.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

Βλάχικος γάμος

Την Κυριακή το πρωί, στο κονάκι (σπίτι) της νύφης γινόταν ένα είδος έκθεσης της προίκας (πάια) και των δώρων της. Από την ποσότητα και το είδος της προίκας κρινόταν η νοικοκυροσύνη και της νύφης και της μάνας της. Μετά τα μάζευαν και τα έβαζαν σε σακιά να είναι έτοιμη η προίκα όταν θα έρθουν οι συμπέθεροι να πάρουν τη νύφη και αυτή. Μετά ακολουθούσε τραπέζι για τους συγγενείς.

Τη νύφη τη στόλιζαν τα κορίτσια που ήταν στο κονάκι αποβραδίς και ταυτόχρονα τραγουδούσαν, ενώ τα παπούτσια της τα φορούσε ο αδερφός της. Φορούσε ένα φόρεμα – την επίσημη φορεσιά (αρμάτα) – κόκκινο συνήθως και σπανίως πράσινο ή μπλε. Στην πλάτη είχε ένα σταυρό από 2 βελονιές για το κακό το μάτι. Το πρόσωπό της καλυπτόταν από ένα αραχνοΰφαντο λευκό και κεντημένο μαντήλι (για να μη φανεί το πρόσωπό της όταν έρθουν οι συμπέθεροι) ενώ τα χέρια της καλύπτονταν κι εκείνα από ένα μαντήλι. Όταν ήταν έτοιμη, πια, έμπαιναν στην καλύβα οι συγγενείς για να τη δουν και να της ευχηθούν. Ευχόμενοι της έδιναν και χρήματα. Τα χρήματα αυτά τα μάζευε σε ένα ταγάρι ή μια άσπρη μαξιλαροθήκη μια «αδελφοποιτή» της νύφης [αδελφοποιτές λέγονται 2 κοπέλες, τις οποίες προόριζαν οι γονείς τους – από την κοιλιά ακόμη – να παντρευτούν.

Όταν, όμως, δεν γεννιόντουσαν αγόρι και κορίτσι, στη μεν περίπτωση των 2 κοριτσιών ονομάζονταν «αδελφοποιτές» (σουράτι), στη δε των αγοριών «βλάμηδες» (φουρτάτς) ]. Έβγαιναν για λίγο στην αυλή, χόρευαν με τη νύφη και μετά έμπαιναν πάλι στην καλύβα και περίμεναν όλοι τους συμπέθερους. Στο κονάκι του γαμπρού, το πρωί της Κυριακής μαζεύονταν οι γυναίκες για να στολίσουν τις 3 κουλούρες (είδος ψωμιού) ∙ η μια ήταν του βλάμη (του καλύτερου φίλου του γαμπρού), η άλλη του κουμπάρου και η 3η και πιο όμορφη της νύφης. Στη συνέχεια, με συνοδεία οργάνων και το φλάμπουρο μπροστά, πήγαιναν και έπαιρναν το βλάμη και τον κουμπάρο. Πήγαιναν στο κονάκι του γαμπρού και έτρωγαν κάτω από το «κουτάρο» (ξύλινο σκέπασμα, που κατασκεύαζαν οι άντρες την Τετάρτη πριν το γάμο). Μετά το φαγοπότι, καθόταν ο γαμπρός σε μια καρέκλα στην είσοδο του «κουτάρου» και τον ξύριζε ο κουμπάρος ή ένας μπαρμπέρης. Την ώρα εκείνη οι συγγενείς έριχναν κέρματα σ’ ένα μπακιρένιο δοχείο με νερό, μέσα στο οποίο είχε ο γαμπρός τα πόδια του.

Όταν τελείωνε πια το ξύρισμα, τότε οι συγγενείς τον φιλούσαν, τον δώριζαν – ασήμωναν και του εύχονταν. Στη συνέχεια, πήγαινε στην καλύβα του και ντυνόταν. Φορούσε μπουραζάνα – παλαιότερα φουστανέλα. Στο γιλέκο του, στην πλάτη είχε κι αυτός σταυρό από 2 βελονιές, για να χτυπά το κακό μάτι, στην τσέπη του ένα κλειδί, για να κλειδώνει τα κακά στόματα και στο τσαρούχι του ένα νόμισμα. Όταν πια ετοιμαζόταν και ο γαμπρός, προτού ξεκινήσουν, η μητέρα του γαμπρού έριχνε νερό, με ασημένιο μαστραπά, στην άκρη του σακακιού του παππού και στην ποδιά της γιαγιάς και ο γαμπρός έσκυβε να πιεί νερό, για να πάρει κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευχή των παππούδων του. Μετά, άφηνε η μητέρα του το μαστραπά στα πόδια του γαμπρού, του έβαζε ένα νόμισμα στο στόμα και αυτός έπρεπε με τη σειρά του να κλωτσήσει το μαστραπά με το δεξί του πόδι και να χυθεί το νερό μαζί με το νόμισμα. Αυτό όλο συμβόλιζε την αφθονία. Στη συνέχεια ξεκινούσαν για το κονάκι της νύφης. Μπροστά πήγαινε η αδερφή του γαμπρού με τη στολισμένη, την πιο όμορφη κουλούρα στο κεφάλι και ένα δισάκι στον ώμο. Το δισάκι αυτό περιείχε ένα λευκό κεντητό μαντήλι, πλάτη ενός ψητού προβάτου, ένα μπουκάλι ούζο και καραμέλες – κουφέτα.

Ο γαμπρός πήγαινε καβάλα σ’ ένα άλογο το οποίο φορούσε στην πλάτη μια κόκκινη κεντητή μπατανία. Ο βλάμης κρατούσε το φλάμπουρο (στολισμένο με πολύχρωμες μάλλινες φούντες, τα λεγόμενα «κιρίτσια») και όλοι οι συγγενείς προχωρούσαν τραγουδώντας. Καθώς πλησίαζαν, οι συμπέθεροι έριχναν 3 πυροβολισμούς για να ενημερώσουν για την άφιξή τους το άλλο σόι κι εκείνοι με τη σειρά τους (συγγενείς της νύφης) ανταπέδιδαν, δείχνοντας έτσι ότι επιτρέπουν την είσοδό τους. Στη συνέχεια, όμως, οι συγγενείς της νύφης σχημάτιζαν τοίχος, με μπροστάρηδες τους γηραιότερους της οικογένειας, εμποδίζοντάς τους έτσι να περάσουν αν πρώτα δεν πληρώσουν ή δεν πιούν μια και κάτω το ποτό που τους κερνούν.

Η μεριά της νύφης έριχνε μια κουλούρα στον αέρα, προς τους συμπέθερους που έμπαιναν και οι νέοι έτρεχαν να πιάσουν την κουλούρα, την οποία μοιράζονταν. Ένα αγόρι μικρό έπαιρνε από τον βλάμη τη σημαία και την τοποθετούσε στο ψηλότερο σημείο της καλύβας. Στη συνέχεια οι άντρες συγγενείς του γαμπρού – χωρίς τον ίδιο και τον βλάμη, οι οποίοι περίμεναν έξω – έμπαιναν ένας ένας στην καλύβα της νύφης. Εκείνη με καλυμμένο το πρόσωπο φιλούσε το χέρι των συμπέθερων κι εκείνοι με τη σειρά τους την κερνούσαν με νομίσματα. Βγαίνοντας από την καλύβα, τους κερνούσαν ούζο και μετά μαζί με το γαμπρό και το βλάμη κάθονταν κάτω από το «κουτάρο», όπου τους έστρωναν τραπέζι. Μετά αναλάμβαναν οι γυναίκες συγγενείς του γαμπρού – χωρίς τη μητέρα, όμως, η οποία και στον αρραβώνα και στο γάμο έμενε σπίτι – με πρώτη την αδερφή του. Μπαίνοντας, αντάλλαζαν κουλούρες, χαιρετούσαν και η αδερφή του γαμπρού έβγαζε από τη νύφη το πέπλο που φορούσε στο πρόσωπο και της φορούσε εκείνο που πήγαινε εκείνη. Συνήθως της φορούσαν και κάποιο κόσμημα…και φυσικά πάλι με τη συνοδεία τραγουδιών. Όταν τελείωναν και οι γυναίκες από την καλύβα της νύφης, πήγαιναν κι εκείνες στο «κουτάρο». Ο πατέρας του γαμπρού ζητούσε το σημάδι με το οποίο είχε αρραβωνιάσει τη νύφη του. Η μητέρα της νύφης έβαζε στην τάβλα, το σημάδι, τις καραμέλες – κουφέτα κι ένα μπουκάλι ούζο. Τότε, έβγαζαν και οι συγγενείς του γαμπρού, από το κεντητό δισάκι τους, τις δικές τους καραμέλες – κουφέτα, το μπουκάλι με το ούζο και την πλάτη του ψητού προβάτου.

Έβαζαν σ’ ένα μπακιρένιο ταψί (σινί) τα κουφέτα και των δυο μαζί με το σημάδι. Στη συνέχεια, πρώτα ο πατέρας του γαμπρού κι έπειτα ο πατέρας της νύφης ακουμπούσαν το μαντήλι με το σημάδι στα μαλλιά τους κι έπιναν ούζο κι απ’ τα δυο μπουκάλια κι εύχονταν «να ζήσουν, ν’ ασπρίσουν σαν τα μαλλιά» και «να μας προκόψουν». Έπειτα, το σημάδι και τα δυο μπουκάλια περνούσαν από χέρι σε χέρι σε όλους όσους βρίσκονταν στο τραπέζι κι εύχονταν κι εκείνοι με τη σειρά τους. Μετά ξεκινούσε ο χορός. Ένας από τους συγγενείς της νύφης, συνήθως ο αδερφός ή θείος, οδηγούσε το γαμπρό και το βλάμη στην αυλή, όπου ξεκινούσαν το χορό. Πρώτος χόρευε ο αδερφός της νύφης, δεύτερος ο γαμπρός, στου οποίου το πέτο κρεμούσαν χρήματα και τρίτος ο βλάμης. Κατά τη διάρκεια του χορού, η μητέρα της νύφης τοποθετούσε λευκό μαντήλι στους ώμους του γαμπρού και του βλάμη για να ξεχωρίζουν. Μετά το χορό έφτανε η ώρα της αποχώρησης. Πρώτοι ξεκινούσαν ο γαμπρός και ο βλάμης και πίσω τους ακολουθούσαν οι συγγενείς του γαμπρού, οι οποίοι πλήρωναν για να πάρουν την προίκα της νύφης και τη φόρτωναν στα άλογα (πρώτα την έπαιρνα Κυριακή του γάμου την προίκα, αργότερα την Πέμπτη πριν το γάμο). Ο κουμπάρος πλήρωνε το παιδί που κρατούσε το φλάμπουρο και το έπαιρνε πίσω, ενώ ο πεθερός πλήρωνε για να πάρει την κόκκινη φλοκάτη που κρεμόταν στην είσοδο της καλύβας της νύφης και άνηκε στην προίκα της. Μετά, ερχόταν η ώρα που η νύφη έβγαινε από την καλύβα της. Δεξιά και αριστερά της είχε τα αδέρφια της ή πολύ στενούς συγγενείς. Στην έξοδο, μπροστά στα πόδια της τοποθετούσαν ένα μπακιρένιο μαστραπά με νερό και ένα νόμισμα στο στόμα της. Η διαδικασία ήταν ίδια με αυτή του γαμπρού. Γυρνούσε μετά προς την είσοδο του σπιτιού, προσκυνούσε 3 φορές και χαιρετούσε τους συγγενείς της που την ξεπροβόδιζαν με τραγούδια. Στα μισά του δρόμου περίμεναν τη νύφη οι συγγενείς του γαμπρού.

Ο πατέρας της, την ανέβαζε πάνω σ’ ένα άσπρο άλογο, το οποίο φορούσε μια κόκκινη ολοκέντητη μπατανία στην πλάτη του. Καθώς ανέβαινε στο άλογο, δεξιά και αριστερά κρατούσαν ανοιχτές φλοκάτες για να μη φανούν τα πόδια της. Την παρέδιδαν στο νέο της σόι και επέστρεφαν στο κονάκι τους. Ήταν ένα δύσκολος αποχαιρετισμός και για τους γονείς της αλλά περισσότερο για την ίδια τη νύφη. Τα γκέμια του αλόγου της τα έδεναν στο άλογο του πεθερού της που προπορευόταν, ενώ δίπλα της βάδιζε ο αδερφός ή θείος του γαμπρού. Κατά τη διάρκεια της πορείας αστειεύονταν και την πείραζαν, αλλά εκείνη έπρεπε να στέκεται σοβαρή και αμίλητη. Πρώτα έφτανε ο γαμπρός, ο οποίος δε γύριζε καθόλου να κοιτάξει τη νύφη σε όλη τη διαδρομή, για να μη μοιάσουν – όπως έλεγαν – τα παιδιά τους το σόι της νύφης. Κατέβαιναν και οι δυο από τα άλογα και κατευθύνονταν προς το καλύβι που θα τελούταν το μυστήριο. Μπροστά τους προπορευόταν – κοιτάζοντάς τους – μια γυναίκα από το σόι του γαμπρού, η οποία ράντιζε με ούζο το δρόμο τους τραγουδώντας, ξορκίζοντας έτσι οποιοδήποτε κακό και όλα τα μάγια. Αφού τελείωνε το τραγούδι, έβγαιναν στην είσοδο της καλύβας οι γονείς του γαμπρού και δώριζαν τη νύφη κοσμήματα.

Μετά έδινε η πεθερά στη νύφη ένα κομμάτι βούτυρο και η νύφη άλειφε στην είσοδο πάνω, κάτω, δεξιά και αριστερά κάνοντας το σχήμα του σταυρού και στη συνέχεια έτρωγαν εναλλάξ – νύφη και πεθερά – ένα λουκούμι. Μετά το καλωσόρισμα, άρχιζε η ¨εξέταση¨ της νύφης από την πεθερά, όσον αφορά τις πνευματικές και σωματικές της ικανότητες. Δηλ. στην αρχή η πεθερά λανάριζε μαλλί από το κεφάλι της νύφης με την ευχή να ασπρίσει και κατόπιν της έδινε να λαναρίσει κι εκείνη μαλλί, να γνέσει και να κάνει κουβάρι το νήμα. Η επόμενη δοκιμασία ήταν να βρει τη βελόνα που είχε ρίξει κάτω η πεθερά, αποδεικνύοντας έτσι την παρατηρητικότητά της. Δε δυσκολευόταν ιδιαίτερα, μιας που γνώριζε τις δοκιμασίες που επρόκειτο να περάσει από τη μητέρα της και ήταν προετοιμασμένη. Στη συνέχεια, έμπαινε το ζευγάρι στην καλύβα πατώντας πάνω σ’ ένα μάλλινο λευκό δίμιτο διάδρομο, βάζοντας στης νύφης τις μασχάλες δυο ψωμιά. Στη συνέχεια, όταν πια έμπαιναν στην καλύβα, η πεθερά έπαιρνε τη νύφη και την οδηγούσε στην εστία όπου και προσκυνούσε. Αυτό συμβόλιζε τη μόνιμη εγκατάσταση και το ρίζωμα της νύφης στο καινούργιο της σπίτι και αφού της έδιναν 3 αγοράκια να τα πάρει αγκαλιά, ξεκινούσε το μυστήριο στην καλύβα, το οποίο τελούσε κάποιος ιερέας από τις γύρω περιοχές. Μετά απ’ αυτό, έβγαινε το ζευγάρι στην αυλή και ξεκινούσε η επίδειξη της προίκας της νύφης (υφαντές κουβέρτες, φλοκάτες, υφαντά μαξιλάρια, ταγάρια, καθώς επίσης και τα ρούχα της).

Μέσα στην προίκα άνηκαν και τα δώρα για το νέο σόι. Λευκή φλοκάτη για τον πεθερό και τον κουμπάρο, κόκκινη φλοκάτη για τα αδέρφια του γαμπρού, υφαντές κάλτσες, μαξιλαροθήκες και πετσέτες για τους θείους και κεντητά ή υφαντά ταγάρια για τους ανύπαντρους συγγενείς. Τα δώρα δεν τα μοίραζε η νύφη, αλλά ο βλάμης φωνάζοντας δυνατά το όνομα του καθενός και πετώντας από μακριά το δώρο του. Όταν έπαιρναν τα δώρα τους, τα ακουμπούσαν στα μαλλιά τους και εύχονταν «σνι κιρδισιάστε» δηλ. να προκόψουν. Αφού μοίραζαν και τα δώρα, άρχιζε επιτέλους το γλέντι. Πρώτος στο χορό ήταν ο κουμπάρος, δίπλα του η νύφη και ο γαμπρός και μετά όλοι οι συγγενείς. Μετά τον 1ο χορό που θεωρούταν του κουμπάρου, χόρευε η νύφη στην οποία δώριζαν (κρεμώντας) το σόι του γαμπρού χρήματα και στη συνέχεια χόρευε ο γαμπρός με το σόι του να τον ακολουθεί. Το γλέντι κρατούσε μέχρι τα ξημερώματα. Τη στιγμή που αποχωρούσε ο κουμπάρος, τον αποχαιρετούσαν με τραγούδια και μουσική.

Οι νεόνυμφοι έφευγαν στο τέλος του γλεντιού και πήγαιναν σε καινούργια καλύβα, τη δική τους. Εκεί τους περίμενε το νυφικό κρεβάτι, στρώθηκε και στολίστηκε λίγες μέρες πριν με λουλούδια, καραμέλες, σταφίδες και κέρματα….και φυσικά όπως και σήμερα, κατά το στρώσιμο, έριξαν πάνω ένα αγοράκι, για να είναι αγόρι το πρώτο τους παιδί.


Μαρία Παλαιολόγου