.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Του…«Αγίου» Βαλεντίνου και η πρόταση της Εκκλησίας


Τελικά υπάρχει «Άγιος»του έρωτα; Υπάρχει εκείνος στο βωμό του οποίου οι ανά το χρόνο και κόσμο ερωτευμένοι καταθέτουν τις αγαπητικές τους σπονδές, υποσχόμενοι ή αναζητούντες ισόβια πίστη και αφοσίωση; Υπάρχει το πρόσωπο εκείνο που μετουσιώνει τις ελπίδες και τις προσδοκίες των ανθρώπων για την εύρεση της αληθινής αγάπης ή για τη διατήρηση της υπάρχουσας αγάπης; Η διαφημιστική προπαγάνδα κάθε Φεβρουάριο τέτοιες μέρες προσπαθεί με κάθε τρόπο να μας πείσει ότι πράγματι υπάρχει αυτός ο «Άγιος», ο προστάτης των απανταχού ερωτευμένων, που ακούει στο όνομα Βαλεντίνος.

Δυστυχώς όμως, παρατηρεί κανείς μια ανίερη εκμετάλλευση του έρωτα αυτές τις μέρες, του έρωτα που αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα και μεγαλύτερα δώρα του Θεού στους ανθρώπους, ένα δώρο που οφείλει κανείς να το διαφυλάττει ως κόρην οφθαλμού, αντιστεκόμενος στην απατηλή παραζάλη κάποιων αποσπασμένων ημερών μέσα στο χρόνο. Η γιορτή αυτή καθίσταται μια χρυσή ευκαιρία για εύκολο πλουτισμό των επιτηδείων, εκείνων που εκμεταλλεύονται την αφέλεια των ανθρώπων που διαλέγουν να εκδηλώσουν την αγάπη τους μια συγκεκριμένη μέρα του Φεβρουαρίου, ξεχνώντας την ίσως απολύτως όλον τον υπόλοιπο καιρό, που εξανεμίζεται σε συμβατικότητες, στο συνηθισμένο και καθημερινό. Τα φαινόμενα αυτά, που χαρακτηρίζονται από την έκδηλη εμπορευματοποίηση της αγάπης και του ερωτικού συναισθήματος, μόνο θλίψη μπορούν να προκαλέσουν, αν αναλογιστεί κανείς ότι με τον τρόπο αυτό υποβαθμίζεται η αγάπη, απαξιώνεται ο έρωτας ως καρπός αυτής της αγάπης, αφού μεταμορφώνεται σε μια στιγμιαία έκφραση κάποιων αναγκαστικών ίσως συναισθημάτων, με τη συνοδεία και κάποιου δώρου, επειδή έτσι πρέπει και έτσι επιτάσσει το έθιμο.

Το χειρότερο όμως είναι ότι ο έρωτας στην επέτειο αυτή απογυμνώνεται από το πραγματικό και ουσιαστικό του περιεχόμενο, μετατρέπεται σε σαρκολατρεία, αποθεώνει το εφήμερο και το ευκαιριακό και δίνει την ευκαιρία να κάνουν χρυσές δουλειές οι περιπτεράδες και ίσως μερικά φαρμακεία, αλλά και τα απομονωμένα φτηνά ξενοδοχεία, όπου αποθεώνεται η αμαρτία σε συνδυασμό και με την απιστία. Από το πρότυπο ενός τέτοιου «Αγίου» έχουν ανάγκη οι άνθρωποι σήμερα ή μήπως πρέπει να μάθουν πώς μπορεί να καταξιωθεί η ερωτική σχέση ούτως ώστε να καταστεί ουσιαστική, αληθινά αγαπητική, ανθρώπινη και παράλληλα Θεϊκή; Η Εκκλησία μας έχει αντιληφθεί αυτή την παραποίηση της πραγματικότητας, που προέρχεται από την εισαγωγή ενός ακόμα ξενόφερτου φρούτου, που όσο νόστιμο κι αν φαίνεται, τελικά καθίσταται ξινό, γιατί στερεί από τους ανθρώπους τη δυνατότητα να αγαπήσουν πραγματικά και αληθινά και όχι αποσπασματικά και περιστασιακά.

Η Εκκλησία μας, επειδή ευλογεί τον έρωτα ως κίνηση ζωής και ανθρώπινης πληρότητας, επειδή νιώθει την ανάγκη των ανθρώπων για τη μεταξύ τους επαφή σε όλα τα επίπεδα, αφού δι’ αυτής συμπληρώνει και ολοκληρώνει το ένα πρόσωπο το άλλο, προβάλλει ένα ζεύγος Αγίων, δύο ανθρώπων που χαρακτηρίζονται από την οικειοθελή κένωση, την απομόνωση του «εγώ», την καταξίωση της κατά Θεόν συζυγίας και τη διά βίου ένωση, που στηρίζεται σε αρχές και πιστεύματα ικανά να πληρώσουν και να αναδείξουν τον ερωτικό και αγαπητικό σύνδεσμο των ανθρώπων.

Ο Ακύλας και η Πρίσκιλλα, δύο προσωπικότητες της Παύλειας εποχής, η αγάπη και η ουσιαστική ένωση των οποίων τους οδήγησε από κοινού στο μαρτύριο, το οποίο έγινε η οδός της μετοχής και κοινωνίας με την όντως αγάπη του Θεού.

Η Εκκλησία μας προβάλλει διά των προσώπων αυτών το χάρισμα της καλής συζυγίας, που πρέπει να διακρίνεται από την ταπείνωση, την αλληλοπεριχώρηση, την υποχωρητικότητα, την ανεκτικότητα, την ουσιαστική και όχι πλασματική αφοσίωση, αλλά και να είναι προϊόν προσευχής και όχι εφήμερου κι επιπόλαιου ενθουσιασμού. Τη συζυγία που μετατρέπει το γάμο σε ένα κομμάτι του ουρανού πάνω στη γη και δεν εξαντλείται στην υπηρεσία του ενστίκτου. Προβάλλει στα πρόσωπα τους την όντως αγάπη, αυτήν που δεν εκχυδαΐζεται από τις μεθοδεύσεις των επιτηδείων, αυτή που δεν εκφράζεται τόσο κοινότοπα με ένα συνηθισμένο «Σ’ αγαπώ», που Λέγεται πολύ εύκολα, ιδίως όταν δεν λέγεται μέσα από την καρδιά, αλλά «αυτήν που πρέπει να ξέρει τον τρόπο κανείς για να την αποκτήσει, γιατί αποκτιέται δύσκολα, αγοράζεται ακριβά, με πολύχρονη δουλειά, γιατί δεν έχει αξία ν’ αγαπήσεις για μια στιγμή, μα ν’ αγαπάς πάντα».

Και αυτή η διά βίου αγάπη, που ομορφαίνει και καταξιώνει τον έρωτα, είναι εκείνη που προτείνει η Εκκλησία μας στους ανθρώπους κάθε εποχής, αλλά κυρίως της δικής μας, της άνυδρης από συναισθήματα και πεζής, εποχής, που προβάλλει μετά μανίας την απόλαυση της στιγμής και δημιουργεί «γιορτές» που αλλοιώνουν, περιορίζουν και απαξιώνουν ουσιαστικά το ιδεώδες της αγάπης. Είναι αυτό το ιδεώδες που όταν απουσιάζει, στερεί από τον άνθρωπο τη δυνατότητα να υπάρχει ουσιαστικά και να ζει αληθινά σε αυτόν τον κόσμο.

(Αρχιμ. Επιφάνιος Οικονόμου, «Από την ατέλεια στην αγιότητα»)