.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία η Μητέρα του Θεού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία η Μητέρα του Θεού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

“Η Παναγία σ’ όλα στάθηκε τύπος και υπογραμμός για τις καλές γυναίκες…

 Φώτης Κόντογλου
Ένα κείμενο που μίλησε στην ψυχή μου, ως γυναίκα και μάνα… καταπληκτικός, όπως πάντα, ο Φώτης Κόντογλου, γράφει:
“Η Παναγία σ΄ όλα στάθηκε τύπος και υπογραμμός για τις καλές γυναίκες, στη φρονιμάδα, στην ταπείνωση, στην υπομονή, στην αγιότητα, στην αφοσίωση και στη νοικοκυροσύνη….”.
Πόσο συγκινητικό είναι να βλέπει κανένας την Παναγία να ετοιμάζει με τα άχραντα χέρια της το σπίτι της, το κλινάρι της, τις λαμπάδες, το θυμιατήρι με το λιβάνι, και ότι άλλο χρειαζότανε για την κηδεία της.

Από μικρό κορίτσι αγαπούσε την εργασία και ολοένα δούλευε, πότε γνέθοντας, όπως στον Ευαγγελισμό που τη βρήκε ο Αρχάγγελος με τη ρόκα στο χέρι, πότε ράβοντας η ίδια τα φορέματα της, ως «ιμάτια αυτόρραφα αγαπώσα», κι υστερώτερα, σαν γεννήθηκε ο Χριστός, υφαίνοντάς του τον «άρραφον» εκείνον χιτώνα που του τον βγάλανε την ώρα που τον σταυρώσανε, και που ήταν τόσο έμορφος, ώστε κι οι στρατιώτες δεν θελήσανε να τον σχίσουνε, όπως κάνανε για τα άλλα ρούχα, αλλά είπανε να βάλουνε κλήρο σε όποιον λάχει, όπως γράφει ο ίδιος ο Ιωάννης, ο ψυχογιός της.
Και στα γεράματα της δεν ξεκουράσθηκε, αλλά η ίδια έκανε τις δουλειές του σπιτιού, έραβε, μαγείρευε, περιποιότανε τον καινούργιο γυιό της τον Ιωάννην, κι ως την τελευταία ώρα της ζωής της, με τα χέρια εκείνα τα αγιασμένα που σπαργάνωσε τον Χριστό, ετοίμασε το κρεββάτι της, κι όλα τα της ταφής της..
Σ΄ όλα στάθηκε τύπος και υπογραμμός για τις καλές γυναίκες, στη φρονιμάδα, στην ταπείνωση, στην υπομονή, στην αγιότητα, στην αφοσίωση και στη νοικοκυροσύνη. Νοικοκυρούλα δώδεκα χρονών, τότε που αφιερώθηκε στο Ναό, νοικοκυρά και στα γεράματά της, που κόντευε η ώρα να φύγει από τον κόσμο!.
Δεν κλαίτε, εσείς που αφήνετε τα σπίτια σας, κοπέλλες ανύπαντρες, είτε μητέρες, και γυρίζετε στις διασκεδάσεις, δεν δακρύζετε που βλέπετε την Παναγία να είναι αφοσιωμένη στο σπίτι της και να υπηρετεί τον εαυτό της και τους δικούς της, η Παναγία που την υπηρετούσανε οι Άγγελοι ! Και που σας δείχνει τον εαυτό της για παράδειγμα σε όλα, ώστε να κάνετε ευτυχισμένο το σπίτι σας και τους δικούς σας, με τη μοσχοβολιά της νοικοκυροσύνης!.
Την Παναγία είχανε πάντα για παράδειγμα οι γυναίκες της Ελλάδας, και με τη φρονιμάδα τους ανακουφίζανε τον άνδρα τους, παρηγορούσανε τις πίκρες του, κάνανε παιδιά καλά, υπομονεύανε στις δυστυχίες, οικονομούσανε το σπίτι τους, ενώ τώρα, με τον κακό δρόμο που πήρανε πολλές απ΄ αυτές, για να γίνουνε «πολιτισμένες», το σπίτι έχασε τη ζέστη του, σαν την φωλιά που την παράτησε το πουλί, ο άνδρας έγινε αδιάφορος, τα παιδιά πήρανε κακή ανατροφή, η ζωή έγινε βαρετή, κι όλα πάνε κατά γκρεμνού..
Εφημέριος 15/08/1964, αρ. φύλλου 16
απόσπασμα από το άρθρο:
“Η Άχραντος Κοίμησις της Παναγίας”
– ολόκληρο το κείμενο εδώ: περιοδικό Ένδον
πηγή

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Τα εισόδια της Θεοτόκου και το αδύνατον της "Χειροτονίας -Ιεροσύνης των Γυναικών"


Πρωτοπρεσβ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Πειραιώς

Η είσοδος της Κυρίας Θεοτόκου στό νομικό ναό προξενεί στούς Ορθοδόξους Χριστιανούς εορτή θαυμασία καί παγκόσμια, επειδή αυτή έγινε μέ παράδοξο τρόπο καί είναι ένα προοίμιο του μεγίστου καί φρικτού μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, τό οποίο διά μέσου της Θεοτόκου επρόκειτο νά γίνει στόν κόσμο. Έλαβε δέ τήν αφορμή η εορτή των Εισοδίων από τήν εξής υπόθεση. Η παναοίδιμος αγία Άννα, επειδή όλη σχεδόν τή ζωή της πέρασε στείρα, χωρίς νά γεννήσει παιδί, παρακαλούσε τόν Δεσπότη της φύσεως μαζί μέ τόν άνδρα της, τόν άγιο Ιωακείμ, νά χαρίσει σ’αυτούς παιδί καί, αν επιτύγχαναν του ποθουμένου, ευθύς θά αφιέρωναν στόν Θεό τό παιδί, πού θά γεννούσαν. Καί, λοιπόν, γέννησε η αγία Άννα παραδόξως, εξ επαγγελίας καί μετά σπέρματος ανδρός, αυτήν πού έγινε πρόξενος της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων, τήν καταλλαγή καί συμφιλίωση του Θεού μέ τούς ανθρώπους, τήν αιτία της αναπλάσεως, της εγέρσεως καί της θεώσεως του πεσόντος Αδάμ, δηλ. αυτή τήν Υπεραγία καί Δέσποινα Θεοτόκο Μαρία. Γι’αυτό, όταν αυτή έγινε τριών χρονών, τήν πήραν οι γονείς της καί, αφού συγκέντρωσαν τίς παρθένες της γειτονιάς, οι οποίες λαμπαδοφορώντας συνόδευαν τήν Παρθένο, τήν προσέφεραν κατά τήν σημερινή ημέρα στό ναό. Καί, εκπληρώνοντας τίς υποσχέσεις τους, αφιέρωσαν τήν κόρη τους στόν Θεό, πού τούς τήν χάρισε. Γι’αυτό τήν παραδίδουν στούς ιερείς καί μάλιστα στόν τότε αρχιερέα προφήτη Ζαχαρία, τόν πατέρα του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος άρχισε νά εγκωμιάζει τόσο τήν Παρθένο όσο καί τούς γονείς της, τόν Ιωακείμ καί τήν Άννα, η οποία, απευθυνομένη στόν προφήτη Ζαχαρία, του είπε˙ «Δέξου, Αρχιερεύ, τήν κόρη μου, μάλλον τήν κόρη του Θεού. Δέξου τήν καθαρά καί αμόλυντη καί υψηλοτέρα του ουρανού. Βάλ’την στό Ναό, επειδή αυτού πρέπει νά κατοικεί. Ναός Θεού είναι, σέ Ναό της ταιριάζει νά κατοικεί. Αγία είναι, σέ καθαρό τόπο βάλ’την. Στά χέρια του Θεού παράδωσέ την. Σέ τόπο άγιο πρόσθεσέ την, γιά ν’αγιάσει. Πάρε, Ζαχαρία, τήν κόρη μου καί αφιέρωσέ την στό Ναό, γιατί έτσι τάξαμε». Σάν άκουσε ο Ζαχαρίας ότι τήν είχαν ταμμένη στόν Θεό, τήν πήρε νά τήν πάει στό Βήμα. Εκεί μέσα ήταν η στάμνος του Μωϋσέως, πού κάποτε είχε τό μάννα, η ράβδος του Ααρών, τό χρυσό θυμιατήριο, οι πλάκες, πού ήταν γραμμένος ο νόμος. Μόλις μπήκε η Παναγία, έπεσαν όλα καί τήν προσκύνησαν. Αφού, λοιπόν, ο Ζαχαρίας τήν παρέλαβε, τήν έβαλε στό ενδότατο του ναού, όπου έμπαινε μόνος του ο αρχιερεύς μία φορά τόν χρόνο. Καί αυτό τό έκανε κατά βούλησιν Θεού, ο οποίος επρόκειτο σέ λίγο νά γεννηθεί από αυτή, γιά τήν διόρθωση καί σωτηρία του κόσμου.
Μερικοί υποστήριξαν λανθασμένως ότι στό ναό υπήρχε χωρισμένος τόπος, όπου έμεναν μόνο οι παρθένες, καί μαζί μ’αυτές έμενε καί η Θεοτόκος. Οι μέν άλλες παρθένες έβγαιναν μετά τήν απόλυση καί πήγαιναν στά σπίτια τους, μόνο δέ η Θεοτόκος προσκαρτερούσε στό ναό. Η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη, διότι η Θεοτόκος εισήλθε όχι στόν οίκο των παρθένων, αλλά σ’αυτά τά άγια των αγίων καί εκεί έμεινε τρεφομένη από τόν άγγελο. Καί αν αυτό φαίνεται άτοπο, τό νά εισέλθει δηλ. γυναίκα στό ενδότατο του ναού, αυτό τό φαινομενικά άτοπο τό διόρθωσε ο Ζαχαρίας, λέγοντας στό λαό ότι ο Θεός δείχνει στό Λογείο, πού ήταν κρεμασμένο μπροστά του, ότι θέλει νά μπει η Παρθένος μέσα σ’αυτά τά άγια των αγίων καί έτσι έπεισε τόν λαό νά δεχθεί νά βάλει τήν Παρθένο εκεί. Αφού, όμως, η Κυρία Θεοτόκος γέννησε τόν Κύριο, ο Ζαχαρίας τήν συναρίθμησε μέ τίς παρθένες, πού προσκαρτερούσαν στό ναό, επειδή ήταν Παρθένος καί μετά τόκον, γι’αυτό καί φονεύθηκε.
Εκεί, λοιπόν, η Παρθένος διέμεινε δώδεκα χρόνια, τρεφομένη μέν ξενοπρεπώς από τόν Αρχάγγελο Γαβριήλ μέ ουράνια τροφή, αξιουμένη δέ της εμφανείας του Θεού καί της ομιλίας μέ τούς Αγγέλους, έως ότου πλησίασε ο καιρός του θείου Ευαγγελισμού καί των ουρανίων καί υπερφυσικών εκείνων μηνυμάτων, τά οποία εμήνυαν ότι ο Θεός ευδόκησε νά σαρκωθεί απ’αυτή φιλανθρώπως, γιά ν’αναπλάσει τόν κόσμο, πού είχε φθαρεί από τήν αμαρτία. Τότε η Θεοτόκος, αφού εξήλθε από τά άγια των αγίων, παραδόθηκε στόν μνήστορα άγιο Ιωσήφ, γιά νά υπάρξει εκείνος φύλακας καί μάρτυς της παρθενίας της καί γιά νά υπηρετήσει καί στόν άσπορο τόκο της καί στή φυγή στήν Αίγυπτο καί στήν επάνοδο στή γη του Ισραήλ[1].
Θα θέλαμε να κάνουμε ένα μικρό σχόλιο σχετικά με αυτή την ξενοπρεπή, ουράνια τροφή της Θεοτόκου από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ. Στην περίπτωση αυτή έχουμε πρακτική εφαρμογή του λόγου του Κυρίου : «ουκ επ’άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ εν παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού»[2], δηλ. ο άνθρωπος δεν θα ζει με άρτο μόνο, αλλά και με κάθε λόγο, που βγαίνει από το στόμα του Θεού. Εδώ διαφαίνεται η σχέση σωματικής και πνευματικής τροφής. Και οι δύο είναι απαραίτητες και αναγκαίες, για να τραφεί το σώμα και η ψυχή. Την ανωτερότητα, όμως, και την υπεροχή στην ιεράρχηση κατέχει η πνευματική τροφή. Όταν δε ο Θεός πει, ο άνθρωπος ζει και χωρίς σωματική τροφή, όπως αυτό συνέβη και συμβαίνει στη ζωή αγίων ασκητών. Αυτό θα μπορούσε να είναι και μία απάντηση, μία λύση διεξόδου, μπροστά στην παγκόσμια οικονομική κρίση, που μαστίζει τον κόσμο, η οποία ουσιαστικά είναι κρίση βαθύτατα πνευματική και ηθική, που εδράζεται στην απιστία, την αθεΐα, την αποστασία από το θέλημα του Αγίου Τριαδικού Θεού και την αμετανοησία, μέσα στα πλαίσια της οποίας πάρα πολλοί συνάνθρωποί μας στερούνται ακόμη και τα προς το ζην και της σωματικής τροφής. Ότι δηλ. οφείλουμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας και την φροντίδα μας περισσότερο στην πνευματική τροφή της ψυχής. Αν κάποιος είναι τακτοποιημένος κατά το δυνατόν ως προς τα πνευματικά με την ακρόαση, μελέτη και εφαρμογή του θείου λόγου, του θείου θελήματος, με μυστηριακή ζωή δηλ. με συχνή και αδιάλειπτη προσευχή, μετάνοια, εξομολόγηση, εκκλησιασμό και θεία Κοινωνία, τότε δεν έχει να φοβάται σε τίποτε την έλλειψη της σωματικής τροφής. Γιατί η έλλειψη της πνευματικής τροφής, ο πνευματικός λιμός είναι ασυγκρίτως χειρότερος από την έλλειψη της σωματικής τροφής, του σωματικού λιμού. Και ο ίδιος ο Κύριος λέει : «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι. Φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη»[3]. Δηλ.  μη φοβηθείτε από τους διώκτες, οι οποίοι θανατώνουν το σώμα, δεν έχουν όμως την δύναμη να θανατώσουν την ψυχή. Αλλά, να φοβηθείτε περισσότερο τον Θεό, ο οποίος μπορεί να καταδικάσει στην απώλεια της κολάσεως και την ψυχή και το σώμα. Αλλά και στην περίπτωση του σωματικού λιμού, της ελλείψεως της σωματικής τροφής, και πάλι ο Χριστός έχει δώσει την λύση στο ερώτημα-απορία πώς θα τρεφόμαστε με θαυματουργικές επεμβάσεις. Στην Π.Δ. έδωσε το μάννα στον Ισραηλιτικό λαό στην Αίγυπτο. Στον προφήτη Ηλία έστειλε το κοράκι, που του μετέφερε κρέας. Στα εισόδια της Θεοτόκου έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, ο οποίος έτρεφε την Παναγία με ουράνια τροφή. Αλλά και στην Κ.Δ. ο ίδιος Χριστός επετέλεσε το θαύμα πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων. Τα πάντα μπορεί να καταφέρει ο Θεός, φτάνει εμείς να καταφάσκουμε συνεχώς, να συνεργαζόμαστε, να έχουμε απόλυτη πίστη στην θεία πρόνοιά Του.
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρεται στήν Παναγία ως ησυχάστρια, στηριζόμενος στόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, σύμφωνα μέ τόν οποίο όλα τά δώδεκα χρόνια, πού πέρασε η Παναγία μέσα στό ναό, από τά Εισόδια μέχρι τόν Ευαγγελισμό, έζησε ησυχαστική καί ασκητική ζωή, ως η πρώτη ησυχάστρια καί ασκήτρια. Ήταν τόσο πολύ αφιερωμένη στό έργο της προσευχής, ώστε βαθούλωσαν τά μάρμαρα του ναού από τίς πολλές γονυκλισίες, πού έκανε.
Επίσης, κατά τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, η Θεοτόκος, βρισκομένη δώδεκα χρόνια στά άγια των αγίων, άκουγε τίς θείες Γραφές, δηλ. τήν Π.Δ., πού διαβάζονταν στό ναό κατά τίς ακολουθίες καί από εκείνες έμαθε τήν παράβαση καί τό ολίσθημα των Προπατόρων καί τίς προφητείες περί του εαυτού της καί του Υιού της[4].
Όπως όλες οι Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές έχουν αντίκτυπο και προσφέρουν πολλά διδάγματα εις πνευματικήν ωφέλειαν ημών των Χριστιανών, έτσι και η Θεομητορική εορτή των Εισοδίων. Οι άγιοι Πατέρες κάνουν λόγο για τρία είδη εισόδου του ανθρώπου. Το πρώτο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στην επίγεια ζωή με την φυσική, βιολογική του γέννηση. Αυτή η είσοδος λέγεται νυκτερινή είσοδος, διότι ο άνθρωπος γεννιέται μέσα στην αμαρτία. Ο προφητάναξ Δαβίδ, αναφερόμενος σ’αυτή τη είσοδο, λέει χαρακτηριστικά στον Ν΄ (50ό) ψαλμό: «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου». Το δεύτερο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την πνευματική ζωή με την διά του αγίου Βαπτίσματος γέννηση. Η είσοδος αυτή λέγεται φώτισμα. Τέλος, το τρίτο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στα πραγματικά Άγια των Αγίων, δηλ. στην επουράνιο και αιώνιο Βασιλεία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού διά της αξίας μεταλήψεως του Τιμίου Σώματος και Αίματος του Χριστού, με την οποία λαμβάνει την πρόγευση και τον αρραβώνα της Βασιλείας, και διά της καθολικής Αναστάσεως στη Β΄ Παρουσία, με την οποία μετέχει στους γάμους της Βασιλείας.  
Η είσοδος της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων είναι όντως ένα καινοφανές και μη επαναλαμβανόμενο γεγονός στην ιστορία. Καινοφανές μεν γιατί πρώτη φορά επετράπη σε γυναίκα να εισέλθει στα Άγια των Αγίων, μη επαναλαμβανόμενο δε διότι δεν επετράπη έκτοτε να εισέρχεται γυναίκα στο Άγιο Βήμα, το Ιερό. Η απαγόρευση αυτή μάλιστα έχει πάρει άκαμπτο συνοδικό χαρακτήρα με ιεροκανονική επικύρωση.
Στην ακολουθία των Χαιρετισμών των Εισοδίων της Θεοτόκου στον οίκο, που αρχίζει με το γράμμα «Μ», ο ιερός υμνογράφος αναφέρει : «Μη τολμήση γυνή τις, εισελθείν εν Αγίω Βήματι, όπου μόνη εισήλθε, η Αγία εν ταις γυναιξίν, εις τα των Αγίων Άγια, ου μόνος ο Αρχιερεύς εισήρχετο, του ενιαυτού άπαξ». Επίσης, στον οίκο με το γράμμα «Ψ», λέει : «Χαίρε, μόνη η αξία εν τω Βήματι εισελθείν˙ χαίρε, σοι γαρ μόνη έξεστιν εν τω Ιερώ οικείν».
Ο 69ος Ιερός Κανόνας της ΣΤ΄ Οικουμενικής  Συνόδου ορίζει: «Μη εξέστω τινί των απάντων εν λαϊκοίς τελούντι, ένδον του ιερού εισιέναι θυσιαστηρίου». Το άγιον Βήμα είναι αφιερωμένο στους ιερωμένους. Γι’αυτό ο παρών Κανών εμποδίζει την είσοδο σ’αυτό των λαϊκών. Και σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης : «Γι’αυτό ας παρακινηθούν οι ιερείς και πνευματικοί να αποκόψουν την παράνομη συνήθεια, που επικρατεί σε πολλούς τόπους, το να εισέρχονται λαϊκοί μέσα στο άγιο βήμα, η οποία (συνήθεια), μη διακρίνοντας ιερείς από λαϊκούς, κάνει να πίπτουν οι λαϊκοί στην ποινή του βασιλέως Άχαζ, ο οποίος, λαϊκός όντας, τόλμησε να επιχειρήσει τα έργα των ιερωμένων. Κατά κάποιον τρόπο κι αυτοί, εισερχόμενοι στον διορισμένο τόπο των ιερέων, οικειοποιούνται τα των ιερέων»[5].
Το γεγονός αυτό της εισόδου της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων το εκμεταλλεύονται δυστυχώς οι προοδευτικοί, εκσυγχρονιστές, ανανεωτές, οικουμενιστές κληρικοί και θεολογοι και ομιλούν και ενθέρμως υποστηρίζουν ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία θα πρέπει να σπάσει να ανωτέρω στεγανά και να επιτρέψει την χειροτονία και την μυστηριακή ιερωσύνη των γυναικών, διακηρύσσοντας μάλιστα μέσω συνεδρίων ότι δήθεν η ορθόδοξος παράδοση δεν έχει ισχυρά επιχειρήματα εναντίον της χειροτονίας των γυναικών. 
Η ιερωσύνη, όμως, όπως είναι γνωστό, πηγάζει από τόν Ίδιο τόν Ιησού Χριστό, δηλαδή τό αρχιερατικό Του αξίωμα, γι’αυτό καί ο Ίδιος αποκαλείται ο Μέγας Αρχιερεύς. Η ιερωσύνη του Χριστού προτυπώθηκε στήν Παλαιά Διαθήκη, τόσο από τήν ιερατική φυλή του Λευί, όσο καί από τόν Μελχισεδέκ, γιά τόν οποίο κάνει λόγο ο Απόστολος Παύλος στήν πρός Εβραίους επιστολή. Ο Αρχιερεύς Χριστός παρέδωσε τήν ιερωσύνη, χειροτονώντας τούς αγίους Αποστόλους καί αυτοί μέ τή σειρά τους «επέθηκαν τάς χείρας των επί»[6] άλλους άνδρας αξίους της ιερωσύνης καί όχι γυναίκας, όπως εσφαλμένα συμβαίνει μέ τά απεξηραμμένα φύλλα της αιρετικής παρασυναγωγής του Προτεσταντισμού καί δή των Αγγλικανών, των Λουθηρανών καί των Μεταρρυθμισμένων, οι οποίοι, επηρρεασμένοι από τό ανόητο φεμινιστικό κίνημα, επιτρέπουν τήν συμμετοχή γυναικών στό Μυστήριο της ιερωσύνης, τήν οποία δυστυχώς υιοθετούν ακόμη καί ακαδημαϊκοί οικουμενιστές «θεολόγοι». Αυτή η ακατάπαυστη διαδοχή της ιερωσύνης συνεχίσθηκε ανά τούς αιώνες καί φθάνει μέχρι καί τίς ημέρες μας, αλλά καί έως συντελείας αιώνων. Γι’αυτό καί στήν Ορθόδοξη Εκκλησία ομιλούμε περί αποστολικής διαδοχής.
Ο ομότιμος καθηγητής της Χριστιανικής Ηθικής στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ κ. Γεώργιος Μαντζαρίδης σημειώνει τα εξής σχετικά με το θέμα : «Το ενδιαφέρον του θέματος από την πλευρά της Χριστιανικής ηθικής συνίσταται κυρίως στην άποψη ότι η άρνηση της χειροτονίας των γυναικών συνδέεται με κάποια γενικότερη υποτίμησή τους στην Εκκλησία. Η άποψη όμως αυτή παραθεωρεί και βασικά στοιχεία, που έχουν σχέση με τη λειτουργική υπεροχή της γυναίκας στη ζωή και τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Και πρίν απ’όλα παραμερίζει την πρόταξη της γυναίκας στη σωτηρία του ανθρώπου και τη συντριβή του διαβόλου. Η έχθρα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον διάβολο είναι κυρίως έχθρα ανάμεσα στη γυναίκα και το διάβολο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι γίνεται λόγος και για «σπέρμα» της Εύας, που θα συντρίψει το διάβολο[7]. Η  Εύα έλαβε το πρωτευαγγέλιο της σωτηρίας και η Παναγία δέχθηκε τον Ευαγγελισμό της θείας ενανθρωπήσεως.
Η γυναίκα λοιπόν που πρωτοστάτησε στη πτώση πρωτοστατεί και στην ανόρθωση του ανθρώπου. Ο άνδρας συμπαρασύρεται στη πτώση και συμπορεύεται στην ανόρθωση. Ο πρώτος ρόλος δε βρίσκεται σ’αυτόν, αλλά στη γυναίκα. Και στις δύο περιπτώσεις η γυναίκα πρωτοστατεί και ο άνδρας ακολουθεί. Ειδικότερα η Παναγία γίνεται συναίτιος της θείας ενανθρωπήσεως, μαζί με τον ίδιο τον Θεό. Δανείζει στον Θεό την ανθρώπινη φύση, που γίνεται η απαρχή της καινής κτίσεως. Από την άποψη αυτή η Παναγία είναι «μετά τον πρώτον ιεράρχην Χριστόν, έτερος Ιεράρχης»[8]. Ο αποκλεισμός όμως της γυναίκας από την μυστηριακή ιερωσύνη έχει πραγματικό και συμβολικό νόημα. Η γυναίκα συνεργεί στο μυστήριο της σωτηρίας, ενώ ο άνδρας διακονεί. Οι ιέρειες ήταν ευρύτατα γνωστές στον προχριστιανικό κόσμο εκτός του Ισραήλ. Ειδικότερα υπήρχαν στις θρησκείες των Ελλήνων και των Ρωμαίων, με τις οποίες ήρθε σε άμεση σχέση η Εκκλησία, αλλά και ο Ισραήλ. Γι’ αυτό από κοινωνική άποψη φαίνεται παράδοξη η απουσία ιερειών στον ιουδαιοχριστιανικό κόσμο, όπου μάλιστα η θέση της γυναίκας ήταν υψηλότερη. Επιπλέον σε ολόκληρη τη χριστιανική γραμματεία, όπου παρουσιάζονται πλείστα εκκλησιαστικά ζητήματα, ουδέποτε ανέκυψε ζήτημα ιερειών. Μόνο η γνωστικίζουσα αίρεση του Μοντανισμού δεχόταν γυναίκες στον επισκοπικό και τον πρεσβυτερικό βαθμό, πράγμα που χαρακτήρισε ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου ως «ειδωλοποιόν επιτήδευμα» και «εγχείρημα διαβολικόν»[9].
Οι χαρακτηρισμοί του αγίου Επιφανίου δεν πρέπει να θεωρηθούν τυχαίοι, αλλά δηλωτικοί της στάσεως της Εκκλησίας απέναντι στην μυστηριακή ιερωσύνη των γυναικών. Οι επίσκοποι και οι πρεσβύτεροι είχαν εξαρχής όχι μόνο λειτουργική, αλλά και συμβολική θέση στο σώμα της Εκκλησίας. Αυτοί υπάρχουν «εις τύπον του Πατρός» ή «εις τύπον Θεού»[10]. Ενώ στο «βασίλειον ιεράτευμα»[11] προσέρχονται αδιακρίτως άνδρες και γυναίκες, στην μυστηριακή ιερωσύνη προσλαμβάνονται μόνο άνδρες. Η παρουσία ιερειών θα υποδήλωνε την ύπαρξη γυναικείων θεοτήτων, όπως συνέβαινε στις προχριστιανικές θρησκείες. Η άρνηση δηλ. της ειδωλολατρίας, που συνεπάγεται και την άρνηση θεοτήτων των δύον φύλων, συμβαδίζει με την απουσία ιερειών. Η Εκκλησία είχε μόνο διακόνισσες, που εξυπηρετούσαν πρακτικές λειτουργικές ανάγκες, και όχι ιέρειες με μυστηριακή ιερωσύνη συμβολικού χαρακτήρα, που χαρακτηρίζεται ως «ειδωλοποιόν επιτήδευμα» ή «εγχείρημα διαβολικόν», δηλ. ειδωλολατρία. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο Μοντανισμός εκτός από την ιερωσύνη των γυναικών διατήρησε και άλλα ειδωλολατρικά στοιχεία, ενώ ο εισηγητής του Μοντανός ήταν αρχικά ιερέας της θεάς Κυβέλης. Αλλά και σήμερα η προώθηση γυναικών στην ιερωσύνη δεν είναι άσχετη με τη διάδοση νεογνωστικών και νεοπαγανιστικών αντιλήψεων, που χαρακτηρίζουν το γενικότερο πνεύμα της εποχή μας»[12].
Υπάρχουν και άλλα πάμπολλα επιχειρήματα εναντίον της χειροτονίας των γυναικών, τα οποία παραθέτουμε στη συνέχεια, όπως τα καταγράφει ο κ. Χρήστος Λιβανός[13]:
α) Η ρίζα της αληθείας, ότι μόνο άρρενες πρέπει να λαμβάνουν ιερωσύνη βρίσκεται στην εντολή του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη «παν άρσεν διανοίγον μήτραν, άγιον τω Κυρίω κληθήσεται»[14].
β) Η ιερωσύνη κατά την Παλαιά Διαθήκη εδίδετο μόνο σε άνδρες.
γ) Ο Χριστός δεν επέλεξε καμμία γυναίκα ως Απόστολό Του. Και οι δώδεκα Απόστολοί Του ήσαν άνδρες.
δ) Ο προδότης Ιούδας δεν αντικαταστάθηκε από γυναίκα, αλλά από άνδρα, τον Απόστολο Ματθία[15].
ε) Στον Μυστικό Δείπνο ο Χριστός κάλεσε μόνο τους Δώδεκα και σ’αυτούς παρέδωσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
στ) Την εντολή να βαπτίσουν «πάντα τα έθνη» έδωσε ο Χριστός μόνο στους Αποστόλους και όχι στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών Του, που αποτελούσαν και γυναίκες[16].
ζ) Την εξουσία του «δεσμείν και λύειν αμαρτίας» έδωσε ο Χριστός μόνο στους Αποστόλους Του και όχι σε γυναίκες[17].
η) Η Παναγία, αν και προερχομένη, κατά τον άγιο Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως, «εκ γένους ιερατικού, φυλής Ααρωνείτιδος, ρίζης προφητικής και βασιλικής»[18], δεν έλαβε την ιερωσύνη. Ο ίδιος ο Υιός της δεν την συμπεριέλαβε μεταξύ των Αποστόλων.
θ) Οι Απόστολοι ουδέποτε χειροτόνησαν γυναίκες.
ι) Η Παύλειος διδασκαλία είναι αληθινός καταπέλτης εναντίον της ιερωσύνης των γυναικών. «Αι γυναίκες υμών εν ταις εκκλησίαις σιγάτωσαν», παραγγέλλει στους Κορινθίους[19], «γυναικί δε διδάσκειν ουκ επιτρέπω», γράφει προς τον Απόστολο Τιμόθεο[20]. Πώς λοιπόν θα χειροτονήσουμε γυναίκες, εφ’όσον ο ίδιος ο Κύριος[21] απαγορεύει σ’αυτές το «διδάσκειν», το οποίο είναι αναπόσπαστο μέρος της θείας Λατρείας και από τα βασικότερα καθήκοντα του πρεσβυτέρου και του επισκόπου;
ια) Ο πρεσβύτερος πρέπει να είναι «μιάς γυναικός ανήρ»[22], συμβουλεύει ο Απόστολος, χωρίς όμως να προσθέσει και το αντίστροφο, «ενός ανδρός γυνή».
ιβ) Ο επίσκοπος ίσταται «εις τύπον και τόπον Χριστού». Ο Χριστός είναι άνδρας. Δύναται γυναίκα να σταθεί εις τύπον και τόπον του ανδρός Χριστού;
ιγ) Ο ιερεύς είναι «alter Christus», άλλος Χριστός. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος, η δε Εκκλησία η Νύμφη. Δύναται γυναίκα να θεωρηθεί Νυμφίος; Θα τολμήσουμε να συμβολίσουμε την υπερφυά σχέση Χριστού-Εκκλησίας με τη διεστραμμένη σχέση ομοφυλοφίλου ζεύγους; Αυτό ακριβώς πράττουν όσοι ετερόδοξοι παρέχουν την ιερωσύνη στις γυναίκες.
ιδ) Η Ιερά Παράδοση, την οποία δεν παραδέχονται οι Προτεστάντες, μαρτυρεί κατά της χειροτονίας γυναικών, αφού επί 2012 έτη τώρα όλοι οι φορείς της ιερωσύνης ήταν και είναι άνδρες.
ιε) Πλήθος αγίων γυναικών κοσμεί το νοητό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Μεταξύ αυτών οι Μυροφόρες, οι ισαπόστολοι Φωτεινή και Ελένη, καθώς και άγιες μητέρες μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Καμμία απ’αυτές δεν υπήρξε ιερουργός των θείων Μυστηρίων. Καμμία από τις αρχαίες διακόνισσες ή τις ανά τους αιώνες μοναχές δεν απαίτησε να λάβει το αξίωμα της ιερωσύνης.
ιστ) Οι Αποστολικές Διαταγές είναι σαφείς και κατηγορηματικές: «Ουκ επιτρέπομεν ουν γυναίκας διδάσκειν εν εκκλησία, αλλά μόνον προσεύχεσθαι και των διδασκάλων επακούειν. Και γαρ και αυτός ο διδάσκαλος ημών Κύριος Ιησούς Χριστός ημάς τους δώδεκα πέμψας μαθητεύσαι τον λαόν και τα έθνη, γυναίκας ουδαμού εξαπέστειλεν εις το κήρυγμα… Ει δε εν τοις προλαβούσι διδάσκειν αυταίς ουκ επιτρέπομεν, πως ιερατεύσαι ταύταις παρά φύσιν τις συγχωρήσει; Τούτο γαρ της των Ελλήνων αθεότητος το αγνόημα θηλείαις θεαίς ιερείας χειροτονείν, αλλ’ ου της του Χριστού διατάξεως»[23].
ιζ) Ο Τερτυλλιανός γράφει : «Δεν επιτρέπεται στη γυναίκα να ομιλεί στην εκκλησία ούτε να διδάσκει ούτε να χρίει ούτε να κάνει την προσκομιδή ούτε να διεκδικεί για τον εαυτό της οποιοδήποτε αξίωμα που έχουν οι άνδρες ή κάποιο ιερατικό λειτούργημα»[24].
ιη) Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου ρωτά : «τίνι ουν σαφές εστιν ότι των δαιμόνων εστί το δίδαγμα και σχήμα και ηλλιοωμένον το επιχείρημα»; Και προσθέτει : «Θεώ γαρ απ’αιώνος ουδαμώς γυνή ιεράτευσεν»[25].
ιθ) Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει «οι γυναίκες να απομακρύνονται από μια τέτοια υπηρεσία, όπως και το πλείστον των ανθρώπων», προσθέτοντας ότι «ο θείος νόμος απομακρύνει τις γυναίκες από το ιερατικό λειτούργημα, αλλ’αυτές επιζητούν να το κατακτήσουν δυναμικά»[26].
Τέλος, η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν υιοθέτησε και δεν πρέπει να υιοθετήσει ποτέ την χειροτονία-ιερωσύνη των γυναικών, για να διακρίνεται και να μην εξομοιώνεται με την αιρετική παρασυναγωγή του Προτεσταντισμού καί δή των Αγγλικανών, των Λουθηρανών καί των Μεταρρυθμισμένων. Μπροστά στην ανωτέρω ακαταμάχητη θεολογική επιχειρηματολογία εναντίον της χειροτονίας των γυναικών, τί έχουν να απολογηθούν οι Οικουμενιστές, οι οποίοι αδιάντροπα και ανερυθρίαστα συμμετέχουν στο παμπροτεσταντικό Παγκόσμιο Συμβούλιο των δήθεν «Εκκλησιών» ή καλύτερα των Αιρέσεων, αλληλοασπαζόμενοι, συναγελαζόμενοι, συντρώγοντες, συμπίνοντες και κυρίως συμπροσευχόμενοι με παστόρισσες και ιέρειες και αναγνωρίζοντες την «ιερωσύνη» ή μάλλον μιαροσύνη τους;


[1] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τ. Β΄ (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλλη, Θεσ/κη 2003,                                              
   σσ. 148-151.
[2] Ματθ. 4, 4.
[3] Ματθ. 10, 28.
[4] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Η Υπεραγία Θεοτόκος στη ζωή και το έργο του αγίου Νικοδήμου», Κολλυβαδικά. Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης-Άγιος Αθανάσιος Πάριος, εκδ. Βρυέννιος, Θεσ/κη 2004, σσ. 33-35.
[5] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 280-281.
[6] Πράξ. 6, 6.
[7] Γέν. 3, 15.
[8] Θεοφάνους Νικαίας, Λόγος  εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον  11, εκδ. M. Jugie, Theorhanes Nicaenus (+ 1381), Sermo in Sanctissimam Deiparam,  
  Lateranum Romae 1935, σ. 64.
[9] ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΆΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πανάριον  49, PG 42, 745BC.
[10] ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Προς Μαγνησιείς 4, Προς Τραλλιανούς 3. 
[11] Α΄ Πέτρου 2, 9.
[12] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, Χριστιανική ηθική  ΙΙ, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, σσ. 384-387.
[13] ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΙΒΑΝΟΣ, «Εμπόδια στόν διάλογο μέ τόν Προτεσταντισμό», εν Οικουμενισμός˙ Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις. Πρακτικά διορθοδόξου επιστημονικού συνεδρίου. Αίθουσα τελετών Α.Π.Θ. 20-24 Σεπτεμβρίου 2004, τ. Β΄, εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 627-632.
[14] Λκ. 2, 23.
[15] Πράξ. 1, 21-26.
[16] Μτθ. 28, 16-20.
[17] Ιω. 20, 23.
[18] ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, Εις την Είσοδον της Θεοτόκου Β΄, PG 98, 313A.
[19] Α΄ Κορ. 14, 34.
[20] Α΄ Τιμ. 2, 12.
[21] Α΄ Κορ. 14, 35.
[22] Τίτ. 1, 6.
[23] Αποστολικαί Διαταγαί  ΙΙΙ, 6, 1-2 και 9, 1-4.
[24] ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΣ, De Virginibus, IX, 1, C.C. ii, 1218-19.
[25] ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Κατά αιρέσεων  49, 2-3, PG 41, 881.
[26] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί Ιερωσύνης  ΙΙ, 1, 2.

πηγή

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

δος μου και εμένα άνεση παναγιά μου πριν να απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω ...

[...]Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν κανόνα τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιάς ψυχής, και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει νέφη.
Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους, ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:
“Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε,
Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα.
Και συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα".
 Και είτα προσέτι, παρεκάλει δια του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, "μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των Αγγέλων [...]". Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι, τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως [...]
δος μου και εμένα άνεση παναγιά μου πριν να απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω ...
Αλεξ. Παπαδιαμάντης 

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Μερικές σκέψεις για να προστρέχουμε στην Θεοτόκο με πίστη και θάρρος.


Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου του Αγιορείτη


Θέλοντας να προστρέξεις στη Θεοτόκο με πίστη και θάρρος για κάθε σου ανάγκη, μπορείς να το πετύχεις όταν σκεφθείς:

Α΄. Ότι όλα εκείνα τα δοχεία (όπως το γνωρίζεις από την πείρα σου) στα οποία έχει τοποθετηθεί μύρο ή άλλο παρόμοιο άρωμα πολύτιμο, μολονότι δεν υπάρχει μέσα τους το άρωμα, τα αγγεία αυτά διατηρούν την ευωδία του αρώματος εκείνου. Και όσο περισσότερο χρονικό διάστημα παρέμεινε το άρωμα μέσα στο δοχείο, τόσο περισσότερο τα δοχεία εκείνα διατηρούν την ευωδία· και μάλιστα τόσο περισσότερο ευωδιάζουν εκείνα, όσο περισσότερο παραμείνει το άρωμα μέσα, μολονότι εκείνος το μύρο ή το παρόμοιο άρωμα είναι μιας περιοριστικής και περιορισμένης δυνάμεως. Παρόμοια να σκεφθείς ότι και ένας που στέκεται κοντά σε μία μεγάλη πυρκαϊά, διατηρεί την θερμότητα για πολύ καιρό και μετά την απομάκρυνσή του από τη φωτιά. Και επειδή αυτά είναι αληθινά, άραγε από ποιά άρρητη ευωδία φιλανθρωπίας, από ποιά φλόγα αγάπης και από ποιούς λογισμούς ελέους και ευσπλαχνίας μπορούμε να πούμε ότι είναι γεμάτα τα σπλάγχνα της Θεοτόκου, που για εννέα μήνες κράτησε στα σπλάγχνα της το Χριστό, το ακένωτο μύρο, που κρατεί πάντοτε στο στήθος της και στην αγάπη της, τον Υιό του Θεού, που είναι η ίδια η αυτοαγάπη και το ίδιο αυτοέλεος και αυτοευσπλαγχνία και όχι περιορισμένης δυνάμεως και μικρής διάρκειας, αλλά ατέλειωτης και απεριόριστης;

Έτσι όπως όποιος αγγίζει στα δοχεία που έχουν το μύρο, δέχεται την ευωδία πάνω του, και όποιος πλησιάζει σε μία μεγάλη πυρκαϊά, δεν μπορεί παρά να δεχθεί από την θερμότητά της, έτσι και πολύ περισσότερο κάθε φτωχός που έχει ανάγκη και πλησιάζει με ταπείνωση και πίστη στο ουράνιο μύρο, στη φωτιά της αγάπης, του ελέους και της ευσπλαχνίας, που πάντοτε ευωδιάζει και πάντοτε ανάβει στο στήθος της Παρθένου, οπωσδήποτε θα δεχθεί βοήθειες, ευεργεσίες και χάριτες, τόσο περισσότερες, όσο περισσότερο συχνά και με μεγαλύτερη πίστη και θάρρος πλησιάσει.

Β΄. Ότι κανένα κτίσμα δεν αγάπησε τόσο τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, ούτε συμμορφώθηκε τόσο με το θέλημά Του, όσο η Παναγία του Μητέρα, αφενός μεν διότι τον γέννησε μόνη χωρίς άνδρα, αφετέρου διότι γέννησε μόνο αυτόν και κανένα άλλον, και έτσι δεν μοιράσθηκε καθόλου με άλλον η αγάπη της. Αν λοιπόν αυτός ο Υιός του Θεού και αγαπητός Υιός της Παρθένου, έδωσε όλη του τη ζωή και όλο του τον εαυτό για τις ανάγκες ημών των αμαρτωλών και έδωσε τη μητέρα του ως μητέρα μας και συνήγορο για να μας βοηθά, και μετά από αυτόν αποτελεί μέσον της σωτηρίας μας, Πώς και με ποιό τρόπο θα μπορέσει κάποτε αυτή η αγαπημένη του μητέρα και δική μας συνήγορος να γίνει αποστάτης της θελήσεως του τόσο αγαπημένου της Υιού και να μη μας βοηθήση;

Γι’ αυτό αγαπητέ, πρόστρεχε, πρόστρεχε με θάρρος για κάθε σου ανάγκη στην Παναγία Θεοτόκο. Γιατί εκείνη η εμπιστοσύνη και το θάρρος που δείχνεις σ’ αυτήν, είναι πλούσια και μακαρία και ασφαλές καταφύγιο και πάντοτε δίνει στην καρδιά σου χάριτες και ελεημοσύνες.

(Αγ. Νικοδήμου, «Αόρατος πόλεμος», εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου. Νέα Σκήτη, Αγ. Όρους)

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

Θεομητορικός Δεκαπενταύγουστος… Προσκυνούμε τη χάρη Της



Οι απανταχού Έλληνες τον εορτάζουν πανηγυρικά. Η αγάπη τους για την Παναγία, μεγάλη. Μόνο η σκέψη Της, μας αγαλλιάζει. «Στους θερμούς εσπερινούς του ωραίου Αυγούστου οι παρακλήσεις σαν βάλσαμο θωπεύουν τις πονεμένες καρδιές κι αισθάνονται δρόσο γλυκιά εξαίσιας αναψυχής. Οι θαυματουργές πολλές εικόνες της, με τα ακοίμητα καντήλια, τις άσβεστες λαμπάδες από μελισσοκέρι, τα μύρια αφιερώματα, τ' ασημένια περίτεχνα πουκάμισα, τις μετάνοιες, τα δάκρυα, τους ασπασμούς, τα τάματα, τις υποσχέσεις, τις παρακλήσεις και τις ευχαριστίες. Νηστεύουν, εξομολογούνται, μεταλαμβάνουν πολλοί. Σαγηνεύει το ιερό και ωραίο πρόσωπο της Θεοτόκου. Σε κάνει να καταθέσεις το βάρος σου, τον πόνο σου, τον πικρό λογισμό σου, την αθυμία, την κόπωση, τον στεναγμό και τη στεναχώρια σου», γράφει ο αγιορείτης μοναχός Μωϋσής, στην εφημερίδα «Μακεδονία».

Στην Θεοτόκο αποδόθηκε η σωτηρία της Βασιλεύουσας από τους Αβάρους, που την πολιόρκησαν όταν ο Αυτοκράτωρ Ηράκλειος απουσίαζε σε πόλεμο κατά των Περσών. Ο λαός αγρύπνησε στις Βλαχέρνες ψάλλοντας τον Ακάθιστο Ύμνο. Διαβάστε και τι έγραψε ο Στρατής Μυριβήλης: «Προς την Παναγία, προς την Υπέρμαχο Στρατηγό, αποτείνεται το θαυμάσιο βυζαντινό τροπάρι ‘Tη Υπερμάχω Στρατηγώ', που στην πραγματικότητα είναι ο εθνικός ύμνος του αγωνιστικού Βυζαντίου. Και σαν εθνικό μας ύμνο έπρεπε να το κρατήσει και ή απελευθερωμένη Ελλάδα του ‘21, αν οι λόγιοι και οι πολιτικοί της εποχής εκείνης είχαν την οξυδέρκεια να καταλάβουν τη σημασία που παίρνει η Παράδοση στη ζωή των εθνών και δεν έβλεπαν την κλασική Ελλάδα να ενώνεται ηθικά και ιστορικά με το απελευθερωμένο Έθνος, δίχως την ένδοξη και μεγαλόπρεπη περίοδο της Βυζαντινής χιλιετίας που μεσολάβησε και σφυρηλάτησε τη νέα μας Ελληνοχριστιανική συνείδηση».

Όλος ο ελληνικός χώρος, είναι γεμάτος εκκλησιές, μοναστήρια, προσκυνήματα, αφιερωμένα στη χάρη Της. Η Παναγία, είναι πάνω από όλους τους αγίους της Εκκλησίας μας και οι απανταχού Έλληνες, της έχουν προσδώσει άπειρα ονόματα: Μαρία, Μαριάμ, Λαγουδιανή, Άχραντος, Άσπιλη, Παντοβασίλισσα, Γλυκοφιλούσα, Ελεούσα, Ενδοξοτέρα, Θρηνούσα, Ζωοδόχος Πηγή, Αγιοσορίτισσα, Λαοδέουσα, Δουπιανή, Φιλόστοργος, Άσπιλη, Πανάσπιλη, Παρηγορίτισσα, Τριχερούσα, Βηθλεεμίτισσα, Ουρανοφόρα, Ευλογημένη, Παντευλογημένη, Απείρανδρη, Κοσμοπόθητη, Κεχαριτωμένη, Γλυκοφιλούσα, Πανάχραντη, Σπηλιώτισσα, Θεοτάτη, Υπερθεοτάτη, Χαριωτάτη, Υπερχαριωτάτη, Υπερενδοξασμένη, Υπεραγία, Αγιοτέρα, Καρδιανή, Άνασσα, Καθαρωτέρα, Υπερτέρα, Αειπάρθενος, Λοχεύτρια, Ικετεύρια, Ποθητή, Πλατυτέρα, Κοσμοπόθητη, Καλοπόθητη, Υπερπόθητη, Ξεσκλαβώστρα, Μυροφόρα, Γαλατιανή, Θαλασσομαχούσα, Διώτισσα, Παμακάριστη, Τσιπιώτισσα, Ιεροσολυμίτισσα, Χρυσολεόντισσσα, Καλλιπάρθενος, Πανύμνητη, Αιματούσα, Πανεύφημη, Παντάνασσα, Οδηγήτρια, Ανύμφευτη, Βλεφαριώτισσα, Παρηγορήτρια, Δυοχούσαινα, Βηματάρισσα, Νερατζιώτισσα, Πλημμυριανή, Χρυσομαλλούσα, Παραμυθία, Υψηλοτέρα, Κισσιώτισσα, Εσφιγμένη, Διμιοβίτισσα, Πορταΐτισσα, Ελαιοτριβίτισσα, Εικοσιφοίνισσα, Καβουριανή, Μυρτιδιώτισσα, Βρεφοκρατούσα, Τιμιοτέρα, Ζιδανιώτισσα, Κακαβιώτισσα, Ολυμπιώτισσα, Οδηγήτρια, Αειμακάριστος, Πανάμωμος, Καθαρωτέρα, Προυσιώτισσα, Αρχοντάρισσα, Γοργοηπύκοος, Σκοπιώτισσα, Κρεμαστή, Παρθενομήτωρ, Απείρανδρος, Καστριώτισσα, Πλατανιώτισσα, Καταφυγή, Κλίμαξ, Μυροβλύτισσα, Χοζοβιώτισσα, Ποταμίτισσα, Μεσίτρια, Δαμάστα, Φιδούσα, Φανερωμένη, Γερόντισσα, Γοργοεπήκοος, Αμπελακίωτισσα, Δοχειάρισσα, Χαρδακιώτισσα...
Παραθέσαμε μερικές από τις ονομασίες που βρήκαμε. Βρήκαμε πάνω από 300, είμαστε σίγουροι πως υπάρχουν πολύ περισσότερες! Η λαογραφική μας παράδοση είναι πολύ πλούσια και αναδεικνύει την αγάπη των Ελλήνων στη Μεγαλόχαρη.

Υπεραγία Θεοτόκε, πρέσβευε υπέρ ημών

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Η μητέρα του Θεού


του Anthony Bloom

Θέλω απόψε να μιλήσω για την Ευλογημένη Παρθένο, τη Μητέρα του Θεού εν σχέσει προς εμάς – να προσπαθήσουμε να βρούμε τι μπορούμε να μάθουμε από Αυτήν, τι σημαίνει για μας η Παναγία, ως προσωποποίηση, θα λέγαμε, του ιδεώδους για μας.

Θέλω πρώτα να αναφερθώ στο γεγονός ότι εμείς οι Ορθόδοξοι την ονομάζουμε Μητέρα του Θεού. Με αυτό εννοούμε απλώς ότι Εκείνη είναι το πρόσωπο που έφερε τον Σαρκωθέντα Θεό στον κόσμο. Βεβαίως, δεν είναι Μητέρα Του ως πρός την θεότητά Του, αλλά χωρίς Αυτήν ο Λόγος δεν θα είχε γίνει σαρξ, ο Υιός του Θεού δεν θα είχε γίνει Υιός του ανθρώπου. Μου φαίνεται ότι ο Άγγλος συγγραφέας Charles Williams περιγράφει με τον ωραιότερο τρόπο το γεγονός, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα και την πραγματικότητα του γεγονότος και τον αποφασιστικό ρόλο της Μητέρας του Θεού. Λέει ότι… όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, μια κόρη του Ισραήλ αποδείχθηκε ικανή να προφέρει το όνομα του Θεού με όλη της τη διάνοια, με όλη της τη βούληση και με όλη της τη σάρκα, και ο Λόγος σάρξ εγένετο. Ήταν ένα δώρο του εαυτού της και την ίδια στιγμή ήταν και μια ηρωική και ανεπιφύλακτη αποδοχή: ένα δώρο του εαυτού της εν ταπεινώσει και μια ηρωική αποδοχή, διότι γνώριζε τι θα μπορούσε να της συμβεί, τι σήμαινε η αποδοχή αυτή, αν τη δούμε με ανθρώπινο μάτι.

Ίσως κάποιοι από σας θυμάστε ότι η λέξη humility (ταπείνωση) προέρχεται από το λατινικό humus που σημαίνει γόνιμο έδαφος. Η ταπείνωση δεν είναι μία κατάσταση την οποία προσπαθούμε να αντιγράψουμε λέγοντας ότι είμαστε ανάξιοι, ότι δεν είμαστε τόσο καλοί όσο οι άλλοι μας θεωρούν – αν μας θεωρούν. Η ταπείνωση είναι η κατάσταση της γης, που παραμένει απολύτως ανοιχτή και υποταγμένη: ανοιχτή σε όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων, δεκτική στη βροχή, στα σκουπίδια μας, στο όργωμα – υποταγμένη και προσφερόμενη αποδίδει καρπούς. Αυτή είναι η πεμπτουσία της ταπείνωσης και αυτό το είδος ταπείνωσης βλέπουμε στην Μητέρα του Θεού. Κι αυτό είναι κάτι που θα μπορούσαμε να μάθουμε απ’ Αυτήν, αν και ως μάθημα είναι τόσο δύσκολο!

Εμείς συνεχώς και κατά τρόπο οδυνηρό φοβόμαστε να προσφερθούμε, να υποταχθούμε, να δώσουμε τον εαυτό μας στον Θεό ή ακόμη και σ’ εκείνους που αγαπούμε και μας αγαπούν. Η αυτοπαράδοση μας τρομάζει, επειδή υπονοεί ένα είδος αδυναμίας. Αρνούμενοι να προσφέρουμε τον εαυτό μας, έχουμε μια αίσθηση δύναμης και σθένους· ωστόσο το σθένος μας δεν μπορεί να καταφέρει μεγάλα πράγματα. Θυμάστε πιθανόν, πως ο Παύλος ζήτησε από τον Θεό να του δώσει δύναμη να εκπληρώσει την αποστολή του, και πως ο Κύριος απάντησε «αρκεί σοι η χάρις μου· η δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται» ( Β΄Κορ. 12, 9). Η αδυναμία βέβαια για την οποία μιλάει ο Κύριος δεν είναι ούτε τεμπελιά ούτε νωθρότητα ούτε δειλία. Πρόκειται για μια άλλη αδυναμία, γι’ αυτήν της υποταγής…….

Να ποια ήταν η αδυναμία και η άνευ όρων παράδοση που διακρίνουμε στη γενναιόδωρη προσφορά της Μητέρας του Θεού πρός τον Κύριό Της. Είναι εκείνη που στο πόσωπο Της ανταποκρίθηκε ολόκληρη η δημιουργία στον Δημιουργό. Ο Θεός προσφέρει τον εαυτό Του και η κτίση στο δικό Της πρόσωπο Τον δέχεται, Τον υποδέχεται λατρευτικά, αγαπητικά, με μια ελεύθερη και τολμηρή απόφαση….

Συχνά, δεν συνειδητοποιούμε το ακριβές νόημα των λόγων του Αρχαγγέλου κατά τον Ευαγγελισμό. Ο Αρχάγγελος είπε στην Παρθένο ότι θα γεννήσει ένα γιο και εμείς θαυμάζουμε και μένουμε έκπληκτοι με το όνομα του Παιδίου Ιησού που είναι ο σωτήρας μας. Εκείνη όμως τη στιγμή η υπόσχεση ήταν και απειλή: Σύμφωνα με τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης, ένα άγαμο κορίτσι που εγκυμονούσε έπρεπε να τιμωρηθεί με λιθοβολισμό. Η Μαρία δεν είπε: «Αυτό δεν μπορεί να γίνει· θα μου κοστίσει τη ζωή». Και δεν το είπε γιατί πίστευε ότι κάθε λόγος του Θεού, κάθε υπόσχεσή Του εκπληρώνεται. Είπε: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». Και το «ρήμα Του», ανθρωπίνως ήταν ο θάνατος Της, εκτός αν συνέβαινε κανένα θαύμα. Κάτι μπορούμε να μάθουμε από αυτό, εμείς που τόσο συχνά δυσπιστούμε στην αμεσότητα και τις υποσχέσεις του Θεού: «Ποιό είναι το κόστος που πρέπει να πληρώσουμε; Ποιόν κίνδυνο εμπεριέχει η υπακοή και η υποταγή στο θέλημα Του ή στην κλήση Του;», διστάζουμε. Και σ’ αυτό, η Παρθένος του Ισραήλ αποδείχθηκε άξια θυγατέρα Αβράμ, όπως ο Ισαάκ….

Εμπιστεύθηκε τον λόγο του Θεού ως αληθινό, και πρέπει να μάθουμε από αυτό ότι, εάν θέλουμε να ανήκουμε στη νέα κτίση…πρέπει να δείχνουμε την πιστότητα που έδειξε η Παναγία…..

Και τέλος, δύο γεγονότα που θα ήθελα να συνδυάσω: η Υπαπαντή του Χριστού και η Σταύρωση: κάθε πρωτότοκο αγόρι έπρεπε να οδηγείται ως προσφορά στον Ναό. Αν κοιτάξουμε πρός τα πίσω, στην Παλαιά Διαθήκη, για το πως θεσμοθετήθηκε αυτό, θα ανακαλύψουμε ότι ο Θεός διέταξε τους Εβραίους να προσκομίζουν τα πρωτότοκα αγόρια τους στον ναό ως θυσία, έναντι των πρωτοτόκων των Αιγυπτίων, που χρειάστηκε να πεθάνουν, προκειμένου οι Εβραίοι να αφεθούν ελεύθεροι να φύγουν. Κάθε πρωτότοκο αγόρι, άρα, προσφερόταν στον Ναό και ο Θεός είχε το δικαίωμα ζωής και θανάτου επάνω του. Με το πέρασμα των αιώνων, ο Θεός δεχόταν υποκατάστατα της θυσίας, τρυγόνια και πρόβατα, και μόνο μία φορά δέχτηκε ανθρώπινη προσφορά: τον Μονογενή Του Υιό που χρειάστηκε να πεθάνει στον Σταυρό για να εξαγοράσει το ανθρώπινο γένος – άρα τα δύο γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους. Αλλά η Μητέρα που έφερε αυτό το παιδί ήξερε ότι ο Θεός είχε εξουσία ζωής και θανάτου επάνω Του, ωστόσο, χωρίς δισταγμό, με ταπείνωση και πιστότητα το έφερε. Αργότερα, όταν σταθούμε στον Γολγοθά, όπως τον περιγράφουν τα Ευαγγέλια, δεν θα δούμε μία μητέρα που λιποθυμά ή μία μητέρα που διαμαρτύρεται ή εκλιπαρεί για έλεος, όπως πολλές φορές απεικονίζεται. Στα πόδια του Σταυρού, βλέπουμε την Μητέρα του Θεού τυλιγμένη σε μια βαθειά, τραγική σιγή, να βλέπει την εκπλήρωση αυτού που είχε αρχίσει όταν έφερε το παιδί Της στον Ναό. Έστεκε σιωπηλή, απόλυτα ταυτισμένη με τη θεία και ανθρώπινη βουλή του Υιού Της: εκπλήρωνε την προσφορά που είχε αρχίσει τριάντα τρία περίπου χρόνια πρίν, συναινώντας στη βούληση του Θεού, συναινώντας στη βουλή του θείου Υιού Της, παραιτημένη από το δικό της θέλημα, τις δικές της ελπίδες, σε μια κίνηση προσφοράς.

Αυτό είναι κάτι που πολύ λίγοι από μας θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε στη ζωή μας, τουλάχιστον αυτό ελπίζω…….

Να δώσει ο Θεός να διδαχτούμε από την αδύναμη αυτή Κόρη την ηρωική της απλότητα και τη θαυμαστή πληρότητα. Και ας μάθουμε από όλα τα βήματα της ζωής της, από την αυταπάρνηση και το δώρο του εαυτού Της, όλη την ομορφιάς της υπέροχης ταπεινώσεως Της και της τέλειας υπακοής της στον νόμο της αιώνιας ζωής.

( Anthony Bloom, Ο Ευάλωτος Θεός, Το μυστήριο της Γέννησης του Σωτήρα, Εκδ। «Εν πλώ», Αθήνα 2008, σ.87 κ.ε. αποσπάσματα).


πηγή

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Η Κοίμηση της Θεοτόκου – Μετάβαση προς την Ζωή

Κάθε φορά που εορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου είναι σαν να έχουμε Πάσχα· το Πάσχα του καλοκαιριού. Πάσχα μάς ετοιμάζει η Κυρία Θεοτόκος. Διάβαση ένδοξη «εκ του θανάτου εις την ζωήν». Δεύτερο Πάσχα, άγιο, άμωμο, ζωοποιό για το ανθρώπινο γένος, γιατί πράγματι σήμερα «νενίκηνται της φύσεως οι όροι».

«Πώς η πηγή της ζωής πηγαίνει προς την ζωή περνώντας από τον θάνατο!», αναφωνεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ο θάνατος της «ζωαρχικής Μητρός» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε δεν ονομάζεται κάν θάνατος, αλλά «κοίμησις» και «θεία μετάστασις» και εκδημία ή ενδημία προς τον Κύριο. Και αν ακόμη λεχθεί θάνατος, όμως είναι θάνατος ζωηφόρος, αφού μεταβιβάζει σε ουράνια και αθάνατη ζωή.

Η μετάσταση της Θεοτόκου ως ένα γεγονός αναμφισβήτητο, που διασώθηκε από την ιερά Παράδοση, έχει ενσωματωθεί στην διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και δεν έχει σχέση με τις ευσεβιστικές δοξασίες των Δυτικών περί ασπόρου συλλήψεως και άνευ θανάτου ζωής της Θεοτόκου.

Η Παρθένος ήταν εκείνο το ιδιαίτερο δημιούργημα του Θεού που υπερέβη όλους τους ανθρώπους και αγγέλους. Αυτή μόνη από τους ανθρώπους έζησε βίο πανάμωμο, και το ακατάληπτο για όλα τα λογικά όντα, κατέστη Μητέρα του Θεού. Επειδή δεν είχε ποτέ αμαρτήσει, δεν υποχώρησε σε κάποιο φιλήδονο λογισμό δικαίως και δεν έζησε επί της γής με οδύνες της σαρκός, με ασθένειες. Αν και είχε σώμα ζωαρχικό εν τούτοις ως άνθρωπος υπέρχεται στην ασθένεια του θανάτου και πεθαίνει. Χωρίς όμως να χωρισθεί η ψυχή και το σώμα Της από τον Θεό· λύνεται προσωρινά ο σύνδεσμος που τα ενώνει μεταξύ τους, όπως είχε γίνει και με τον Χριστό. Μετά τον θάνατο η ψυχή Της ενώνεται αμέσως με τον Χριστό. Διότι ο Κύριος κατά την ώρα της Κοιμήσεως της Μητέρας Του συνοδευόμενος από τα υπερκόσμια τάγματα των αγγέλων και αγίων παίρνει την ιερά ψυχή Της όχι απλώς στον ουρανό, αλλά «έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, εις τα επουράνια Άγια των Αγίων», όπως αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ενώ το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της Παναγίας μετά από τρεις ημέρες μετατίθεται στους υπερουρανίους χώρους, άφθαρτο, προς τον Μονογενή και αγαπημένο Υιό Της. Δηλαδή μπορούμε να μιλήσουμε και για εν σώματι ανάσταση της Θεοτόκου. Ανάσταση όμως που δεν ενεργήθηκε από την ίδια, αλλά από τον Υιό και Θεό Της.

Μάρτυρας αυτής της αναστάσεως-μεταστάσεως της Θεοτόκου είναι ο απόστολος Θωμάς, ο οποίος δεν παρευρισκόταν στην οσία ταφή Της, αλλά ερχόμενος καθυστερημένος ως συνήθως, μετά από τρεις ημέρες, και μετά από παράκλησή του ανοίγουν οι υπόλοιποι απόστολοι τον τάφο και δεν βρίσκουν το θεοδόξαστο εκείνο σώμα. Βλέπουν όμως την Θεοτόκο να ανεβαίνει στους ουρανούς και να παραδίδει στον απόστολο Θωμά την Τιμία και Αγία Της Ζώνη ως τεκμήριο της μεταστάσεώς Της, κάτι αντίστοιχο που είχε γίνει και με την ψηλάφηση του Κυρίου από τον ίδιο απόστολο.

Το σώμα της Παναγίας -όπως και το σώμα του Υιού Της- δεν υπέστη διαφθορά στον τάφο, δηλαδή δεν αλλοιώθηκε, δεν διαλύθηκε από τα υλικά στοιχεία που το συνέθεταν. Εξάλλου μετά την ανάσταση του Χριστού τα σώματα πολλών αγίων Του δεν διαφθείρονται και γίνονται μερικώς άφθαρτα λείψανα· πόσο μάλλον ήταν λογικό να μην φθαρεί και το «θεοδόχον σκήνωμα» της Μητέρας του Θεού.

Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης λέγει ότι το αδιάφθορο της παρθενίας της Θεοτόκου κατά την γέννηση του Χριστού έχει ως φυσικό επακόλουθο και την μή διαφθορά του σώματός Της κατά την ώρα του θανάτου. «Ο τόκος διέφυγε την φθορά και ο τάφος δεν δέχτηκε την διαφθορά».

Η Παναγία Θεοτόκος μετά την κοίμησή Της καθίσταται η Μητέρα της νέας κτίσεως, της Εκκλησίας του Χριστού. Επειδή Αυτή είχε την κεντρική θέση στην οικονομία της σωτηρίας, αφού από Αυτήν σαρκώθηκε ο Κύριος που είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, έχει τώρα στην επουράνιο Εκκλησία όλο το πλήρωμα της Χάριτος και δόξας και παρρησίας. Έγινε η ευεργέτιδα πάσης της φύσεως και κτίσεως, γι’ αυτό προσκυνείται από όλη την κτίση ως Κυρία και Δέσποινα και Βασίλισσα και Θεομήτορα.

Διά της Θεοτόκου και εξαιτίας Αυτής η ιστορία όλου του κόσμου εισήλθε σε νέα τροχιά, ασύγκριτα μεγαλειωδέστερη και ανώτερη απ’ ό,τι υπήρχε πριν από Αυτήν. Δεν μπορούσε και ούτε μπορεί κάποιο δημιούργημα να γίνει τελειότερο από Αυτήν, ούτε η ίδια μπορούσε να γίνει τελειότερη απ’ ό,τι είναι. Αλλά και σύμφωνα με τους Πατέρες τρία πράγματα δεν μπορούσε να κάνει τελειότερα ο παντοδύναμος Θεός. Την σάρκωση του Θεού Λόγου, την Παρθένο Θεοτόκο και την μακαριότητα που θα απολαμβάνουν οι σεσωσμένοι.

Η Παναγία μετά την ανάσταση του Χριστού ήταν το στήριγμα των αποστόλων και της νεοϊδρυθείσης Εκκλησίας του Χριστού. Αυτή δίδασκε τους νέους χριστιανούς, τους καθοδηγούσε, τους παρηγορούσε στις θλίψεις τους. Στον κατά πλάτος βίο Της διαβάζουμε ότι ο αρχάγγελος Γαβριήλ τρεις ημέρες πριν από την κοίμησή Της, την επισκέπτεται όπως και στον Ευαγγελισμό, και της αναγγέλει την ένδοξη μετάστασή Της από τον θάνατο στην ζωή. Κατόπιν το Άγιο Πνεύμα με τρόπο θαυματουργικό συγκέντρωσε όλους τους αποστόλους στην Γεθσημανή, στον οίκο της Θεοτόκου, για να παραστούν στην οσία ταφή Της και να πάρουν την ευλογία Της. Αφού εγκωμίασαν την υπερύμνητο Μητέρα του Θεού την παρακαλούσαν να τους πεί κάποια τελευταία διδαχή Της ως παρακαταθήκη. Τότε η Θεοτόκος τους λέγει μία παραβολή, στην οποία ο κόσμος τούτος παρομοιάζεται με μία εμποροπανήγυρη και όποιος κάνει την καλή εμπορία, όποιος δηλαδή κάνει την καλύτερη αγορά αυτός είναι και ο πιο κερδισμένος. Και στην συνέχεια τους εξηγεί ότι έτσι είναι και στα πνευματικά. Όποιος τηρήσει με μεγαλύτερο ζήλο και ακρίβεια τις εντολές του Χριστού, αυτός θα πετύχει το μεγαλύτερο κέρδος, θα δοξασθεί περισσότερο στην βασιλεία των ουρανών. Και τους προτρέπει να επιμένουν στον «καλόν αγώνα».

Πράγματι πόσο ευαρεστείται η Παναγία μας όταν βλέπει ότι αγωνιζόμαστε για την σωτηρία μας! Πόσο αναπαύεται! Και η ίδια όμως πόσο αγωνίστηκε επί της γής με αφανή τρόπο -ενώ ως αναμάρτητη δεν όφειλε να το κάνει- το έκανε όμως για να μας αφήσει παράδειγμα τελείας ασκήσεως. Στην Γεθσημανή εκεί που έμενε, μετά την κοίμησή Της, βρήκαν στις πλάκες όπου έκανε μετάνοιες να έχουν σχηματισθεί βαθουλώματα, λακκούβες από την πολλή χρήση και τριβή.

Ας μιμηθούμε και εμείς την άμεση υπακοή Της, την προσφιλή Της ταπείνωση, την μυστική εσωτερική Της πνευματική εργασία, την πυριφλεγή προσευχή Της, την συνεχή νήψη που ασκούσε, τον θείο έρωτά Της, τον πνευματικό πόνο που ως ρομφαία ένιωσε κάτω από τον Σταυρό του Υιού Της.

Σε όσους αγωνίζονται Αυτή γίνεται «υπέρμαχος σύμμαχος», ασχέτως αν πριν ζούσαν ασώτως. Ας θυμηθούμε ότι και για την οσία Μαρία την Αιγυπτία η Θεοτόκος έγινε η «Εγγυήτρια» για την μετάνοιά της. Και αφού η οσία Μαρία αναχώρησε στην έρημο, όπου εκεί αγωνιζόταν με απαράκλητο τρόπο, η ίδια η Παναγία την παρηγορούσε με τις θείες εμφανίσεις Της.

Η Θεοτόκος ως κουροτρόφος των μοναχών είναι και η χορηγός των θείων χαρίτων για τους μοναχούς και ιδιαίτερα για τους Αγιορείτες. Αυτή έδωσε το χάρισμα της νοεράς προσευχής στον άγιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, αλλά και στον μακάριο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, ο οποίος συνδέεται άμεσα με την συνοδία μας. Και κατά ένα λόγο περισσότερο η σημερινή ημέρα έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς τα πνευματικά εγγόνια του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, αφού σαν σήμερα, μετά την θεία Λειτουργία, κοιμήθηκε με οσιακό θάνατο το 1959. Αυτός που τόσο αγάπησε την Παναγία μας -τήν γλυκιά του Μανούλα καθώς την αποκαλούσε- ενώ πάμπολλες αντιλήψεις, θείες εμφανίσεις και χαρίσματα έλαβε από Αυτήν. Και πράγματι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό για τους οσίους Αθωνίτες Πατέρες ήταν η Θεοτοκοφιλία τους. Και στο άκουσμα του ονόματός Της δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους, τα προερχόμενα από τον πάναγνο μητροπαρθενικό έρωτα. Μόνο που ακούγεται το όνομά Της η φιλόθεος ψυχή κινείται σε θαυμασμό, σε ευχαριστία και ευγνωμοσύνη. Έτσι και η μνήμη και μόνο της Θεοτόκου, δηλαδή η διανοητική ενασχόληση με το πρόσωπο της Παναγίας, αγιάζει αυτόν που την χρησιμοποιεί. Έλεγε ο μακαριστός π. Αθανάσιος ο Ιβηρίτης ότι η αγάπη προς την Θεοτόκο σώζει τον άνθρωπο και ας μην έχει έργα.

Ο σύγχρονος άνθρωπος θα πρέπει να αξιοποιήσει την μεσιτεία της Θεοτόκου, η οποία είναι σωστική. Σε κάθε θλίψη και πρόβλημά του να μην ξεχνά ότι υπάρχει «η των θλιβομένων βοηθός, η προστάτις, η αντιλήπτωρ, η παραμυθία των ολιγοψυχούντων» στην οποία μπορεί να προστρέχει και να βρίσκει παρηγορία, άμεση λύση και απάντηση. Ευχόμεθα η Κυρία Θεοτόκος, η οποία «μετέστη προς την Ζωήν», να δίδει πάντοτε την ευλογία Της σε όλους μας ώστε να περάσουμε την παρούσα ζωή όσο το δυνατόν αβλαβή και ακίνδυνο από τις πλάνες και μεθοδείες του πονηρού και να μάς αξιώσει της επουρανίου βασιλείας του Υιού Της. Αμήν.


πηγή