.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία - Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία - Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Ιστορίες απ'την παλιά Αθήνα -Τι δεικνύουν οι αργυροί ή οι χρυσοί γάμοι; Την καρτερικότητα των συζύγων!

Όταν το ζεύγος... «διασκεδάζει»

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)

Από το βιβλίο μου «Πόθοι και πάθη στην Παλιά Αθήνα» σας έχω σήμερα ένα μικρό θεατρικό κομμάτι του Πολύβιου Δημητρακόπουλου που δημοσιεύτηκε στο «Μπουκέτο» το 1938.


 Απολαύστε το:
(Ο κύριος και η κυρία Παραξενίδου βρίσκονται στο θέατρο για να ακούσουν το μελόδραμα και έχουν θέσεις στην πρώτη σειρά της αίθουσας.

«Η κυρία. – Αφού μια φορά αξιώθηκε και η ευγένεια σου να με φέρης στο θέατρο, έπρεπε τουλάχιστον να βρης θέσεις της προκοπής. Εσύ, όμως, θα είπες μέσα σου: “Πολύ της είναι κι’ αυτό!”.



Ο κύριος. – Μα, γυναίκα μου, είμαστε στις πρώτες θέσεις και προς τη μέση. Πλήρωσα ένα σωρό λεφτά γι’ αυτά τα καθίσματα κι’ όλος ο κόσμος τα θεωρεί από τις καλύτερες θέσεις του θεάτρου. Πού ήθελες να σε πάω; Σε θεωρείο;



Η κυρία. – Γιατί τάχα μιλάς με τόση ειρωνεία για το θεωρείο; Κατά τη γνώμη σου θα το εξευτέλιζα αν πήγαινα εκεί, ε!... Καλύτερα να μη μ’ έφερνες στο θέατρο, αφού είχες σκοπό να μου κάνης τέτοια κομπλιμέντα.



Ο κύριος. – Μα όχι, όχι! Μόνο σου το είπα για να σου αποδείξω πως ύστερα από το θεωρείο, καλύτερες θέσεις είναι η δικές μας. Τα άλλα θεωρεία είναι πολύ ψηλά, μ’ εννοείς; Και στο ταμείο του θεάτρου, όταν ζήτησα από τις καλύτερες θέσεις, μου έδωσαν αυτές εδώ. Θαρρώ δα πως δεν είναι και φτηνές!



Η κυρία. – Έτσι, πήγες και πέταξες τα λεφτά χωρίς καν να δης πού είναι τα καθίσματά μας; Ώστε αν μας έβαζαν και στο υπερώο, δεν θα έλεγες τίποτα!
Ο κύριος. – Θέσις που πληρώνεται τόσο, δεν μπορεί να είναι στο υπερώο.
Η κυρία. – Αλλά είναι τέλος πάντων εδώ που είναι, εδώ που έτυχαν να είναι...
Ο κύριος. – Μα τα διάλεξα εγώ στο τυπωμένο σχέδιο του θεάτρου που μας έδειξαν στο ταμείο.
Η κυρία. – Ώστε τα πήρες χωρίς να τα δης, χωρίς να δοκιμάσης αν είναι μαλακά.
Ο κύριος. – Μα κανένας δεν συνηθίζει να το κάνη αυτό. Έπειτα, την ώρα εκείνη ήταν θεοσκότεινα εδώ μέσα.
Η κυρία. – Χάθηκαν τα φανάρια;
Ο κύριος. – Ω!
Η κυρία. – Τι ω;... Αλλά βέβαια, τι σε μέλλει αν πονέσουν τα κόκκαλά μου σ’ αυτά τα σανίδια που μ’ εκάθησες! Φτάνει εσύ να μη χαλάσης την ησυχία σου.
Ο κύριος. – Να σου βάλω το πανωφόρι μου να καθήσης απάνω;
Η κυρία. – Ωραίο προσκεφαλάκι!... Όλα σου τα κομπλιμέντα είναι του αυτού είδους. Αντί να μου στρώσης το πανωφόρι σου, καλύτερα θα έκανες να πας να ανοίξης την πόρτα να αναπνεύσω λιγάκι, που μ’ έπνιξε η γειτόνισσά μου εδώ με τις μυρουδιές της.
Ο κύριος. – Μα πώς μπορώ να αναστατώσω όλο τον κόσμο για να περάσω, αφού άρχισε η παράστασις;
Η κυρία. – Α, βέβαια, για τους ξένους σε μέλλει και για μένα, για τη μητέρα των παιδιών σου, δεν σε μέλλει τίποτε.
Ο κύριος. – Έπειτα, και αν την άνοιγα, θα γινόταν ρεύμα κι’ όλοι θα έτρεχαν να την κλείσουν.
Η κυρία. – Ώστε πρέπει σώνει και καλά να λιποθυμήσω εγώ για το χατήρι αυτής εδώ;
Ο κύριος. – Σουτ! Να μη σ’ ακούση!
Η κυρία. – Να μη μ’ ακούση; Ας μην έβαζε τόσες μυρωδιές, σαν καμμιά πατσαβούρα!...
Ο κύριος. – Μυρωδιές βάζουν και η καθώς πρέπει κυρίες.
Η κυρία. – Με άλλους λόγους, εγώ δεν είμαι καθώς πρέπει; Νέο κομπλιμέντο πάλι! Κρίμα που δεν πήρες εσύ αυτό το μυρωδάτο φρούτο, να κάθεσαι όπως κάθεται παρέκει ο άντρας της στο πλάι της σαν σκύλος!
Ο κύριος. – Κάνει ο άνθρωπος ό,τι έπρεπε να κάνουμε κι’ εμείς. Προσέχει στην παράστασι.
Η κυρία. – Ωραία παράστασις! Δεν καταλαβαίνω τίποτα!
Ο κύριος. – Αν πρόσεχες, αντί να μιλάς!
Η κυρία. – Να κάθομαι με κλειστό το στόμα, βουβή;...
Ο κύριος. – Δεν είπα αυτό... Αλλά τέλος πάντων άμα ανοίξη η σκηνή, είναι συνήθεια να μη μιλάη κανείς.
Η κυρία. – Και να βλέπη αυτές τις αηδίες!
Ο κύριος. – Δεν μου φαίνονται αηδίες...
Η κυρία. – Έτσι ε! Και πού γίνονται, σε παρακαλώ, αυτά που βλέπεις τώρα πάνω στη σκηνή; Ενώ τους κυνηγούν και βιάζουνται να φύγουν, αυτοί κάθονται και τραγουδούν κι’ όχι ένας-ένας, παρά όλοι τους μαζύ. Έπειτα όποιος μπαίνει και βγαίνει, ανοίγει και τα δυο φύλλα της πόρτας, σαν να έχη να περάση κανένα μπαούλο κι’ έπειτα η πόρτα κλείνει μόνη της... Δεν είναι αηδίες αυτά, Δημητράκη;
Ο κύριος. – Υποτίθεται ότι η πόρτες δεν κλείνουν μόνες. Κάποιος υπηρέτης είναι πίσω και τις κλείνει.
Η κυρία. – Κάθε κάμαρα λοιπόν και υπηρέτης. Ωραίο νοικοκυριό! Αυτά έρχεται να μάθη κανείς στο θέατρο; Και μου έλεγες χτες πως το θέατρο είναι σχολείο μορφώσεως ηθών. Ωραία ήθη μορφώνει. Κύτταξε κρυφομιλήματα εκείνη η χοντρή που φωνάζει μαζύ μ’ εκείνον τον κοντό με το μούσι. Δεν ντρέπεται, παντρεμένη γυναίκα! Κι’ ο άντρας της κουφός είναι και δεν ακούει τα ξεφωνητά της;
Ο κύριος. – Μην τα παίρνης τα πράγματα έτσι τραγικά.
Η κυρία. – Τώρα θα μου πης πως θα ήσουν πολύ ευχαριστημένος αν είχες την τύχη εκείνου με το μούσι... Βλέπω δα και με τι γουρλωμένα μάτια την κυττάζεις τη φωνακλού.
Ο κύριος. – Μα επί τέλους, γιατί ήρθα εδώ; Για να κλείσω τα μάτια μου και να ακούσω εσένα;
Η κυρία. – Όχι, κύριε, ήρθες με τρεις σκοπούς και τους τρεις εναντίον μου: Πρώτα να μου σπάσης τα κόκκαλα στους πάγκους, δεύτερο να με δηλητηριάσης με τις αποπνικτικές μυρωδιές της γειτόνισσάς μου και τρίτο να μου διαφθείρης τα ήθη!
Ο κύριος. – Σε παρακαλώ, σώπα! Ο κόσμος γελάει μαζύ μας.
Η κυρία. – Γελάει μαζύ σου. Σε οικτίρει κι’ έχει δίκηο. Αν σου αρέση αυτό, μείνε. Εγώ φεύγω, έσκασα, δεν αντέχω! Έλα, έλα πάμε στο ταμείο να πάρουμε πίσω τα λεφτά μας. Θα τους πάω στην αστυνομία! Εσύ να έρχεσαι μαζύ και να μη μιλάς, αφού δεν είσαι άξιος για τίποτε, να αφήσης εμένα να τους βάλω γνώσι. Ακούς εκεί να έρχεται κανείς στο θέατρο για να δη τέτοιες ξετσιπωσιές!... Ορίστε... άρχισαν τα φιλιά τώρα. Ου, να χαθούνε οι βρωμιάρηδες!...
Ο κύριος. – Μα αφού είναι μητέρα και γυιός, γιατί να μη φιληθούν;
Η κυρία. – Θέλεις να τα σκεπάσης κιόλας! Πού βρέθηκε μητέρα συνομήλικη με τα παιδιά της; Το λέει έτσι ψέματα από ντροπή. Θα μείνης να τους καμαρώσης; Εγώ φεύγω.
Ο κύριος. – Στάσου τουλάχιστον να τελειώση η πράξις.
Η κυρία. – Έφυγα!... Τέτοιες πράξεις να τις κάνουν σπίτι τους, οι μα-γκούφηδες!...
Ο κύριος. – Θ’ αναστατώσουμε τον κόσμο.
Η κυρία. – Αν δεν πας εμπρός εσύ να ανοίξης δρόμο, θ’ αρχίσω να περπατώ πάνω στα γόνατα των θεατών!
Ο κύριος. – Μα έχε λίγη υπομονή επί τέλους!
Η κυρία. – Ω! ω! τα νεύρα μου!... Ιχ!... Ωχ!... Ιχ!...
(Πέφτει λιπόθυμη στην αγκαλιά του κυρίου της. Αυτός, βοηθούμενος από έναν άγνωστο, την κουβαλάει στο αμάξι.)»


πηγή

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Να πετάτε μαζί αλλά…


Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, 
ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, 
όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, 
αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε
να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. 

Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, 
να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Σ ' αγαπώ γιατί:



  1. Μπορώ να είμαι ο εαυτός μου όταν είμαι μαζί σου.
  2. Με κάνεις να νιώθω, έτσι όπως δεν είχα νιώσει ποτέ πριν σε γνωρίσω.
  3. Το κάθε χάδι σου, με κάνει να τρέμω.
  4. Μπορώ να σου πω τα πάντα, χωρίς να αισθάνομαι άσχημα.
  5. Εσύ και εγώ μαζί, μπορούμε να κάνουμε τα αδύνατα δυνατά.
  6. Η πιο όμορφη σκέψη είναι η δική σου.
  7. Γιατί νιώθω μερικές φορές ότι ένα λεπτό από τη σχέση μας, αξίζει όσο όλη η ζωή μου πριν σε γνωρίσω.
  8. Νοιάζομαι για σένα, περισσότερο από τον ίδιο μου τον εαυτό.
  9. Είσαι ένα κομμάτι από τα όνειρα μου.
  10. Κάθε σου σκέψη μου δίνει ένα γλυκό χαμόγελο και με παρασύρει.
  11. Η αγάπη μας με κάνει να αισθάνομαι ότι τα καλύτερα έρχονται.
  12. Απλά δεν μπορώ να σου αντισταθώ.
  13. Βγάζεις από μέσα μου τον καλύτερο εαυτό μου.
  14. Έχεις απίστευτο χιούμορ.
  15. Κάθε φορά που σε κοιτώ, η καρδιά μου χτυπάει δυνατά.
  16. Είσαι το άτομο που κρατάει το κλειδί της καρδιάς μου.
  17. Μου έχεις μάθει τι πραγματικά σημαίνει αγάπη.
  18. Πάντα μου λες αυτό που έχω ανάγκη να ακούσω.
  19. Αποτελούμε το καλύτερο σενάριο των ονείρων μου.
  20. Και φυσικά, η εξυπνάδα σου, γιατί φάνηκες αρκετά έξυπνος/η για να με ερωτευτείς :-)
  21. Αγάπη μου !

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

ΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΩΝ Ο ΑΓΙΟΣ

ΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΩΝ Ο ΑΓΙΟΣ

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης


Ο συγγραφεύς περιγράφει τον εσπερινόν της παραμονής του Αγίου Νικολάου εις τον ομώνυμον ναόν της πατρίδος του Σκιάθου.



Εβράδυασεν. Ο ήλιος δύων όπισθεν του πευκοφύτου όρους έπεμπεν εις τας ανατολικάς άκρας της νήσου και εις τα προ του λιμένος νησίδια τας τελευταίας του ακτίνας, λαμβάνων μεθ' εαυτού όλον το ευφρόσυνον της ημέρας θάλπος και αφήνων εις τα βουνά να στέλλωσι το οξύ εκείνο του χειμώνος απόγαιον.

Ο λιμήν ήτο ακίνητος ως λίμνη. Τρία, τέσσαρα καΐκια ήρχοντο βιαστικά ν' αράξωσι χάριν της εορτής. Αι λέμβοι των αλιέων έσπευδον και αυταί να προσορμισθώσι και από την εξοχήν οι ποιμένες και γεωργοί κατήρχοντο εις την πόλιν προς τον αυτόν σκοπόν. Και μόνος ο πράκτωρ της ατμοπλοϊκής εταιρείας ανεβοκατέβαινεν ακόμη εις το παράλιον περιμένων το ατμόπλοιον.

Όμως ενύκτωσε και ήρχισε να σημαίνη η αγρυπνία. Ο γλυκύς του κώδωνος ήχος ελαλούσεν, εκελαδούσεν, ενόμιζες, την πανήγυριν. Εις οποιανδήποτε νήσον και αν αποβιβασθής, θα απαντήσης τον ναόν του Αγίου Νικολάου μικρόν η μέγαν, με μάρμαρα ή με πλίνθους. Ο Άγιος Νικόλαος είναι ο παππούς του ναυτικού μας, η γλυκυτέρα του ναύτου παραμυθία, των θαλασσών ο Άγιος. Εις την αγρυπνίαν έπρεπεν όλοι να παρευρεθώσι, διότι ηυτύχησαν να πανηγυρίσουν την εορτήν του εις το νησάκι των. Ο ναύτης και όταν ευδαίμων επιστρέψη εις την νήσον του, φέρει το τάξιμόν του εις τον Άγιον, ευχηθείς, όταν ήτο εις το πέλαγος, να τύχη κατά την εορτήν εις την πατρίδα του, ν' αγρυπνήση όλην την νύκτα. Και όταν πάλιν ναυαγός εις μίαν σανίδα σωθή, ή εις ξηρόν βράχον από τα δόντια του θανάτου γλυτώση, πρώτα, πρώτα θα φέρη το τάξιμό του εις τον Άγιον, λαμπάδα μεγάλην ή αργυρούν κανδήλιον, και ύστερον θα μεταβή εις την οικίαν του να χαιρετήση την μητέρα του την σύζυγόν του. Αλλ' ενίοτε δεν επανέρχεται. Το τάξιμόν του ήτο βαρύ. Είχε τάξει όλην την ζωήν του. Να γίνη καλόγηρος! Και ούτως ο ευλαβής, διασώσας την ζωήν του από τα κύματα της θαλάσσης πηγαίνει να την κλείση εις τους αφώνους του μοναστηριού τοίχους, εις τον Άθωνα.

Πάντες, γεωργοί και ναύται, συνηθροίζοντο εις την αγρυπνίαν συνωστιζόμενοι έμπροσθεν της εικόνος του Αγίου Νικολάου, παλαιάς βυζαντινής αγιογραφίας, ολίγον μαυρισμένης ή υπό του χρόνου, ή διότι ο ζωγράφος ηθέλησε δια του σκιερού χρώματος να παραστήση το αυστηρόν πρόσωπον του θαυματουργού αρχιερέως. Και ήναπτον όλοι τας μεγάλας λαμπάδας οι ναύται, τας οποίας είχον φέρει από το ταξίδιον, και έλαμπεν η εικών, και έλαμπεν όλη η εκκλησία. Και ακτινοβολούσε το πράον του Αγίου πρόσωπον εκ χαράς, νομίζεις, ως να ηυχαριστείτο, ότι την στιγμήν εκείνην εβούϊζεν ο μικρός ναός εκ της φαιδράς των ασμάτων ψαλμωδίας, μετ' ιδιαιτέρας αγάπης επαναλαμβανούσης το «Άγιε Νικόλαε» εν τοις εγκωμιαστικοίς ύμνοις. Και ηυχαριστούντο γύρο, γύρο οι ναύται ακούοντες τα άσματα και προσβλέποντες ατενώς εις την εικόνα, κατάφορτον από των αναθημάτων, εν οίς διέπρεπον αργυρά μικρά πλοιάρια, πλοιάρχων αφιερώματα. Κατά τας στιγμάς εκείνας ενόμιζες, ότι η εικών προσελάμβανε θαυμασίαν τινά κίνησιν και ζωήν αιφνίδιον. Ενόμιζες ότι εκινούντο οι οφθαλμοί του Αγίου και ευλογούσεν η χείρ τους προσφιλείς του ναυτίλους και ότι συχνά μετέβαλλεν όψιν το γηραιόν του πρόσωπον.

Άλλος εκ των εκεί παρισταμένων, έχων εις τον νουν του την παροιμιώδη του Αγίου Νικολάου ελεημοσύνην και προς τους πένητας συμπάθειαν, τον έβλεπε γλυκύν και μειδιώντα, ως ότε έσωζε κρυφά τας τρεις εκείνας θυγατέρας από του ηθικού θανάτου, παρέχων τα μέσα της υπανδρείας, και έτεινε και αυτός την χείρα, νομίζων ότι ο Άγιος φλωρία εμοίραζε την στιγμήν εκείνην. Άλλος πάλιν έχων εις τον νουν του, ότι ποτέ ο επίσκοπος των Μύρων, άγριος και απειλητικός εμφανισθείς, εκράτησε του δημίου την χείρα, έτοιμον να θανατώση τρεις άνδρας αθώους, συκοφαντηθέντας, τον έβλεπεν εις την εικόνα άγριον και απειλητικόν με πύρινα βλέμματα. Ο δε ναύτης, διαλογιζόμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος έσωσε το κλυδωνιζόμενον σκάφος, έτοιμον να καταποντισθή, εφαντάζετο τον Άγιον ιστάμενον ατρόμητον εν τη πρύμνη και βαστάζοντα κραταιώς το πηδάλιον, ενώ η εικών παρίστα τούτον καθήμενον επί θρόνου και ευλογούντα. Εκείνος δε πάλιν, ο ενθυμούμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος βυθισθείς εν τω πόντω έσωσεν ημίπνικτον τον από του πλοίου πεσόντα ναύτην, ενόμιζεν, ότι έβλεπε διάβροχον τον Ιεράρχην και ότι από το κοντόν λευκόν του γένειον έσταζεν ακόμη θάλασσα. Τόσην ζωήν παράδοξον ελάμβανεν η βυζαντινή εικών υπό τα πολλά εκείνα φώτα και την φαιδράν ψαλμωδίαν...



Διήγηματα Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, μετά προλόγου Β. Γαβριηλίδου. –

Εκδότης Σιδέρης 1921-1928 - Αθήναι

πηγή

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Μονόγραμμα


Κορυφαίο ποίημα έρωτα κι αγάπης του Οδυσσέα Ελύτη σε μουσική και αφήγηση Μίκη Θεοδωράκη και Ιουλίτας Ηλιοπούλου.

1o μέρος

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

2ο μέρος

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό «τί» καί τό «έ»
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά