.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Γάμος και διαζύγιο στην Ελληνική Ιστορία



Αρχαία Ελλάδα
«Η γυναίκα «κατοικούσε στον γυναικωνίτιν, το κλειδωμένο χώρο για γυναίκες στο επάνω πάτωμα του σπιτιού. Η απομόνωση μιας καθώς πρέπει γυναίκας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ένας αγωνιστικός δικηγόρος σ’ ένα δικανικό λόγο του μπόρεσε μάλιστα να αμφισβητήσει την ύπαρξη μιας γυναίκας (Δημοσθένης, 43,29 και 59, 120)». Ένας άνδρας της Αρχαίας Ελλάδας έχει πάντα το δικαίωμα να διώξει τη γυναίκα του, και όταν ακόμη δεν έχει τίποτε (μοιχεία, ανικανότητα) να την κατηγορήσει, ακόμα κι ενώ αυτή είναι σε εγκυμοσύνη. Το διαζύγιο ήταν πολύ απλό για τον άνδρα. Μια απλή δήλωση ενώπιον μαρτύρων ότι χωρίζει την γυναίκα του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει την προίκα της. Η γυναίκα επίσης έχει τυπικά δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο, όχι όμως για μοιχεία (διότι οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πως μόνο ο άντρας έχει τέτοιου είδους ελευθερία), αλλά π.χ. σε περιπτώσεις ξυλοδαρμού και γενικά άσχημης συμπεριφοράς προς αυτήν. Όμως στην πράξη αφενός έπρεπε να αποδειχθούν οι κατηγορίες αυτές – πράγμα δύσκολο, αφού λίγοι έβλεπαν τη γυναίκα – αφετέρου η κοινή γνώμη των Αρχαίων Ελλήνων δεν πολυεκτιμούσε τις γυναίκες που χώρισαν με αυτόν τον τρόπο από τον άντρα τους. Στη Μηδεία ο Ευριπίδης λέει γι’ αυτές «Να αφήσουν τον άντρα τους δεν είναι πολύ τιμητικό για τις γυναίκες και δεν τους επιτρέπεται να τον διώξουν».

Η προίκα ήταν ένα είδος εγγύησης, ώστε να μην προχωρήσει ο άντρας σε διαζύγιο χάνοντας έτσι την προίκα της γυναίκας του, αλλά και να διαθέτει η γυναίκα πόρους για να ζήσει, εάν τη χώριζε ο σύζυγός της. Όμως, σε καμμιά περίπτωση η διαζευγμένη δεν αποκτούσε το δικαίωμα, μετά το διαζύγιο, να διαχειρίζεται όπως θέλει την προίκα-περιουσία της: «Κατά το διαζύγιο ή τη χηρεία έπρεπε να παραδοθεί η προίκα σε κείνον, ο οποίος θα φρόντιζε στο εξής τη γυναίκα. Κι αυτός ήταν ή η πατρική οικογένεια ή τα ίδια τα παιδιά της» (Carola Reinsberg, Γάμος, εταίρες και παιδεραστία στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Παπαδήμα, σ. 57). Επιπλέον, «Εάν ο σύζυγος καταδαπανούσε την περιουσία, είτε από φταίξιμο είτε όχι, η σύζυγος παρέμενε άπορη, σε περίπτωση που δεν την έπαιρναν μαζί τους οι συγγενείς της (Ισ., 8, 35)» (Carola Reinsberg, Γάμος, εταίρες και παιδεραστία στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Παπαδήμα, σ. 58)

Η Ελληνίδα λοιπόν δεν είχε την δυνατότητα να ενεργήσει ως ενήλικη και να πάρει αποφάσεις για τον τρόπο ζωής της, αφού όπως όριζε ο νόμος είχε σε όλη τη διάρκεια της ζωής ένα κηδεμόνα. Στη μόνη περίπτωση που μπορούσε να επέμβει ήταν στην ακύρωση του γάμου της. Αν και είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει μόνη της την αίτηση διαζυγίου της (αφού και ο νόμος το επέτρεπε) στον ανώτερο άρχοντα, τις περισσότερες φορές ενεργούσε για αυτήν κάποιος από τους συγγενείς της. Για την γυναίκα όμως χρειάζονταν δικαστική απόφαση. Τα παιδιά τα κρατούσε πάντα ο πατέρας.
Βέβαια δεν ήταν παντού τα ίδια. Το μεγαλύτερο ποσοστό για τα παραπάνω που γράφηκαν είναι για τις Αθηναίες γυναίκες. Στην αρχαία Σπάρτη για παράδειγμα τη πρώτη θέση στη ιεραρχία της οικογένειας κατείχε ο πατέρας, ή σε περίπτωση θανάτου ο πρωτότοκος γιος. Τα θηλυκά μέλη δεν είχαν ούτε κληρονομικά ούτε άλλα δικαιώματα. Το διαζύγιο ήταν άγνωστη λέξη. Οι άνδρες ήταν διαρκώς απασχολημένοι είτε με τους οικογενειακούς πολέμους είτε ενάντια στους εξωτερικούς εχθρούς. Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος που ξεχώριζαν τα αρσενικά παιδιά, γιατί αποτελούσαν ασφάλεια για την οικογένεια και μέγιστη προσφορά στην πατρίδα σε καιρό πολέμου.

Βυζάντιο

Το συναινετικό διαζύγιο ίσχυε στο Βυζάντιο, όμως η πίεση της Εκκλησίας οδήγησε τον Ιουστινιανό σε απαγόρευση του. Ο Ιουστίνος επέτρεψε και πάλι το συναινετικό διαζύγιο, αλλά με την Εκλογή καταργήθηκε αυτή η διάταξη. Τέλος οι Μακεδόνες επανέφεραν τις ιουστινιάνειες ρυθμίσεις και σύμφωνα με τον Πρόχειρο Νόμο και τα Βασιλικά το συναινετικό διαζύγιο ίσχυε μόνο εφόσον οι τέως σύζυγοι έμπαιναν σε μοναστήρι.
Οι βυζαντινοί βασιλείς επεδίωκαν την ενίσχυση των οικογενειακών θεσμών και τον περιορισμό του διαζυγίου. Μάλιστα ο Λέων Γ΄ κατήργησε το συναινετικό διαζύγιο.


Στη Ρώμη κατά τη διάρκεια του 9ου αιώνα επιτρεπόταν το διαζύγιο, όταν το ήθελε ο ένας σύζυγος. Αντίθετα στο Βυζάντιο το ελεύθερο διαζύγιο είχε καταργηθεί από τον 8ο αιώνα. Επιπλέον η χωριστή ιδιοκτησία αντικαταστάθηκε από το αδιαίρετο σύνολο της οικογενειακής περιουσίας (προίκα + προγαμιαία δωρεά). Μετά τον θάνατο του συζύγου η περιουσία μπορούσε να μοιραστεί εξίσου στη γυναίκα και στα παιδιά.
Η σχέση της γυναίκας με τον άντρα της ήταν μια σχέση δούλου προς τον αφέντη του. Έπρεπε πάντα να τον πλησιάζει με το φόβο και την ντροπαλότητα της πρώτης φοράς. Η παρουσία της συμβόλιζε τον αιώνια προσωποποιημένο πειρασμό, γι’ αυτό και όφειλε να βρίσκεται σε διαρκή αγώνα κατανίκησης των παθών της. Κατά τον Ι.Χρυσόστομο είναι “ η γυνή …το αρχαίον όργανον του διαβόλου” (τομ. 56, στιχ. 575)

Οι λόγοι διαζυγίου για τη γυναίκα ήταν:

1. η μοιχεία / σ’ αυτό το θέμα υπήρχε άνιση μεταχείριση, αφού οι εξωσυζυγικές σχέσεις του άντρα με γυναίκα άγαμη, διαζευγμένη ή χήρα συνιστούσαν πορνεία και όχι
μοιχεία
2. η κατηγορία για μοιχεία χωρίς απόδειξη
3. η μη εκτέλεση των συζυγικών καθηκόντων για 3 χρόνια
4. οι ποινικά κολάσιμες πράξεις του άνδρα, όχι μόνο απέναντί της
5. η παραφροσύνη (επί Λέοντος ΣΤ΄)
• Οι λόγοι διαζυγίου για τον άνδρα ήταν επιπλέον:
1. η ανάρμοστη συμπεριφορά της γυναίκας (Θεοδόσιος 449) / κατηγορία για πορνεία
2. η επιβουλή της ζωής
του
3. εάν ήταν λεπρή.
Παλλακίδες
Το βυζαντινό δίκαιο δικαιολογούσε το διαζύγιο για παλλακεία μόνο όταν ο άνδρας έφερνε την παλλακίδα στο σπίτι, γεγονός που σύμφωνα με τον Πρόχειρο νόμο θεωρούνταν πορνεία, ενώ ο Λέων ΣΤ΄ κατέστησε νομικά αδύνατη την ύπαρξη της
παλλακείας


Τουρκοκρατία
Οι Ελληνίδες παντρευόντουσαν έλληνες, με τον αρραβώνα να γίνεται (313) πολύ νωρίς. Ο πατέρας επέλεγε το σύζυγο, που γινόταν ο φυσικός αφέντης της γυναίκας.
Οι γάμοι σπάνια διαλύονταν. Λόγοι διαζυγίου ήταν η πνευματική ασθένεια, η άμβλωση και η ανακάλυψη πως η νύφη δεν ήταν παρθένα. Μετά το διαζύγιο, η γυναίκα μπορούσε να ζητήσει πίσω την προίκα της, καθώς και διατροφή, εκτός κι αν είχε η ίδια διαπράξει απιστία. Πάντως, καθώς τα κορίτσια περνούσαν σχεδόν όλη τη ζωή τους στο σπίτι, σπάνια σκεφτόντουσαν κάτι τέτοιο.

Η υπακοή της συζύγου στο σύζυγο ποίκιλε ανά περιοχή. Εκεί που υπήρχε οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη, η σύζυγος απέκτησε εξουσία στην ανατροφή των παιδιών το σχεδιασμό του γάμου τους και στη διαχείριση της περιουσίας. Μπορούσε επίσης να διεκδικήσει τα παιδιά της αν έχανε το σύζυγό της πριν αυτά ενηλικιωθούν.
Περίπτωση διαζυγίου για τη γυναίκα υπήρχε όταν ο άντρας είχε παρατήσει το σπίτι του πάνω από επτά χρόνια. Ωστόσο αν μετά την πολύχρονη αυτή απουσία η γυναίκα αποφάσιζε να ξαναπαντρευτεί την θεωρούσαν όλοι άτιμη και αν τυχόν ξαναγύριζε κάποτε ο άντρας της, θα ζητούσε οπωσδήποτε να εκδικηθεί τον σφετεριστή.

Αν η γυναίκα ήταν στείρα, ή ακόμη σε ορισμένες περιπτώσεις αν δεν γεννούσε αγόρια, ο άντρας, με την συγκατάθεση του πεθερού του αλλά και της ίδιας της γυναίκας του, ξαναπαντρευόταν ( Μάουερ, όπ. αν. σελ. 132). Στο γάμο του ερχόταν συνήθως και η πρώτη γυναίκα και πολλές φορές μάλιστα έμενε κι’ εκείνη μαζί με το νέο ζευγάρι για να αναθρέψει τα παιδιά. Η δεύτερη γυναίκα λεγόταν σύγγρια. Για τις διαφορές μεταξύ των συζύγων αποφάσιζε, χωρίς πολλές διατυπώσεις, ο επίσκοπος.

πηγή