάπη του και με αυτή την αγάπη ο άνθρωπος σώζεται. Μπορεί, επαναλαμβάνω, να μείνουν χωρίς αποτέλεσμα. Όμως χωρίς αυτά είναι πολύ οδυνηρό και συνεπώς δύσκολο για τον άνθρωπο να ξεφύγει από το Εγώ του (μήπως εγώ νομίζω ότι έχω ήδη ξεφύγει; πώς μπορώ να το ξέρω; το να κάνω διάγνωση στον εαυτό μου είναι δικαίωμά μου, όμως δεν είναι ασφαλές, ακόμη κι αν έχω ιατρικές γνώσεις). Αναφέρω τα παρακάτω:

1. Η προσευχή. Πρόκειται για το εκπληκτικό κανάλι άμεσης επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. Κατ’ ουσίαν, όλες οι χριστιανικές τελετές («ακολουθίες») είναι προσευχές. Υπάρχει όμως και η προσωπική προσευχή, που μπορεί να γίνεται παντού και πάντα. «Κάθε έργο που έγινε από αγάπη Χριστού φέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όμως αυτό κατορθώνεται ευκολότερα με την προσευχή, γιατί αυτή αποτελεί το όργανο που διαθέτουμε. Μπορεί να τύχει να θέλετε να πάτε στην εκκλησία, αλλά η εκκλησία να μην είναι κοντά ή να έχει τελειώσει η ακολουθία. Ή να έχετε την επιθυμία να ελεήσετε κάποιον πτωχό, αλλά πτωχός να μην υπάρχει. Ίσως επιθυμείτε να γίνετε απαθής, αλλά δεν έχετε γι’ αυτό δυνάμεις. Για την προσευχή όμως υπάρχει πάντοτε δυνατότητα. Η προσευχή είναι προσιτή τόσο στον πλούσιο όσο και στον πτωχό, τόσο στον εγγράμματο όσο και στον απλοϊκό, στον ισχυρό όσο και στον αδύναμο, στο δίκαιο όσο και στον αμαρτωλό. Η δύναμη της προσευχής είναι τεράστια και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο αυτή εκλύει το Άγιο Πνεύμα» (άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ).
Ο άγιος Σεραφείμ και η αρκούδα που τον επισκεπτόταν στα δάση.

Ο μέσος άνθρωπος κατά κανόνα προσεύχεται, για να ζητήσει από το Θεό γήινα αγαθά –υγεία, πρόοδο, ευημερία– ή λύση σε συγκεκριμένα προβλήματα. Αν τα αιτήματά του ικανοποιηθούν, δοξάζει το Θεό. Αν όχι, Τον κατηγορεί ως άδικο ή αδιάφορο, κι ας ξέρει ότι Εκείνος, ως πάνσοφος, μπορεί να κρίνει καλύτερα. Ακόμα κι αυτές οι γραμμές πιθανόν να σκανδαλίζουν τον αναγνώστη, που είναι βιαστικός και απαιτητικός και υψώνει ενώπιον του Θεού το ανυποχώρητο θέλημά του.
Αν και είναι φυσικό να προσευχόμαστε για τις γήινες ανάγκες μας (και στη θεία λειτουργία λέγονται τέτοιες προσευχές), ο αληθινός σκοπός της προσευχής είναι ν’ ανοίξει την καρδιά του ανθρώπου για να δεχτεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό, κυρίως οι μοναχοί, αλλά και αρκετοί «κοσμικοί» (δηλαδή άνθρωποι που δεν είναι μοναχοί), λένε σύντομες προσευχές, που μπορούν να τις επαναλαμβάνουν όσες φορές θέλουν, ακόμα και την ώρα της δουλειάς τους ή όταν ξεκουράζονται, στις οποίες ζητούν από το Θεό «έλεος» χωρίς να Του λένε από πριν τι να κάνει. Τέτοιες προσευχές είναι: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», «άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών» (για όποιον άγιο έχουμε στο νου μας), «άγιοι πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ ημών» κ.λ.π. Επίσης τέλεια προσευχή, που περιλαμβάνει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, γήινες και ουράνιες, είναι το Πάτερ ημών, που ονομάζεται κυριακή προσευχή (=του Κυρίου), γιατί το δίδαξε ο Χριστός στα Ματθ. 6, 9-13, και Λουκ. 11, 1-4.
Οι προσευχές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα να δουλεύουν όλα ρολόι στη ζωή μας, αλλά, όταν ο Θεός βρίσκεται στην καρδιά, όλες οι συμφορές του κόσμου δε μπορούν να μας πτοήσουν. Αυτό μοιάζει με αυθυποβολή ή με τη θεωρία της «θετικής ενέργειας», που παράγεται με «θετικές σκέψεις», αλλά δεν είναι το ίδιο. Προχωρώντας στο στάδιο της κάθαρσης της καρδιάς ή (διστάζω και να το πω) ακόμη μακρύτερα, η παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου γίνεται ενεργός και εμφανής.
Η «εργασία της νοεράς προσευχής» είναι ολόκληρη επιστήμη για τους χριστιανούς, η οποία, σημειωτέον, στρέφεται προς τα έξω, προς το Θεό και τους αγίους, κι όχι προς τα μέσα, όπως ο διαλογισμός, κι έχει στόχο την προσέγγιση ανθρώπου και Θεού κι όχι την πνευματική ή σωματική χαλάρωση ή την «ανάπτυξη εσωτερικών δυνάμεών μας» κ.τ.τ. (Για το θέμα αυτό βλ. το Περί προσευχής του γέροντα Σωφρόνιου του Essex, αλλά και το ανώνυμο ρωσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, ελλ. έκδ. Αστήρ).

2. Ο εκκλησιασμός. Εκτός από την προσωπική προσευχή, κρίνεται απαραίτητη η συμμετοχή του ανθρώπου στη θεία λειτουργία και τις άλλες τελετές που γίνονται στο ναό. Η συμμετοχή αυτή ονομάζεται εκκλησιασμός, δηλαδή συνάντηση με τους άλλους, γιατί εκκλησία = συγκέντρωση. Για την ακρίβεια, η έκφραση «πάω στην εκκλησία» δε σημαίνει πάω στο ναό, αλλά πάω να συναντήσω τους υπόλοιπους χριστιανούς, που έχουν συγκεντρωθεί στο ναό – γι’ αυτό έχει επικρατήσει να λέμε το ναό «εκκλησία», δηλαδή συγκέντρωση.
Ο εκκλησιασμός είναι απαραίτητος για δύο λόγους:  α) διότι στο ναό δε γίνεται απλώς προσευχή, αλλά τελούνται και τα μυστήρια, με κυριότερο τη θεία Μετάληψη˙ παντού μπορώ να προσευχηθώ, αλλά μόνο στην εκκλησία μπορώ να μεταλάβω˙  β) διότι στο ναό θα συναντήσω τους συνανθρώπους μου, τους αδελφούς μου, και θα προσευχηθώ στο Θεό μαζί μ’ αυτούς˙ εκεί θα βρω και τους εχθρούς μου ή εκείνους που περιφρονώ ή αντιπαθώ, για να τους συγχωρήσω μέσα στην καρδιά μου, δηλαδή να τους κάνω χώρο να μπουν (συν+χωρώ = βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μ’ εσένα, και ο χώρος αυτός είναι η καρδιά μου)˙ εκεί θα προσευχηθώ γι’ αυτούς που βαφτίζονται ή παντρεύονται, ώστε να έχουν τη χάρη του Θεού στη ζωή τους, και για τους νεκρούς που κηδεύονται ή μνημονεύονται (στα μνημόσυνα), για την ανάπαυση της ψυχής τους… Αυτό σημαίνει ότι, κι αν δεν καταλαβαίνω τα λόγια της τελετής, λόγω της αρχαίας γλώσσας ή ενός κακόφωνου ψάλτη, έχει μεγάλη σημασία να προσευχηθώ εκείνη την ώρα μέσα στο ναό, μαζί με τους άλλους, ακόμη κι αν κανείς άλλος εκτός από μένα δεν προσεύχεται˙ ας προσευχηθώ εγώ, με ταπείνωση, για όλους.
Χωρίς τον εκκλησιασμό, δεν υπάρχει χριστιανική Εκκλησία, αλλά μόνο δυστυχισμένα πρόσωπα, που παλεύουν με τη μοναξιά τους και δεν πρόκειται να σωθούν ποτέ, γιατί σωτηρία δεν είναι να «πείσω» το Θεό πως είμαι δικός Του άνθρωπος, εξασφαλίζοντας μια θεσούλα στον παραδείσιο κήπο, αλλά να ενωθώ μ’ Αυτόν διά της αγάπης, πράγμα που σημαίνει και ένωση με τους συνανθρώπους μου.
Είναι φυσικό ότι, αν δεν έχω όρεξη να συγχωρήσω τον αδελφό μου ή να προσευχηθώ για τους άλλους, δεν έχω και διάθεση να πάω στο ναό. Επομένως, πηγαίνω μόνο σε ξωκλήσια, όπου δε βλέπω κανέναν και «ανάβω το κερί μου» μόνο για τον εαυτό μου ή για κείνους με τους οποίους είμαι δεμένος συναισθηματικά (τα «αγαπημένα μου πρόσωπα», σύζυγο, παιδιά φίλους, ευεργέτες –στην ουσία προεκτάσεις του εαυτού μου), ή πάω στο ναό για κοινωνικούς λόγους, για να δω κόσμο και να με δουν, να επιδείξω τον πλούτο μου ή την ομορφιά μου ή να διασκεδάσω βλέποντας με μισό μάτι τους άλλους. Αυτές είναι οι παρενέργειες του εκκλησιασμού, που οφείλονται στην ανεπάρκεια και την ανωριμότητα των χριστιανών, ιερέων και λαϊκών, και καλό είναι να μη γίνονται δικαιολογία για να μην πηγαίνουμε στην εκκλησία. Και πάλι, είναι δικαίωμά μας να μην πάμε ποτέ, αλλά είναι σπουδαιότερο δικαίωμά μας να πάμε και να ενωθούμε με το Θεό και τους αδελφούς μας σ’ εκείνο το ευλογημένο περιβάλλον.
Ας έχουμε υπόψιν ότι σε όλο τον κόσμο, κάθε Κυριακή και εορτή, τελείται μόνο μία λειτουργία, απλωμένη σε όλους τους ορθόδοξους ναούς της Γης. Η λειτουργία αυτή ενώνεται με την ουράνια λειτουργία, που τελείται μυστικά στον ουρανό, από τους αγγέλους και τους αγίους. Κατά την έναρξη της λειτουργίας, τελείται η «αγία προσκομιδή», όπου ο ιερέας σχηματίζει με μερίδες από το πρόσφορο (το ψωμί της θείας Μεταλήψεως) το σύμβολο της παγκόσμιας Εκκλησίας πάνω στο δισκάριο, από το οποίο κατόπιν θα μπει στο άγιο ποτήριο και, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, θα γίνουν όλοι αυτοί –άγγελοι, άγιοι, η Παναγία, ο Χριστός, οι ζωντανοί και οι νεκροί– το Σώμα του Χριστού, το Οποίο θα κοινωνήσουμε, όταν κοινωνήσουμε, ενώνοντας τον εαυτό μας μ’ εκείνους.


3. Η νηστεία. Ο αθλητής, όταν προετοιμάζεται για τους αγώνες, πρέπει να προσέχει τη διατροφή του. Συχνά πρέπει να στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Και ο χριστιανός, που είναι κι αυτός αθλητής, προσέχει επίσης τη διατροφή του. Συχνά στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι «κακό» να τρως ή ότι «το φαγητό είναι αμαρτία», ούτε ότι ο Θεός «μας τιμωρεί» επειδή απολαμβάνουμε κάτι νόστιμο. Η απόλαυση δε είναι αμαρτία. Αυτό δε θα έλεγε και η Κίρκη στον Οδυσσέα;
Εδώ και λίγα χρόνια, τουλάχιστον στην Ελλάδα, νομίζω πως παρατηρείται μια επιστροφή αρκετών ανθρώπων στη συνήθεια της νηστείας. Αυτό το συμπεραίνω από την προσφορά νηστίσιμων εδεσμάτων ή και γευμάτων στα καταστήματα έτοιμου φαγητού. Η νηστεία, κατά τη γνώμη μου, είναι καλή για τον άνθρωπο, ακόμη κι αν δεν ξέρει το βαθύτερο νόημά της. Αυτό το βαθύτερο νόημα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε με συντομία εδώ.
Κατ’ αρχάς, η ορθόδοξη νηστεία δεν είναι θέμα μόνο είδους αλλά και ποσότητας φαγητού. Όταν δηλαδή τρώγω μέχρι σκασμού φαγητό που θεωρείται νηστίσιμο (πράγμα που κάνω κατά κανόνα), δε νηστεύω. Επίσης, αν νηστεύω το φαγητό, αλλά συγχρόνως αμαρτάνω με την καρδιά, τις πράξεις ή τις αισθήσεις μου, δε νηστεύω. Τέλος, αν ακολουθώ νηστίσιμο διαιτολόγιο για λόγους αποτοξίνωσης και σωματικής υγείας, ενώ δεν αισθάνομαι ορθόδοξος χριστιανός αλλά πιστεύω «όλες τις θρησκείες» ή καμία, είμαι μάλλον σε λάθος δρόμο – παρόλο που ο Θεός κάθε λάθος δρόμο μπορεί να βρει τρόπο να τον κάνει σωστό δρόμο. Άνθρωποι απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να σωθούν, ωστόσο αυτό που κάνουν δεν είναι ορθόδοξη νηστεία.
Το νόημα της νηστείας θα μπορούσαμε ίσως να το συνοψίσουμε στα εξής:  α) αποσύρεις τις αισθήσεις σου από τις γήινες απολαύσεις, για να τις στρέψεις προς την απόλαυση της επαφής με το Θεό˙ δε νηστεύεις για να στερηθείς, αλλά για να απολαύσεις, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο απόλαυσης˙ γι’ αυτό τις περιόδους νηστείας αυξάνονται οι εκκλησιαστικές ακολουθίες και πυκνώνει η συμμετοχή στη θεία Μετάληψη˙ εμείς βέβαια τις ακολουθίες τις νιώθουμε σαν αγγαρείες, επειδή είμαστε πνευματικά αναλφάβητοι, όσο προχωρεί όμως κάποιος στην πνευματική ζωή τόσο αισθάνεται «ανέκφραστη ηδονή» από την παρουσία του στην εκκλησία˙  β) αρνείσαι κάποιες απολαύσεις, για να πάψουν να σου είναι αναγκαίες, για να μάθεις να επιβιώνεις χωρίς αυτές˙ με δυο λόγια, ασκείσαι στη στέρηση, για να μάθεις να απορρίπτεις και «αμαρτωλές» απολαύσεις (π.χ. την ξένη γυναίκα) ή και αμαρτωλή ικανοποίηση αναγκών (π.χ. τα ξένα χρήματα, ακόμα κι αν τα έχεις ανάγκη), αλλά και για να μπορείς να θυσιάσεις την άνετη ζωή σου, αν σου ζητηθεί να προδώσεις τον αδελφό σου ή ν’ αρνηθείς το Χριστό και τη διδασκαλία Του˙  γ) νηστεύεις για να μάθεις να είσαι ταπεινός, όχι για να υποτάσσεσαι εύκολα αλλά, αντίθετα, για να είσαι ελεύθερος από το παραπλανητικό διογκωμένο Εγώ σου˙ έτσι, ενώ έχεις το δικαίωμα να φας ό,τι θες, αποποιείσαι αυτό το δικαίωμα και τρως αυτό που σου λένε κάποιοι άλλοι, οι παπάδες, η Εκκλησία, τα βιβλία των αγίων (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί δεν νηστεύουν – οι παπάδες θα Μου πούνε Εμένα τι θα φάω;)˙ γι’ αυτό, δε νηστεύουμε όταν, όπως και όσο θέλουμε, αλλά όταν, όπως και όσο ορίζει η Εκκλησία και, για να τροποποιήσουμε τη νηστεία, χρειαζόμαστε ευλογία απ’ τον πνευματικό μας. Αν π.χ. νηστεύω διπλές σαρακοστές, μπορεί να θεωρήσω πως είμαι άγιος κι αυτό να κλείσει εντελώς την καρδιά μου απέναντι στο Θεό και σε σένα, αδελφέ μου. Τότε η νηστεία μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της σωτηρίας, αυξάνοντας τον εγωισμό μας.
Σημειωτέον, ότι η νηστεία προβλέπεται στην Αγία Γραφή: ο Χριστός νήστεψε σαράντα μέρες μετά τη βάφτισή Του στον Ιορδάνη (Ματθ. 4, 1), και, παρόλο που τόνισε πως ο άνθρωπος μολύνεται απ’ αυτό που βγαίνει απ’ το στόμα κι όχι απ’ αυτό που μπαίνει (Ματθ. 15, 10-20), είπε για το διάβολο: «αυτό το γένος δε φεύγει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21).

4. Η εξομολόγηση. Ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια στον εγωισμό μας, που μας σκανδαλίζει αφάνταστα, είναι ότι η Εκκλησία μας ζητάει να βρούμε έναν άνθρωπο αμαρτωλό σαν εμάς και να του αποκαλύψουμε τις αμαρτωλές πράξεις και σκέψεις μας. Φυσικά ήδη καταλάβατε το σκοπό αυτής της πράξης, που είναι το να γίνουμε ταπεινοί. Η «εξομολόγηση στην εικόνα» ή «απευθείας στο Θεό» ή «στην Παναγία» δεν μας ταπεινώνει, εκτός αν είμαστε ήδη ταπεινοί. Μπορεί να μας βοηθήσει, κάτω από ειδικές συνθήκες (π.χ. αν δεν υπάρχει ιερέας), όμως δεν υποκαθιστά την πραγματική εξομολόγηση.
Εκτός όμως από την καλλιέργεια της ταπείνωσης (που είναι τόσο οδυνηρή στα πρώτα στάδια, ώστε να καθυστερούμε για χρόνια το μεγάλο βήμα, ακριβώς όπως δυσκολευόμαστε να πάμε στον οδοντίατρο ή να δώσουμε αίμα), υπάρχουν και οι εξής σοβαροί λόγοι, που κάνουν την εξομολόγηση απαραίτητη:
α) Ο ιερέας διαβάζει στον εξομολογούμενο τη «συγχωρητική ευχή», με την οποία οι εξομολογημένες αμαρτίες του συγχωρούνται και δε θα τον βαραίνουν κατά την ώρα του θανάτου και κατά την ημέρα της κρίσεως. Οι απόστολοι είχαν λάβει από το Χριστό την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες, εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό («όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ», Ματθ. 18, 18)˙ εκείνοι κληροδότησαν αυτή τη χάρη στους μαθητές τους (τους πρώτους επισκόπους [*]), κι έτσι, από ιερέα σε ιερέα, έφτασε ώς τις μέρες μας. Έτσι ο ιερέας γίνεται χοάνη που δέχεται μέσα της κάθε αμαρτία και την αδειάζει στο κενό. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο λαϊκός (ο μη ιερέας), παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (αν είναι άγιος και αν δεν υπάρχει ιερέας κοντά, επειδή π.χ. βρισκόμαστε σε διωγμό και το καθεστώς έχει κατασφάξει τους ιερείς, ή δεν προλαβαίνει να πάει σε ιερέα εκείνος που επιθυμεί να εξομολογηθεί, επειδή π.χ. είναι ετοιμοθάνατος, τότε θα μπορούσε να του δώσει άφεση αμαρτιών και λαϊκός).
β) Η εξομολόγηση δεν είναι μια «ανάκριση θρησκευτικού τύπου», αλλά μια βαθιά και διαρκής σχέση πνευματικής πατρότητας, στην οποία ο «πνευματικός» ή «γέροντας» (δηλαδή ο πνευματικός δάσκαλος) καλείται να στηρίξει τον άνθρωπο που τον πλησιάζει και θέτει τον εαυτό του στα χέρια του ως παιδί προς το γονιό, να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα πάθη του (δηλαδή να νικήσει την αμαρτία εντός του) και όσο το δυνατόν πιο καθαρός να πλησιάσει το Θεό.  Αυτή η πνευματική πατρότητα δεν είναι επίσημος «θεσμός» και μπορεί να την ασκήσει και λαϊκός, άντρας ή γυναίκα, με την προϋπόθεση ότι διαθέτει σοφία Θεού: ή είναι άγιος –αυτό θα ήταν το ιδανικότερο– ή έχει την ταπείνωση και τη σύνεση να μελετά του βίους και τα έργα των αγίων και να διδάσκει από τα υποδείγματά τους και όχι μόνο λέγοντας την ανθρώπινη γνώμη του. Τότε αυτός ο γέροντας ή η γερόντισσα μπορεί να διδάσκει ανθρώπους, και να τους στέλνει σε ιερέα για την (ας την πούμε έτσι) «συγχωρητική εξομολόγηση», αυτήν που περιλαμβάνει την ευχή της άφεσης των αμαρτιών. Τέτοιοι λαϊκοί γέροντες συνήθως κατοικούν στα μοναστήρια ή τις ερήμους (είναι δηλαδή απλοί μοναχοί, χωρίς χειροτονία ιερέα, που δε μπορούν να λειτουργήσουν, ή μοναχές), αλλά μπορεί να ζουν και δίπλα μας, να είναι μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, πλούσιοι ή φτωχοί, πιθανόν παραμελημένοι γέροι ή φαινομενικά αλλοπρόσαλλοι, αλλά οπωσδήποτε ευσεβείς, ταπεινοί και γεμάτοι αγάπη για το συνάνθρωπό τους. Επίσης μπορεί να είναι στην ηλικία νέοι ή και παιδιά («παιδιογέροντες»), αν και συνήθως έχουν κάποια ηλικία, αφού η πρόοδος στην πίστη, την αγάπη και τη σοφία μπορεί να προϋποθέτει χρόνια.
Η γιαγιά Λαμπρινή από την Άρτα, μια αυθεντική "αγία της διπλανής πόρτας". Παντρεμένη και μάνα, & συνάμα πνευματική μητέρα δεκάδων ανθρώπων 

Η πνευματική πατρότητα είναι η ανώτερη εκδοχή του μυστηρίου της εξομολόγησης, την οποία χρειάζεται απαραίτητα κάθε άνθρωπος, όπως χρειάζεται τον προσωπικό και τον οικογενειακό του γιατρό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί σωστά, απελευθερώνει, δυναμώνει, εξισορροπεί, ειρηνεύει, προλαμβάνει συμφορές, και τελικά θεραπεύει. Αυτή η σχέση, μια ιδιαίτερα εξελιγμένη θεραπευτική επιστήμη του ορθόδοξου χώρου, είναι που αντικαταστάθηκε με την ψυχοθεραπεία δυτικού τύπου στις σύγχρονες κοινωνίες [σημ. "ΝΕΚΡΟΥ": & όχι το αντίθετο, όπως νομίζουν κάποιοι], παρόλο που οι επιδιώξεις τους δεν είναι κοινές˙ ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, ενώ ο πνευματικός στη θεραπεία από την αμαρτία, δηλαδή στην αιώνια σωτηρία.
Εννοείται ότι ψάχνεις για τον κατάλληλο πνευματικό, όπως ψάχνεις για τον κατάλληλο γιατρό, μπορεί να διανύσεις χιλιόμετρα για να τον βρεις, δοκιμάζεις, πιθανώς απορρίπτεις, προσεύχεσαι και προσέχεις. Αρκεί να μην εξαπατάς τον εαυτό σου, λέγοντας στη συνείδησή σου πως είναι ανάξιος για πνευματικός σου κάποιος που σου λέει την αλήθεια χωρίς να σε κολακεύει. Και φυσικά είναι δικαίωμά σου να μην αναζητήσεις ποτέ πνευματικό και να μην προσέλθεις ποτέ για εξομολόγηση (ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι αμαρτωλός»), όπως και να μην πας ποτέ σε γιατρό και να μην κάνεις εξετάσεις, ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι άρρωστος». Μπορείς να κάνεις ο ίδιος διάγνωση στον εαυτό σου διαβάζοντας βιβλία, περιφρονώντας τη ζεστή πραγματική επικοινωνία μ’ έναν άλλο άνθρωπο και χωρίς ν’ ανοίγεσαι σε μια «δεύτερη γνώμη».
Μπορεί έτσι να μην αρρωστήσεις ποτέ και να ζήσεις μέχρι βαθύ γήρας˙ το πιθανότερο όμως είναι ότι θα υποφέρεις και θα πεθάνεις πρόωρα. Στην περίπτωση του πνευματικού, μπορεί να πλησιάσεις «μόνος σου» το Θεό και να σωθείς˙ το πιθανότερο όμως είναι πως θα περιπλανηθείς σε άγνωστα μονοπάτια και μάλιστα ίσως –το χειρότερο– να νομίζεις ότι Τον βρήκες ή και ότι Εσύ είσαι ο κατάλληλος πνευματικός άλλων ή ακόμη και ότι, με κάποιο παράξενο τρόπο, είσαι ο Θεός ή ένας θεός. Κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος, όταν είναι μόνος˙ χρειάζεται τη συμβουλή έμπειρων, που δεν τον κολακεύουν. Και, για να τη ζητήσει, κάνει το πρώτο βήμα προς την ταπείνωση.

5. Η θεία Μετάληψη. Παρακαλώ το Θεό να οδηγήσει τα χέρια μου, για να μπορέσω, αν και ανάξιος, να γράψω αυτό που Εκείνος θέλει για το μέγα μυστήριο, το «φάρμακο της αθανασίας και αντίδοτο κατά του θανάτου» (όπως το ονομάζει ο μαθητής των αποστόλων άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος το 110 μ.Χ.). Η θεία Μετάληψη ή θεία Κοινωνία (=επικοινωνία) ή θεία Ευχαριστία είναι το κέντρο της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει χριστιανισμός. Η επίγεια Εκκλησία είναι οι χριστιανοί ενωμένοι γύρω από το κοινό Ποτήρι της θείας Μετάληψης.
Βλέποντας παραμορφωμένα την εκκλησιαστική ζωή, αντιμετωπίζουμε τη θεία Μετάληψη ως ένα προσωπικό μας γεγονός («πάω να μεταλάβω», χωρίς να νιώθω δεσμό με τους άλλους που μεταλαβαίνουν συγχρόνως) και μάλιστα ως εξαίρεση στην καθημερινότητά μας, ενώ στην πραγματικότητα σε κάθε λειτουργία θα έπρεπε να μεταλαβαίνουμε όλοι όσοι είμαστε στο ναό, εκτός φυσικά αν ο πνευματικός μας μάς έχει ζητήσει να απέχουμε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Αυτό θα σήμαινε ότι κάθε μέρα θα προσέχουμε να μην αμαρτάνουμε (να μην προσκολλόμαστε σε αγάπες που μας αποκόπτουν από το Θεό και τον αδελφό μας), όχι όμως κι ότι θα νηστεύουμε κάθε μέρα. Αν κοινωνούσαμε ταχτικά, θα αρκούσε να νηστεύουμε όταν είναι μέρες νηστείας, δηλαδή τις σαρακοστές, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές (με εξαιρέσεις) και τις άλλες νηστίσιμες εορτές, όπως η ημέρα του Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου, ή η επέτειος της αποτομής της κεφαλής του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 29 Αυγούστου (μήπως μιλάω σαν τη γιαγιά σας; μα η απλή σοφία της γιαγιάς έχει κάτι να δώσει στο μοντέρνο και παγκόσμια δικτυωμένο σύγχρονο κοσμοπολίτη –και πιθανόν πρώην χριστιανό– καταναλωτή).
Η θεία λειτουργία γίνεται αποκλειστικά και μόνο για να κοινωνήσουν οι παρευρισκόμενοι και λειτουργία ονομάζεται μόνο εκείνη η εκκλησιαστική τελετή, στην οποία τελείται η θεία Μετάληψη. Δεν είναι λειτουργία ο εσπερινός, ο γάμος, η βάφτιση, η κηδεία, το ευχέλαιο, οι Χαιρετισμοί κ.τ.λ. Όλα αυτά λέγονται «ακολουθίες». Λειτουργία λέγεται μία ακολουθία, αυτή που γίνεται κάθε Κυριακή και γιορτή και περιλαμβάνει τη θεία Μετάληψη. Υπάρχει και η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, που γίνεται τις καθημερινές της μεγάλης Σαρακοστής (πριν το Πάσχα), με θεία Μετάληψη που έχει καθαγιαστεί την προηγούμενη Κυριακή.
Αυτό που τρώμε, όταν μεταλαβαίνουμε, είναι το αληθινό Σώμα και το αληθινό Αίμα του Χριστού, και όχι απλό ψωμί και κρασί που «συμβολίζουν» μόνο το Σώμα και το Αίμα Του. Ο Ίδιος το λέει στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, 6, 48-59: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής… Ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι η σάρκα μου, την οποία θα δώσω υπέρ της ζωής του κόσμου. Αλήθεια σας λέω, αν δε φάτε τη σάρκα και δεν πιείτε το αίμα του Υιού του ανθρώπου, δεν έχετε ζωή μέσα σας. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου έχει ζωή αιώνια και εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα. Γιατί η σάρκα μου είναι στ’ αλήθεια τροφή και το αίμα μου στ’ αλήθεια ποτό. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου κι εγώ μέσα του…».
Φυσικά ο Ίδιος ο Ιησούς παρέδωσε τη θεία Μετάληψη στους ανθρώπους κατά το μυστικό δείπνο (που λέγεται «μυστικός», επειδή περιελάμβανε το «μυστήριο» της θείας Μετάληψης κι όχι επειδή… ήταν κρυμμένοι), όπως φαίνεται στα Ματθ. 26, 26-29, Μάρκ. 14, 22-24, Λουκ. 22, 17-20, και Α΄ προς Κορινθίους 11, 23-30.
Στην πρώτη Εκκλησία η θεία Μετάληψη λεγόταν «κλάσις του άρτου» (κόψιμο του ψωμιού) και γινόταν τουλάχιστον κάθε Κυριακή, δηλαδή τη «Μία των σαββάτων», ημέρα της ανάστασης του Χριστού (βλ. Πράξεις των αποστόλων, 20, 7).

Γιατί όμως μεταλαβαίνουμε; Πώς η θεία Μετάληψη μας βοηθάει να πλησιάσουμε το Θεό; Ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την απάντηση.
Ο άνθρωπος ενώνεται περισσότερο μ’ αυτό που τρώει παρά με οτιδήποτε άλλο. Τρώγοντας λοιπόν το Σώμα και πίνοντας το Αίμα του Χριστού, ενώνεται με Αυτόν. Γίνεται έτσι «μικρός Χριστός». Δε γίνεται βέβαια άγιος αυτόματα και μαγικά. Όμως η ένωση αυτή με το Θεό (δηλαδή με το Χριστό) ενισχύει τον άνθρωπο, για να μπορεί να αντέξει το μεγάλο μαρτύριο της αγάπης. Χωρίς τη θεία Μετάληψη, Κύριε, δε μπορώ να εκπληρώσω την εντολή Σου «αγαπάτε αλλήλους» και μάλιστα «αγαπάτε τους εχθρούς σας». Τους εχθρούς μου θέλω να τους μισώ. Άλλωστε, αν αγαπώ χωρίς όρια, οι περισσότεροι θα με εκμεταλλευτούν, θα με προδώσουν, θα με συντρίψουν! Και, γεμάτος πόνο, ή θα εξοντωθώ ή θα βάλω φρένο στην αγάπη μου και θα πάψω να προσπαθώ να τηρώ την εντολή Σου. Θ’ αγαπώ μόνο αυτούς που μ’ αγαπούν και τους άλλους απλά θα τους «συμπαθώ» μέσα σε περιορισμένα όρια. Έχω όμως το Σώμα και το Αίμα Σου, που με θωρακίζει και με κάνει ν’ αντέχω και να συνεχίζω μαζί Σου. Αν θέλω. Αν είμαι πωρωμένος και δε θέλω ν’ αγαπήσω, και κάθε μέρα να μεταλαβαίνω, θα είμαι (μη γένοιτο) μακριά Σου…
Αν και οι προεκτάσεις της θείας Μετάληψης είναι πάρα πολλές, ας αναφέρουμε μερικές όσο το δυνατόν απλούστερα.
Καθώς ο άνθρωπος μεταλαβαίνει, συμβαίνει μια πολλαπλή ένωσή του με όλο το υπόλοιπο σύμπαν. Στη θεία Μετάληψη θεωρούμε ότι συνοψίζεται και μεταμορφώνεται όλη η κτίση. Αποτελεί σύνοψη, πρώτον, ολόκληρου του υλικού κόσμου, που εκπροσωπείται μέσω των δύο βασικών τροφών –που εκφράζουν τη σχέση αυτού του κόσμου με τον άνθρωπο, γιατί αυτή η σχέση είναι η τροφή (ο άνθρωπος ζει επειδή τρώει, δηλαδή βάζει μέσα του τον κόσμο και ενώνεται μ’ αυτόν). Δεύτερον, όλης της ανθρωπότητας, με την υπερφυσική παρουσία του Χριστού, που δεν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά πρωτόπλαστος, νέος Αδάμ, γι’ αυτό στο πρόσωπό Του περιλαμβάνονται δυνάμει όλοι οι άνθρωποι, από την αρχή μέχρι το τέλος της ιστορίας. Τρίτον, όλης της Θεότητας, γιατί ο Χριστός, ως Θεός, είναι πάντα ενωμένος με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Τέταρτον, της σταύρωσης και της ανάστασης του Χριστού, γιατί το Σώμα Του κόπηκε και το Αίμα Του χύθηκε, καταργώντας τις θυσίες των παλιών θρησκειών και εγκαινιάζοντας το μόνο αληθινό τρόπο λατρείας, τη μόνη θυσία: την αυτοθυσία.
Έτσι, θεωρούμε ότι ο χριστιανός που μεταλαβαίνει επιτελεί την ύψιστη ένωση με όλη την ανθρωπότητα, με όλη τη δημιουργία και με το Θεό, αλλά και συμμετέχει με μυστικό τρόπο στη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Και φυσικά ενώνεται ιδιαίτερα με εκείνους που κοινωνούν την ίδια μέρα, γιατί όλοι κοινωνούμε από το «κοινό Ποτήριο». Επιπλέον, δείχνει ότι αποδέχεται τον υλικό κόσμο ως δημιούργημα του Θεού κι επομένως καλό. Όλες οι θρησκευτικές παραδόσεις μιλούν για σωτηρία, αλλά την περιορίζουν στο πνεύμα του ανθρώπου˙ εδώ η σωτηρία δεν επεκτείνεται μόνο στο σώμα του ανθρώπου, αλλά και σε ολόκληρο τον υλικό κόσμο, που μέσω του ανθρώπου καθαγιάζεται (γι’ αυτό και, καθώς ο άνθρωπος προοδεύει στη σχέση του με το Θεό, βιώνει όλο και πιο έντονα τις επισκέψεις της άκτιστης χάριτός Του κάθε φορά που μεταλαβαίνει).
Τέλος, επειδή η πρωταρχική απομάκρυνση του ανθρώπου απ’ το Θεό συμβολίζεται με τη βρώση του απαγορευμένου καρπού (από τον Αδάμ και την Εύα), η προσέγγισή μας με το Θεό γίνεται με μιαν άλλη βρώση –τροφή αντί τροφής.
Υπόψιν ότι κατά την αγία προσκομιδή, την ουσιαστική έναρξη της θείας λειτουργίας, ο ιερέας βγάζει από το πρόσφορο μερίδες για το Χριστό (τον «Αμνό» = αρνάκι), την Παναγία, τους αγγέλους, τους αγίους και κάθε ζωντανό και νεκρό, τα ονόματα των οποίων του έχουμε πάει (σε χαρτάκια) να μνημονεύσει. Όλα αυτά τοποθετούνται σ’ ένα μικρό δίσκο (το «δισκάριο») και στη συνέχεια μπαίνουν στο άγιο Ποτήριο και γίνονται η θεία Μετάληψη. Όταν λοιπόν έρθει η ώρα να μεταλάβεις, μέσα στο Ποτήρι –το κοινό Ποτήρι, το Ποτήρι της αγάπης που μας ενώνει– βρίσκεται σε μικρογραφία το πλήρες σύμπαν.
 Το σύμπαν σχηματισμένο με μερίδες ψωμιού πάνω στο δισκάκι της θείας Μετάληψης (από ένα -κατ' εμέ- πολύ σημαντικό άρθρο).

Ας σημειώσουμε τέλος ότι το πρόσφορο, το ψωμί της θείας Μετάληψης, είναι ένα, γιατί συμβολίζει την ενότητά μας, και στρογγυλό, γιατί συμβολίζει τον κόσμο. Όσο απομένει και δε γίνεται Σώμα Χριστού, καθώς και τα επιπλέον πρόσφορα, κόβεται και μοιράζεται σ’ εκείνους που δεν κοινωνούν «αντί Δώρου». Είναι το «αντίδωρο». Βέβαια εμείς παίρνουμε αντίδωρο ακόμη κι όταν κοινωνούμε, όμως ο αρχικός προορισμός του αντίδωρου ήταν για εκείνους που δεν κοινωνούσαν.



[*] Όπως π.χ. ο Τίτος, πρώτος επίσκοπος Κρήτης, ο Τιμόθεος, πρώτος επίσκοπος Εφέσου της Μ. Ασίας, οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς, ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, πρώτος επίσκοπος Αντιόχειας της Συρίας κ.ά. Από τους πρώτους επισκόπους ήταν, κατά τους αρχαίους χριστιανούς ιστορικούς, και ο γνωστός μας Λάζαρος, ο φίλος του Ιησού, που έγινε επίσκοπος Κύπρου (ο τάφος του υπάρχει στη Λάρνακα).

πηγή 

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

“Το νησί του Ανατόλιου” Μια ρωσική ταινία που αξίζει να δείτε


μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
  Έχω 35 χρόνια να πάω στον κινηματογράφο. Νέος πήγαινα συχνά. Περισσότερο θέατρο. Μια ημέρα επισκέφθηκα έναν φίλο αγιογράφο στις Καρυές του Αγίου Όρους και μου πρότεινε να μου δείξει μια ταινία στον υπολογιστή του. Προσποιήθηκα ότι βιάζομαι, για ν' αποφύγω. Στην επιμονή του υπέκυψα και δεν μετάνιωσα.
Ήταν μια ταινία του ρώσου σκηνοθέτη P. Lounguine, που δεν τον γνώριζα καθόλου, που με καθήλωσε στο άβολο κάθισμά μου κοντά στο δίωρο. Δεν είμαι τεχνοκριτικός. Θα καταθέσω ταπεινά την ευχάριστη έκπληξη της ωραίας εντυπώσεώς μου. Σ' ένα μικρό νησί του παγωμένου βορρά της Ρωσίας είναι ένα ορθόδοξο μοναστήρι με καμιά εικοσαριά μοναχούς και την τυπική καθημερινή ζωή του. Ξεχωρίζει η μορφή του μοναχού Ανατόλιου. Ζει έξω από το μοναστήρι, σε μια καρβουναποθήκη, κάπως ιδιόρρυθμα. Οι συμμοναστές του δεν φαίνεται να τον συμπαθούν ιδιαίτερα, παρότι εργάζεται κοπιαστικά και τους θερμαίνει με το κάρβουνο. Κάποιοι επισκέπτες όμως τον συμπαθούν και θεωρώ ότι βοηθούνται από την προσευχή του. Αυτό το τελευταίο ξενίζει τους άλλους μοναχούς, που θέλουν να πιστεύουν πως μόνο αυτοί γνωρίζουν να ερμηνεύουν τον τρόπο που επιχέεται η χάρη του Θεού στους ανθρώπους. Είναι τραγικό να υπηρετείς ισόβια το Θεό της αγάπης και να μην αγαπάς αληθινά.
Νομίζω πως ο σκηνοθέτης έχει συλλάβει καλά το βαθύ νόημα της Ορθοδοξίας, κάτι που σπάνια συναντάται, αν και είμαι ανενημέρωτος. Η αυτοδικαιωτική ηθική απομόνωση από την αγιότητα, που είναι πάντα ταπεινή και με πολλή αγάπη. Οι προϊστάμενοι του μοναστηριού έχουν πολλές γνώσεις, πολλά πράγματα και ο κόσμος τους τρέφει μεγάλη εκτίμηση, όμως τους λείπει η αληθινή ταπείνωση και η θυσιαστική αγάπη. Ο Ανατόλιος πλησιάζει τον Θεό γυμνός, δίχως προφυλάξεις, επιφυλάξεις, όρους και δοσοληψίες. Παρουσιάζεται ατόφιος, αυτός που είναι στην πραγματικότητα. Δίχως μάσκες, ψευτοευγένειες και χαζοκαλοσύνες. Ανυπόκριτα γνήσιος, αληθινός, μετανοημένος, με συναίσθηση της αμαρτωλότητάς τους. Ο Ανατόλιος είναι ακτήμων, ελεύθερος, ενάρετος. Κρύβει όμως την αρετή του με τη διά Χριστόν σαλότητα. Αδιαφορεί για την εκτίμηση των ανθρώπων, νοιάζεται πολύ για τη σωτηρία της ψυχής του και βοηθά τους άλλους από πραγματική αγάπη, δίχως να προσδοκά έπαινο, κέρδος, τιμή. Δεν γίνεται όμως μίζερος, παραπονιάρης και κακομοίρης. Δεν προκαλεί τον οίκτο. Η στάση του έχει μια υπέροχη σεμνότητα και γενναιότητα.
Μέσα στην απέραντη μοναξιά του ο Ανατόλιος αισθάνεται ζωντανή την παρουσία του Θεού στη ζωή του και ελπίζει ακράδαντα στη συγχώρεσή του για τα μεγάλα του ανομήματα. Βαδίζει κουρασμένος και ταλαιπωρημένος δίχως τα δεκανίκια της υποστήριξης και της ψευτοπαρηγοριάς. Έχει μια αρχοντιά η ταπείνωσή του κι ένα ηρωισμό η άσκησή του. Δεν ξεγελά κανένα και δεν ξεγελιέται. Ξέρει ποιος είναι, τι κάνει και γιατί το κάνει. Τον φωτίζει ο Θεός και γίνεται άφοβος κι ελπιδοφόρος.
Θα μπορούσε η Ορθοδοξία να εμπνεύσει την τέχνη. Δυστυχώς, αυτό δεν συμβαίνει. Υπάρχει μια δυσπιστία κι επιφύλαξη των καλλιτεχνών, των λογοτεχνών και των διανοούμενων στις πηγές της ορθόδοξης πίστης. Ο καταπληκτικός Ντοστογιέφσκι των ";αδελφών Καραμαζόφ";, ο υπέροχος Παπαδιαμάντης των ωραιότατων διηγημάτων, ο Ταρκόφσκι των ταινιών με νόημα και ουσία, ο Σολωμός των κατανυκτικών στίχων έχουν από τους Νεοέλληνες λησμονηθεί. Ο ρώσος σκηνοθέτης P. Lounguine διάβασε Γεροντικά και Συναξάρια και κατάλαβε καλά τι σημαίνει ορθόδοξη πνευματικότητα. Έτσι το "νησί του" μας διδάσκει ότι άνθρωπος δεν είναι μόνο όποιος τρώει και κοιμάται, κερδίζει και εξουσιάζει. Αληθινός άνθρωπος είναι όποιος γνωρίζει να υπομένει, ν' αγαπά κι ελπίζει. Ο Ανατόλιος είναι ένας τέτοιος άνθρωπος.
Η μεγάλη ή η μικρή οθόνη μάς παρουσιάζουν συνεχώς τον αγχωμένο υπεράνθρωπο, τον εξουσιαστή, τον εξυπνάκια, τον υποκριτή, τον ανερχόμενο πατώντας επί πτωμάτων ή τον παλιάνθρωπο που αισχρολογεί, ασχημονεί, υβρίζει, ψεύδεται, απατά και κολακεύει. Σπάνια η αγιότητα στον κόσμο και δεν παρουσιάζεται πια.

Ο Ανατόλιος δεν μπορεί πλέον να είναι ήρωας καμιάς ελληνικής ταινίας.

Δεν είναι ένας διά Χριστόν σαλός της αρχαίας αγιοτρόφου ορθόδοξης παράδοσης, αλλά ένας ενοχλητικός, άξεστος, βαρύς, θεοπάλαβος καλόγερος. Κι όμως η παράδοση κρυμμένη υπάρχει και στο Άγιον Όρος και αλλού.
Ευχαρίστησα τον καλό φίλο για την ευκαιρία που μου έδωσε να δω έστω κι έτσι την ωραία αυτή ταινία, που με γέμισε σκέψεις και μερικές θέλησα να μεταφέρω εδώ. Δεν ξέρω τι κατάφερα, πάντως αν σας δοθεί η ευκαιρία δείτε την ταινία αυτή και νομίζω δεν θα μετανιώσετε. Έχει κάτι να πει. Μη μείνουμε σε αυτές που δεν λένε τίποτε, μα τίποτε ...;

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Χωρούν δυο εγωισμοί να ταξιδέψουν ;



Χωρούν δυο εγωισμοί να ταξιδέψουν πλάι - πλάι στον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο;

Μου το έφερε εχθές ο ξάδερφός μου. Συνήθως είχε φωτογραφίες έγχρωμες, καλλιτεχνικές από παραλίες και καλντερίμια. «Για την ενίσχυση του Συλλόγου του Χωριού», μου είπε. «Εφέτος νομίζω πως εσένα ειδικά πολύ θα σ’ αρέσει». Δεν ξέρω αν το είπε επειδή ήξερε πόσα αντίστοιχα μυστήρια έχω παρακολουθήσει, ή για το ειδικό φιλολογικό ενδιαφέρον. Δεν τον ρώτησα, απέμεινα απλώς να ξεφυλλίζω τις σελίδες με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και τα συνοδευτικά δίστιχα πανομοιότυπα τοποθετημένα πάνω από την γνωστή αρίθμηση.



Έχει εξώφυλλο μια ξύλινη στεφανοθήκη με σταυρό το νέο ημερολόγιο του Συλλόγου και φιλοξενεί ανά μήνα κι από έναν γάμο χωριανών των μέσων του περασμένου αιώνα συνοδευμένο από τραγούδια που ειπώθηκαν ειδικά για κάθε ζευγάρι. Δεν έμεινα στα λαογραφικά στοιχεία, παρότι έχουν ενδιαφέρον, είτε αφορούν προξενιά, προίκα ή τελετουργίες και αντιλήψεις. Αστραπιαία σκέφτηκα πως τώρα η φασαρία κι η αδιαφορία κατά την τέλεση του μυστηρίου είναι μεγαλύτερες. Μόνο ο «τελετάρχης» ιερέας αναμένεται να προσευχηθεί κι ας μην ξέρει τους μνηστευόμενους, μάγος της φυλής αλλόγλωσσος που και αυτός όμως παραγκωνίστηκε από τον φωτογράφο και καμέραμαν. Μα και τότε η αμάθεια δεν βεβαίωνε πως τα πράγματα ήταν καλύτερα. Αφήστε που κανένα μυστήριο δεν έχει ουσιαστικά ισχύ αν δεν το ενεργοποιήσουμε με τη βιοτή μας. Κι αυτό είναι που με καίει κυρίως, το μετά την τελετή, όπου σχεδόν ποτέ τα πράγματα δεν ήταν όντως ανθόσπαρτα, ίσως παλιά μόνο πιο κουκουλωμένα ή συμβιβασμένα.



Παρατηρώντας τις φωτογραφίες, αναγνώρισα πρόσωπα που αλλαγμένα λόγω προσμείξεων DNA ταυτίζονται με παιδιά ή ρυτιδιασμένα με γέροντες σημερινούς, κάποιους που χήρεψαν πια, άλλους που κακόπεσαν ή καλογερνούν χέρι – χέρι. Οι όλο χαμόγελα φωτογραφίες και τα σχετικά δίστιχα αποτυπώνουν τις ελπίδες που θέριευε κι άλλοτε ο γάμος, όπως κάθε ξεκίνημα. Γνωρίζοντας από αφηγήσεις τρίτων το μετά, η θλίψη πέρασε σύννεφο στο ουρανό του μυαλού μου. Πόση δυστυχία για τους περισσότερους που ξεκινούσαν με τόση χαρά... Μπορεί να μη χώριζαν τότε στην κλειστή κοινωνία μα το μαρτύριο υπήρχε. Κι οι άλλοι πώς τα κατάφεραν; Εγώ τι κάνω αντίστοιχα;

Θύμωσα σκεπτόμενη πώς η τόση δυστυχία δεν βοήθησε στην εξέλιξη του είδους μας, αντίθετα μας άφησε ανέγγιχτους στην καθήλωση στο ανούσιο. Παραινέσεις που επαναλαμβάνονταν σαν ηχώ μέσα στα χρόνια: «Ο έρωτας περνά απ’ το στομάχι, πρέπει να του μαγειρεύεις καλά και να προσέχεις πολύ το σπίτι». Μα οικιακή βοηθό ή μαγείρισσα θέλει ο άλλος; «Είδες η ξαδερφή σου που πήρε τόσο καλό παιδί; Ξέρω τους γονείς του κι είναι γιατρός…» Δηλαδή δεν είναι άνθρωπος;


Πολύ θα ’θελα να ‘χα μάθει κάτι περισσότερο από το να έχω αόριστα «κορόνα στο κεφάλι μου τον άντρα μου και την πεθερά μου στα ώπα ώπα». Πόσο πιο ωφελημένη θα ‘μουν αν κάποιος μου έλεγε πως χρειάζονται όρια στις σχέσεις και με τους τέσσερεις γονείς, όρια όχι απομάκρυνσης μα αγάπης. Πως η σχέση δεν είναι κατάσταση αλλά διαρκής κατάκτηση, αφού κανείς δεν είναι δεδομένος… Ή μήπως έπρεπε να πάθω για να μάθω;



Αυτοί εδώ που στολίζουν τον Ιούνη, και σήμερα ευτυχούν. Πώς τα κατάφεραν; Σίγουρα όχι επειδή τους έριξαν ρύζι και ρίζωσαν, ούτε διότι η γυναίκα πάτησε πόδι κόβοντας του κυρίου τον βήχα εφάπαξ… Δεν αρκούσε εκείνος να μην την δει με το νυφικό πριν το γάμο, όχι δεν ήταν το έτερο ήμισυ ο ένας του άλλου, μοναδικοί στον πλανήτη που ευτυχώς συναντήθηκαν. Με όποιον κι αν βρεθούμε αν το παλέψουμε και δη εν Χριστώ, η σχέση κυλά. Όχι μόνο επειδή είμαστε δυο «καλά παιδιά», ούτε γιατί ερωτευτήκαμε παράφορα.



Φυλλομετρώντας το χθες, αντίκρισα κρυστάλλινο το σήμερα, αφού η αμαρτία και η αρετή είναι κοινή σε όλες τις εποχές. Η κάθε μορφής καταπίεση των γονιών που απ’ το μεταξύ τους πέρασε στον κανακάρη ή τη μοσχαναθρεμμένη θυγατέρα δεν μας εξέλιξε μα ούτε νουθετεί. Κάποιοι, καμένοι ή παρασυρμένοι από το πνεύμα των καιρών, πάντως σίγουρα μη συνειδητοποιημένοι, μηδενίζουν. Δεν ισχύει ούτε πως «ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα» ούτε το «ο παντρεμένος ζει κορόιδο στο κλουβί». «Τα χρόνια μας τα λεύτερα στο γάμο εκάνανε φτερά»; Τουναντίον…

Καταρχάς, ο έρωτας μόνος του αυτοκαταστρέφεται αν δεν αλλοιώνεται σταδιακά σε αγάπη, αν οι γωνίες μας δεν λειαίνονται με τη συμβίωση κι ο καθένας μένει πεισματικά στο θέλημά του. Έπειτα, κάθε περίπτωση όπως και καθένας μας είναι διαφορετική. Άρα μαζικές βελτιώσεις και πανάκειες δεν υφίστανται. Καθένας μοναχός του πορεύεται κι όσο ο ίδιος αλλοιώνεται στην πορεία προς το ομολογημένο ή μη Κέντρο, τόσο πλησιάζει τον άλλο συνοδοιπόρο. Τι κρίμα που παλεύουμε μια ζωή μόνο τον άλλον ν’ αλλάξουμε...



Έπειτα, πόσο επαναπαυόμαστε… Κωφεύουμε στις έμμεσες καμπάνες κινδύνου που κρούει ο άλλος και εθελοτυφλούμε στην ευθύνη μας… Μόνο τ’ αρνητικά του αναγνωρίζουμε συνήθως εμείς οι αυτοδικαιωμένοι… Κι όμως μπορούσαμε, από εμάς εξαρτιόταν…
Αυτό με ανησυχεί, η διαχείριση της ελευθερίας μας... Οι φίλες που μια ωραία πρωία ξύπνησαν κι ο άντρας τους πήγε για τσιγάρα στο περίπτερο ανεπιστρεπτί. Κανείς τους δεν ήταν κακός. Απλώς ο ένας ένιωσε πρώτος το τέλμα. Η ευθύνη συχνά βαραίνει αυτόν που μένει πίσω κι ας προσπαθεί μανιωδώς να την αποποιηθεί εξ ολοκλήρου. Η απογοήτευση δεν χωρά ηθικολογίες ούτε λογική. Μια γυναίκα που πρώτη παραιτήθηκε από μια σχέση περιοριζόμενη στο ρόλο της καθαρίστριας ή της μάνας, ή ένας άντρας γερασμένος πρόωρα από την ασταμάτητη μετακίνηση απ’ τη δουλειά στην αραχτή θέση απέναντι στην τηλεόραση δεν είναι οι ηθικοί αυτουργοί;


Ελπίδα υπάρχει κι είναι η μετάνοια ως τρόπος ζωής, η αναζήτηση της προσωπικής ευθύνης, η λεβεντιά μπροστά στις δυσκολίες και την ελευθερία μας, η ευχαριστία και παράκληση σ’ Εκείνον που ευλόγησε πρώτα εκείνο το ζευγάρι στην Κανά…

Ε.Κ.


πηγή

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Η συνάντηση με ένα αληθινό ασκητή και η συνομιλία μαζί του


Τού Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

ΣΤΗΝ εποχή μας οι άνθρωποι αρέσκονται νά ακούν καί νά διαβάζουν ασκητικές ιστορίες, παλαιές καί νεώτερες, καί μέ ιδιαίτερη ευχαρίστηση νά τίς διηγούνται καί αυτοί σέ άλλους αδελφούς, προκειμένου νά ωφεληθούν πνευματικά κι εκείνοι. Αυτή τή δίψα τών ανθρώπων κανένας δέν μπορεί νά καταργήσει. Μάλιστα θά έλεγα ότι όσοι γράφουν καί μιλούν πρέπει νά προσφέρουν τή στέρεη τροφή τού ασκητικού βιώματος.

Υπάρχει όμως ένα λεπτό σημείο, τό οποίο πρέπει νά προσέξουμε, γιατί διαφορετικά θά αδειάζουμε τό γάλα σέ δοχείο, πού δέν έχει πυθμένα! Δηλαδή, η διδασκαλία μας θά είναι μιά ματαιοπονία…Ποιό είναι λοιπόν αυτό τό σημείο; Έχω διαπιστώσει ότι πολλοί κήρυκες καί πολλοί ακροατές, ενώ αρέσκονται στήν ασκητική διδαχή, δέν έχουν τήν καρδιά τους ασκητική. Τούς αρέσει νά μιλούν καί νά ακούν γιά τούς μεγάλους αββάδες τού Γεροντικού, αλλά καί γιά τούς σύγχρονους γέροντες, χωρίς όμως νά είναι αποφασισμένοι νά ελευθερωθούν από τό κοσμικό φρόνημα, τό οποίο τούς οδηγεί σέ μιά ζωή συμβιβασμένη μέ τήν αμαρτία. Μπορεί νά μή είναι μοιχοί, κλέφτες καί άδικοι, δέν είναι όμως άνθρωποι μετάνοιας, προσευχής, αγάπης, ελεημοσύνης, πράοι, αρνητές τού συμφέροντος, ταπεινοί, αθόρυβοι, εργάτες τού καλού κ.λπ. Είναι περιχαρακωμένοι σέ μιά ηθική ζωή, χωρίς αγώνα κατά τών παθών καί χωρίς ιδιαίτερη έγνοια γιά τήν απόκτηση τών αρετών, παρόλο πού τούς ευχαριστεί νά ακούν καί νά μελετούν γιά τήν κλίμακα τών αρετών.

Αυτό πού επισημαίνω εδώ πρέπει νά τό λένε συνεχώς στούς καλοπροαίρετους ανθρώπους οι πνευματικοί πατέρες, γιά νά γίνει κατανοητό ότι πνευματική ζωή δίχως ασκητική πρακτική, δέν νοείται. Όπως καί οι ασκητικές διηγήσεις, δίχως αποφασιστικότητα, δέν ωφελούν, απλώς ηχούν ευχάριστα στά ώτα τών ραθύμων. Ηαναφορά στά πνευματικά κατορθώματα ενάρετων ανθρώπων δημιουργεί στούς χριστιανούς τήν ψευδαίσθηση ότι δέν είναι ώσπερ οι λοιποί τών ανθρώπων, ενώ στήν πραγματικότητα μόνο οι ενάρετοι διαφέρουν, ενώ οι θαυμαστές τους είναι όπως τό πλήθος τών ανθρώπων, πού δέν έχει σχέση μέ τήν Εκκλησία. Αυτή είναι η πραγματικότητα, τήν οποία πρέπει νά αλλάξουν οι ποιμένες καί οι διδάσκαλοι. Πάντα υπό μία προϋπόθεση: Οι ίδιοι νά έχουν ξεπεράσει τίς αδυναμίες τών λαϊκών καί νά έχουν απελευθερωθεί από τό κοσμικό φρόνημα. Δέν είναι εύκολο αυτό πού λέω, γιατί πολλοί κληρικοί δέν υποψιάζονται κάν τήν αιχμαλωσία τους στό κοσμικό φρόνημα. Καί αυτό τό βλέπει κανείς εύκολα στό πρόσωπό τους, στή συμπεριφορά τους, στήν εμφάνισή τους καί προπαντός στά περί ασκητών πληθωρικά τους λόγια. Είναι σύγχρονοι άνθρωποι, ενημερωμένοι γιά όλα τά κοσμικά θέματα, μέ γνώσεις άχρηστες γιά ένα λειτουργό τού Υψίστου καί μέ έντονα τά τρία φοβερά πάθη, δηλαδή τή φιλοχρηματία, τή φιληδονία καί τήν φιλοδοξία.

Η συνάντηση μέ ένα αληθινό ασκητή καί η συνομιλία μαζί του είναι πολλαπλώς ωφέλιμη. Δέν αναφέρεται σέ ασκητικά παλαίσματα καί θαύματα πού εντυπωσιάζουν. Μιλάει απλά, προσπαθεί νά δώσει λύσεις στά συγκεκριμένα προβλήματά σου, δέν αδιαφορεί γιά τίς δυσκολίες σου καί είναι μετριοπαθής στά λόγια του. Είναι στοργικός πατέρας, ο γνήσιος αδελφός, ο άνθρωπος τού Θεού πού σέ θέλει κοντά του όχι γιά νά σέ καταπονήσει μέ τή διδασκαλία του, ούτε γιά νά σέ κάνει δικό του καί νά εκμεταλλευτεί τήν ευσέβειά σου, αλλά γιά νά σού δώσει αυτό πού έχει αποκτήσει μετά από πολλούς αγώνες, αλλά καί νά πάρει από σένα αυτά πού αγνοεί, γιά νά γίνει πνευματικός σου συνοδοιπόρος.

Πολύ μεγάλη, λοιπόν, η διαφορά ανάμεσα στούς κοσμικούς κληρικούς καί στούς απόκοσμους ασκητές. Οι πρώτοι προσφέρουν μέ ευκολία ξένα δώρα, ενώ οι δεύτεροι δίνουν από τόν εαυτό τους τόν πολύτιμο θησαυρό, χωρίς θόρυβο, χωρίς πολλά λόγια καί χωρίς διάθεση προβολής.

Μακάρι κάποτε οι κληρικοί νά γίνουν άνθρωποι τού ασκητικού φρονήματος, εγκαταλείποντας τίς συνήθειες τού κόσμου. Τά αποτελέσματα τότε τού πνευματικού τους έργου θά είναι ουσιαστικά, σταθερά καί σωτηριώδη γιά τούς χριστιανούς, οι οποίοι δυστυχώς πολλές φορές έχουν σκανδαλιστεί από τούς κοσμικούς καί απρόσεκτους κληρικούς.



πηγή