.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Όταν η νύμφη δεν ήτο «εθνικόφρων»...


48 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ: «ΕΛΛΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ»


* Τα «κοινωνικά φρονήματα» και το μυστήριο του γάμου επί Επταετίας * Οι περιπτώσεις των γάμων στρατιωτικών υπό προϋποθέσεις


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
Σήμερα μοιάζει με αστείο. Οι κάποιας ηλικίας - 60άρηδες, ας πούμε, και άνω – μάλλον θα γελάσουν, καγχάζοντας και διακωμωδώντας το θέμα για το όποιο «κάτι έχουν ακούσει, κάτι θυμούνται...». Αλλοι – οι της νεότερης γενιάς - θ’ αναρωτηθούν και θα διαπορήσουν: συνέβαιναν τέτοια πράγματα, είναι δυνατόν; Κι όμως! Υπήρχε περίοδος που στη χώρα μας η διενέργεια του ιερού μυστηρίου του γάμου (το κατά τον Απ. Παύλο «μέγα μυστήριον», Εφεσ. 5, 25-32) τελούσε, όχι υπό τους δεδομένους για τη χριστιανική θρησκεία θεολογικούς όρους και προϋποθέσεις, αλλά πολιτικούς! Γυρνάμε 48 χρόνια πίσω, στη θλιβερή επέτειο της εγκαθιδρύσεως της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967. Μιλάμε για την περίοδο της «εθνοσωτηρίου» Επταετίας (1967 – 1974), κατά τη διάρκεια της οποίας για να δημιουργήσει οικογένεια ένας αξιωματικός (ένας «ένστολος» των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, ευρύτερα), κάνοντας το πρώτο βήμα που λέγεται γάμος, θα έπρεπε προηγουμένως να ελέγξει το πολιτικό «ποιόν» της αγαπημένης του, διότι σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις της τότε εποχής όταν η νύμφη δεν ήτο «εθνικόφρων» (σύμφωνα με τη φαλκιδευμένη, προπαγανδιστικού χαρακτήρα εκδοχή της εθνικοφροσύνης) το «Ησαϊα χόρευε...» καθίστατο απαγορευτικό καθώς η «Υπηρεσία» ηρνείτο να εγκρίνει την τέλεση γάμου και οι επιμένοντες να νυμφευθούν απειλούντο με απόταξη. Οι παρεμβάσεις της δικτατορίας και στη προκειμένη περίπτωση υπήρξαν κατάφωρα αντίθετες προς το κανονικό δίκαιο και την τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτό, όμως, δεν ήταν τόσο περίεργο. Το πραγματικά περίεργο ήταν ότι στις αντικανονικές αυτές παρεμβάσεις συνέδραμε και η ίδια η υπό τον τότε Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Α’ (Κοτσώνη) διοίκηση της Εκκλησίας.

ΚΩΛΥΜΑ ΓΑΜΟΥ
ΤΟ «ΑΡΙΣΤΕΡΟ» ΦΡΟΝΗΜΑ

Την περίοδο της Επταετίας, όπως τεκμαίρεται από τα σχετικά έγγραφα που συνοδεύουν το παρόν άρθρο, εάν, μετά τη σχετική αίτηση που υποχρεώνονταν να υποβάλλουν προς τη Στρατιωτική Υπηρεσία τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, διεπιστώνετο από τις Υπηρεσίες Ασφαλείας («Α2») ότι η μνηστή του μόνιμου αξιωματικού ή υπαξιωματικού διέκειτο φιλικά η ίδια, ή οι γονείς της προς την παράταξη της Αριστεράς (ακόμη και του Κέντρου), τότε καθίστατο de facto απαγορευτική η τέλεση του μυστηρίου του γάμου! Σύμφωνα, λοιπόν, με τις - απολύτως και κραυγαλέα ασύμφωνες με τη σχετική δογματική διδασκαλία της Χριστιανικής Εκκλησίας - αντιλήψεις του (ψευδωνύμου, όπως αποδεικνύεται) «ελληνοχριστιανικού» καθεστώτος της δικτατορίας, τα αριστερά πολιτικά φρονήματα, αποτελούσαν κώλυμα για την τέλεση ενός θρησκευτικού μυστηρίου, όπως αυτό του γάμου. Το δικτατορικό καθεστώς μάλιστα με το πέρασμα του χρόνου αυστηροποιώντας τις προϋποθέσεις για την παροχή αδείας συνάψεως γάμου θα απαιτήσει «αφοσίωσιν εις τα εθνικά ιδεώδη» όχι μόνο για τη μέλλουσα σύζυγο του ενστόλου (ή τον μέλλοντα σύζυγο, αναφορικώς με το θήλυ προσωπικό), αλλά μέχρι και του δευτέρου βαθμού των εξ αίματος συγγενών αυτού / αυτής. Το γεγονός αυτό είχε σαν επακόλουθη συνέπεια να χωρίσουν εξαναγκαστικώ τω τρόπω οι δρόμοι ανθρώπων που αγαπήθηκαν και θέλησαν να ενώσουν με την ευλογία της Εκκλησίας και διά του μυστηρίου του γάμου τις ζωές τους «εις σάρκαν μίαν» κατά το πρότυπο της ενώσεως του Χριστού με την Εκκλησία, πλήν, όμως, δεν είχαν υπολογίσει ότι εκείνη τη περίοδο η βούλησή τους να συζευχθούν δεν υπαγόταν, όπως προβλέπει η χριστιανική διδασκαλία και παράδοση, στην ευλογία της Εκκλησίας, αλλά στις διαθέσεις της δικτατορίας. Κι όλα αυτά παρά το γεγονός ότι σύμφωνα την ορθόδοξη θεολογική θεώρηση, η ποιμαίνουσα Εκκλησία ευλογεί το γάμο και τον συνδέει με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, σχετικοποιώντας τον δε ως κοινωνικό θεσμό, ή ως θεσμό φυσικού δικαίου, τον εντάσσει στη λειτουργική αναφορά του ανθρώπου προς το Θεό (Μαντζαρίδη, Γ., Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1999, σ. 283). Ετσι ο γάμος τοποθετείται πέρα από τη φυσική νομοτέλεια και αποκτά εκκλησιολογικό και εσχατολογικό νόημα: «Ούτω το μυστήριον της εκ σωμάτων συναφείας εις μιαν σάρκα συμβολής όντως μέγα εστίν, αλλά εις Χριστόν και εις Εκκλησίαν» (βλ. «Γρηγορίου Παλαμά, Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 22», Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, επιμ. Παν. Χ ρ ή σ τ ο υ, τ. 2, Θεσσαλονίκη, 1966, σ. 136).

Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ
«ΕΠΙΣΗΜΗΣ» ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Για τις αντιχριστιανικές αυτές συμπεριφορές η τότε, υπό τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Α’ (τον και καθηγητή Κανονικού Δικαίου), διοικούσα Εκκλησία, ενώ θα όφειλε, ασφαλώς, να ορθώσει το ανάστημά της και υπερασπίζοντας το Ευαγγέλιο και τους Ιερούς Κανόνες, ν’ αντιδράσει δυναμικά στην συγκεκριμένη ωμή πολιτική παρέμβαση - η οποία στραγγαλίζοντας το συγκεκριμένο βασικό ατομικό δικαίωμα και εισχωρώντας στον πυρήνα της ανθρώπινης συνειδήσεως καταδυνάστευε το (δογματικά κατοχυρούμενο, βάσει της χριστιανικής διδασκαλίας) αυτεξούσιο της ανθρώπινης βουλήσεως που παρεχώρησε στον άνθρωπο ο Θεός (βλ. Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής ανθρώπου, P.G. 44, 184B) - εν τούτοις αδράνησε αντιμετωπίζοντας την εν λόγω αντιχριστιανική παρέμβαση με «στωϊκή απάθεια». Αλλά και, επί της ουσίας, συνέδραμε στο έργο της δικτατορίας καθώς τις αντισυνταγματικές και προδήλως αντιχριστιανικές προϋποθέσεις της «εθνικοφροσύνης» που εθέσπιζε το καθεστώς για να παραχωρήσει άδεια γάμου σε μελλονύμφους στρατιωτικούς, η Εκκλησία τις ενσωμάτωνε σε «οδηγίες» και εγκυκλίους της, συνεργώντας στην κατάφωρη παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας. Ο ίδιος ο Ιερώνυμος Α’ αν και ανεγνώριζε και διεκήρυττε, εξ αφορμής της προθέσεως της δικτατορίας το 1968 να καθιερώσει το θεσμό του «αυτομάτου διαζυγίου», ότι εξ επόψεως θεολογικής «η Εκκλησία, ως φύλαξ των μυστηρίων, έχει χρέος ιερόν και αμετακίνητον να αρνηθή άνευ συζητήσεως και άνευ συμβιβασμών οιανδήποτε κατά του θείου μυστηρίου του γάμου παρέμβασιν» (βλ. Αρχιεπισκόπου πρώην Αθηνών Ιερωνύμου, «Το δράμα ενός Αρχιεπισκόπου», σσ. 113 – 119), εν τούτοις για το θέμα της πολιτικοποιήσεως του ιερού μυστηρίου του γάμου εσιώπησε, προφανώς, για να μη τραυματισθούν οι φιλικές και μη διαταραχθούν οι ιδεολογικοπολιτικές σχέσεις της Εκκλησίας με το δικτατορικό καθεστώς. Ο ίδιος μάλιστα, ως Αθηνών, συνέδραμε στο έργο της δικτατορίας δίδοντας εντολές στους ιερείς της Αρχιεπισκοπής, για τις περιπτώσεις των μελλονύμφων που ήταν στρατιωτικοί να ζητούν την «άδεια της Υπηρεσίας τους που τους επιτρέπει να κάνουν το γάμο τους» (βλ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου, 1829 ημέραι (17 Μαϊου 1967 – 16 Μαϊου 1972) εις το πηδάλιον, τ. Α’ («Το έργον της Αρχιεπισκοπής Αθηνών»), εν Αθήναις, 1972, σ. 195). Για τον ίδιο λόγο – για να μη τα «χαλάσουν» - εσιώπησε στην εξ επόψεως χριστιανικής εφάμαρτη εξωσυζυγική σχέση που διατηρούσε ο (κατά τ’ άλλα διαπρύσιος κήρυκας του Χριστιανισμού) δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος καθώς και για το 24ώρου διαρκείας (!) διάταγμα που εψήφισε το 1969 προκειμένου να επιτύχει εκβιαστικά την έκδοση του διαζυγίου με την γυναίκα του Νίκη Παπαδοπούλου (με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά) προκειμένου να παντρευθεί τη Δέσποινα Γάσπαρη.
Χαρακτηριστικές είναι οι παρατιθέμενες κατωτέρω περιπτώσεις αρνήσεως της Στρατιωτικής Υπηρεσίας να χορηγήσει άδεια τελέσεως θρησκευτικού γάμου, σε στελέχη των Ε.Δ. επειδή οι υποψήφιες σύζυγοι αυτών «βαρύνονταν», οι ίδιες - ή ακόμη και συγγενικά τους πρόσωπα – υπό πολιτικών φρονημάτων «αριστεράς» αποκλίσεως. Φρονήματα τα οποία υπό του καθεστώτος, σύμφωνα με τις ιδεολογικές του αντιλήψεις και θεωρίες, εθεωρούντο ως μη συμβατά για τη σύναψη θρησκευτικού γάμου των στρατιωτικών - των οποίων έτσι οι σχετικές αιτήσεις χορηγήσεως αδείας απορρίπτονταν, ή εγκρίνονταν αν διαπιστωνόταν ότι η οικογένεια της ελεγχομένης μελλονύμφου είχε «αποχαρακτηρισθεί» και, άρα, δεν εθεωρείτο πλέον «αριστερή». Τα σχετικά έγγραφα – ντοκουμέντα έχουν εκδοθεί υπό του Τμήματος Ασφαλείας του 2ου Επιτελικού Γραφείου της 28ης Τακτικής Αεροπορικής Δυνάμεως (του νυν Αρχηγείου Τακτικής Αεροπορίας / Α.Τ.Α.) και είναι δεκάδες.

ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΓΑΜΟΥ ΤΟ
«ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ»

Τα περισσότερα εκ των εγγράφων αυτών κατεστράφησαν, παραδοθέντα στην πυρά, ίσως για να μην υπάρχουν τα ίχνη τους στη μετά τη δικτατορία εποχή. Εκ των διασωθέντων, όμως, μπορεί κάλλιστα να αντιληφθεί κανείς τη σκοπιμότητα που υπηρετούσε το περιεχόμενό τους καταλύοντας κάθε έννοια ελευθερίας ακόμη και αυτή της θρησκευτικής και μάλιστα με τις εντολές ενός καθεστώτος, το οποίο επαίρονταν για τη θρησκευτικότητά του και την προσήλωσή του στις χριστιανικές αρχές, μόνο που στην πράξη όλα αυτά αποδείχθηκαν δήθεν...
Τι αναφερόταν στα έγγραφα αυτά; Ενδεικτικά, στο έγγραφο Φ.144/200/Α582/αριθ. σχεδ. 83 / 8 Μαΐου 1973, με θέμα «Εξακρίβωσις ποιού μελλονύμφου» αφού σημειώνεται ότι «...ο πατήρ αυτής συναναστραφείς μετά κομμουνιστού πιστεύεται ότι επηρεασθείς υπ’ αυτού, εξεδηλώθη υπέρ της Κεντροαριστεράς παρατάξεως....» και πως «ο αδελφός αυτής προ της Επαναστάσεως εξεδηλούτο υπέρ του Α. Παπανδρέου, πολλάκις δε εντός καφενείου του χωρίου του κατεφέρθη κατά του Βασιλέως...» και εν τέλει κρίνεται ότι «Κατόπιν των ανωτέρω φρονούμεν ότι δεν δύναται να παρασχεθεί η υπό του Ασμίου (.....) αιτουμένη έγκρισις...». Στο σχετικό Φ.144/100/Α176/Αριθ. σχεδ. 41/ 9 Φεβ. 1973, με θέμα «Κοινωνικά φρονήματα μελλονύμφου», αφού σημειώνεται ότι «ο πατήρ της ειρημένης κατά την περίοδο της Κατοχής παρασυρθείς ανεμίχθη εις την ΕΠΟΝ άνευ δράσεως» και ότι «έκτοτε και μέχρι του έτους 1961 δεν απησχόλησε τας Αστυνομικάς αρχάς δι’ ο και απεχαρακτηρίσθη αυτοδικαίως» καθώς και πως «από της αποκαταστάσεώς του και μέχρι σήμερον διάγει νομιμοφρόνως» κρίνεται ότι «κατόπιν των ανωτέρω και δοθέντος ότι η μελλόνυμφος δεν επηρεάζεται υφ’ οιουδήποτε προσώπου έχοντος δυσμενή εις βάρος του στοιχεία εισηγούμεθα την παροχήν της υπό του εν λόγω Αξ/κού αιτουμένης εγκρίσεως». Πρόκειται για περίπτωση θετικής εκβάσεως, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι δικαιολογείται ο ένας τέτοιου τύπου έλεγχος, για το απλούστατο λόγο ότι δεν συνάδει με τη χριστιανική διδασκαλία, αλλά ούτε με το κατοχυρούμενο διεθνώς ατομικό ανθρώπινο δικαίωμα θρησκευτικής ελευθερίας η θεώρηση του πολιτικού φρονήματος ως κωλύματος γάμου! Σήμερα – μεσούσης της Δημοκρατίας και παρά τα όποια της προβλήματα – το θέμα φαντάζει «κωμικό», αλλά τότε ήταν πράγματι τραγικό, καθώς με την απαγόρευση της τελέσεως θρησκευτικών γάμων στρατιωτικών με Ελληνίδες που εφέροντο ως εμφορούμενες οι ίδιες ή συγγενικά τους πρόσωπα «υπό αριστερών φρονημάτων», το καθεστώς είχε υπεισέλθει στο εσώτερο – μυστηριακό χώρο της θρησκείας, αδιαφορώντας τόσο για τις συνέπειες που προκαλούσε στο σώμα της Εκκλησίας δια της εισχωρήσεώς του στα εσωτερικά – interna corporis – θέματα αυτής, όπως το μυστήριο του γάμου όσο και και τη βλάβη που προκαλούσε στη θρησκευτική συνείδηση των θιγομένων ανθρώπων, στερώντας τους – με ποιο δικαίωμα άραγε;... - την θεόθεν ευλογία της συζυγίας. Θα χρειασθεί να περάσει μια ολόκληρη επταετία από τη πτώση της δικτατορίας για να εκδοθεί, επί αρχιεπισκοπίας Σεραφείμ (Τίκα), εγκύκλιος της Εκκλησίας βάσει της οποίας η έκδοση επισκοπικής αδείας για την τέλεση του μυστηρίου του γάμου «καθίσταται δυνατή άνευ της προσκομίσεως αδείας στρατιωτικής αρχής, ευθυνομένου μόνον του ενδιαφερομένου» (βλ. Α.Π. 1272/999/03.06.1981 εγκύκλιο της Δ.Ι.Σ., η οποία εξεδόθη κατόπιν σχετικής αποφάσεως της Ι.Σ.Ι. ληφθείσης στην τακτική συνεδρίαση του Οκτωβρίου του 1980). Ενώ για την άρση των ιδίων προϋποθέσεων «εθνικοφροσύνης» περί την τέλεση του γάμου και την υποβολή της εγκριτικής αδείας εκ μέρους της Στρατιωτικής Υπηρεσίας - αν και στην πράξη οι προϋποθέσεις αυτές περιήλθαν σταδιακά σε αχρησία - θα χρειασθεί για τις κυβερνήσεις της μεταπολιτεύσεως να παρέλθουν, τα διπλάσια - σε σχέση με την Εκκλησία, χρόνια – και συγκεκριμένα δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, όταν με το άρθρο 18 του ν. 1848/1989 θα καταργηθούν οι σχετικές υποχρεώσεις των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Από εκεί και πέρα αρκούσε αυτό που προβλέπουν οι Κανόνες της Εκκλησίας μας, ήτοι η άδεια του επιχωρίου Μητροπολίτου, η πιστοποιούσα για το ζευγάρι ότι πρόκειται περί βεβαπτισμένων χριστιανών, δυναμένων (αφ’ ης στιγμής δεν υφίστανται σχετικά κανονικά κωλύματα όπως π.χ. της ετεροθρησκείας, της συγγενείας, της αώρου ηλικίας, κ.λ.π.), να έλθουν εις κοινωνίαν γάμου.
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι θεολόγος καθηγητής Β’/βάθμιας Εκπαίδευσης

πηγή