.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Παραδοσιακό... του παντρέματος



Η μάνα μου με πολεμά γυναίκα να μου δώση,
Και τον παπά εκάλεσε να μάσε στεφανώση.
Μιαν όμορφη μιάν νόστιμη εις ούλαν τση τα κάλλη,
‘Σ τη γειτονειά μου κοπελιά δεν ήτον τέθοια άλλη.
Κι’ όντεν μου τη βλογούσανε καλόγνωμη μου φάνη,
Δε μου μιλεί κ’εθάρρεψα την ταπεινή μου κάνει.
Κ’εγώ την εμπιστεύτηκα νοικοκερά ‘ς το στάρι
Κ’εκείνη μου το ξόδιασε και το’φαε ‘ς το ψάρι.
‘Ρωτώ τηνε αν έβγαλε στάρ’απ’την κοφινίδα
Κ’εκείνη μ’αποκρίνεται, «Καθόλου δεν το είδα».
‘Ρωτώ τηνε τι γείνηκε το λάδι και δεν έχει;
Κ’εκείνη μ’αποκρίνεται καθόλου δεν κατέχει.
Με μάνιτα τήνε ρωτώ τι γείνη το κριθάρι
Και η περυσινή φακή απού ’χα ‘ς το πιθάρι;
Και το κρασ’ απού το βουτσί, το ξείδ’ απ’ τη λαήνα
Κι’ απού τη μπότσα τη ρακή, τι τά ’καμες κ’εκείνα;
Τα χοντροκούκκια και τσ’εληαίς πού’χα ‘πού τον κουμπάρο,
Για πέ μου τίνος τά’δωκες να πάω να τα πάρω;
Τη γλίνα και το βότυρο τσ’εληαίς τσή τσακισμέναις,
Τσή πιπεριαίς πού’χα τουρσί, τίνος τσή’χεις δοσμέναις;
Και το μπαμπάκι τ’άκλωστο και τ’άλλο το κλωσμένο,
Λινάρι πού’χα άστριφτο και τ’άλλο το στριμμένο,
Μαλλιά ξασμένα μιάν οκκά, ομορφοχτενισμένα
Για πέ μου ίντα τά’καμες; Τίνος τά’χεις δοσμένα;
‘Ρωτώ τηνε τι τά ’καμε κ’εκείνη μου θυμόνει
και κάνει μου την ταμπεινή ογιά να με βουλονη.
Δεν έχασα κ’εγώ καιρό και πιάνω ‘να στελιάρι
Και τάκα ξύλο ‘ς τα πλευρά, ώστε να μαϊνάρη.
Έφαε ξύλο περισσό κ’εχόρτασε τ’ασκίν τση
Κ’ είπέ μου τα μαρτύριαν τση που να κα’ η ψυχήν τση.
-Το στάρι άντρα μού’στειλα ‘ς του μυλωνά τη νύχτα
Και τ’άλεσε και το ’καμε αλεύρ’ απού δεν είχα.
Κι’ άλλό ‘φαγα κι’ αλλό ‘δωκα πού ’ρχεται ένας κι’ άλλος.
Κι’ άλλό ‘χυσα του χοίρου μου για να γενή μεγάλος.
Το λάδι πάλι το’βανα ‘ς το λύχνο το μεγάλο
Κ’εκείνος το κατάλυσε, τ’αμμάθια θα του βγάλω.
-Το στάρι λές πώς το’δωκες πού’ρχεται ένας κι’ άλλος
Και πώς το λάδι το ’φαε ο λύχνος ο μεγάλος,
Μα το κρασί απ’το βουτσί το ξείδ’ απ ’ τη λαήνα
Κι’απού την μπότσα τη ρακή, τι τά ‘καμες εκείνα;
-Άντρα μου, πόνος μ’έπιασε κ’ένας θεός το ξέρει
Για να τελιώσω ήμουνε μα συ δεν το πιστεύγεις-.
Κ’ήρθ’η κεραγειτόνισσα δεν είχα τι τσή κάμω-
Και μου ’καμ’ ένα γιατρικό, που ‘μουνε ν’ αποθάνω.
Και το κρασί μου το’βραζε μαζί με το κριθάρι
Και το’θετε ‘ς τον πόνο μου αντίς ογιά λινάρι.
Τσή πιπεριαίς μου τσή ‘βανε για γιατρικό μεγάλο
Κι’απού την μπότσα τη ρακή, δεν είχα ίντα κάμω.
-Και το μπαμπάκι τ’άβγαρτο και τ’άλλο το βγαρμένο
Πώς δε μου λές τι το’καμες; Τίνος το’χεις δοσμένο;


πηγή

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Συζυγίας ἐγκώμιον

οικογενειακή ζωή

ὑπὸ ἀνωνύμου τινὸς ἐγγάμου

Ὁ μοναχὸς δὲν θὰ γευθεῖ ποτὲ τὴν ἐμπειρία (πραγματικὸ γεγονὸς) νὰ μοιράζεται τὴ ζωή του, τὴν ὕπαρξή του. Νὰ μοιράζεται μὲ κάποιον ἄλλον τὸ κορμί του, τὸν πόθο καὶ τὶς ἐνορμήσεις του, τὴν τροφὴ τὴν κερδισμένη μὲ τὸν μόχθο του, τὴν ὅποια στέρησή του καὶ τὴν ὅποια ἄνεση. Δὲν θὰ μοιραστεῖ ὁ μοναχὸς ποτὲ μὲ κανέναν τὸ ὄνομά του, αὐτὸ ποὺ τοῦ ἐξασφαλίζει μετοχὴ στὴν κοινωνία τῶν σχέσεων. Δὲν θὰ γευθεῖ κανένα εἶδος μοιρασιᾶς τοῦ ἑαυτοῦ, «ἀπώλειας» τῆς «ψυχῆς» του −μοιρασιᾶς ἢ «ἀπώλειας» ποὺ εἶναι ἐπιπλέον καὶ αὐτονόητη, «φυσική», δίχως τὸ παραμικρὸ ἐνδεχόμενο νὰ βιωθεῖ ὡς ἀξιομισθία.

Ἡ συζυγία ξεκινάει μὲ τὴν ταπείνωση, σαφῶς ἀνεπίγνωστη, ὑποταγῆς σὲ φυσικὲς ἀνάγκες, ἀτομικές, ἐγωκεντρικές: Ἀνάγκη ἡδονῆς, ἀνάγκη συντροφικότητας, ἀνάγκη ἀπεξάρτησης ἀπὸ τὴ γονεϊκὴ προστασία, ἀνάγκη νὰ στήσει ὁ ἀτομικὸς ἄνθρωπος τὸ δικό του σπιτικό, τὴ δική του παρουσία μέσα στὸν κοινωνικὸ βίο. Καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι» (δὲν ἁλιεύει πρωταθλητές), ἔχει δρομολογήσει νὰ ἱκανοποιοῦνται οἱ φυσικές, ἀτομοκεντρικὲς αὐτὲς ἀνάγκες μέσα ἀπὸ μιὰ πορεία ἀνεπίγνωστης μοιρασιᾶς τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης. Ἡ μοιρασιὰ δὲν εἶναι στόχος, στόχος εἶναι ἡ ἱκανοποίηση τῆς ἀτομικῆς ἀνάγκης ποὺ ὅμως περνάει μέσα ἀπὸ τὴ μοιρασιά. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἔχει ἡ μοιρασιὰ τίποτα τὸ προγραμματικὰ ἀξιόμισθο. Εἶναι ἀκούσια ταπείνωση ὑποταγῆς στὴν ἀνάγκη. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐγωκεντρική, ἡ ἱκανοποίησή της μέσα ἀπὸ τὴ μοιρασιὰ συνεπάγεται, σχεδὸν σὲ κάθε βῆμα πρόσκρουση στὸν ἄλλον, σύγκρουση, φανερὴ ἢ ἀφανὴ διαμάχη, ἀνταγωνισμὸ τῶν ἐγώ. Ἀλλὰ ἡ ἀνάγκη πλεονεκτεῖ, αὐτὴ ὑποχρεώνει τὸ ἐγώ, προοδευτικὰ καὶ ἀνεπαίσθητα, νὰ ὑποταχθεῖ, νὰ καταβάλει τὸ ἔμπονο τίμημα τῆς αὐτοπαραίτησης ποὺ προϋποθέτει ἡ ἱκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν.

Ἡ συζυγία, κατὰ κανόνα, εἶναι σκληρὴ ἀναμέτρηση ἐγωισμῶν, ἀπαιτήσεων αὐτονομίας καὶ ἐπιβολῆς −εἶναι καυγάδες, πικρὰ λόγια, σπαραγμὸς στὰ σωθικά. Ἔτσι, μὲ αὐτοὺς τοὺς πόνους γέννας, συντελεῖται ἀνεπίγνωστα ἡ μοιρασιὰ τῆς ὕπαρξης. Τὸ τίμημα τοῦ πόνου ἀπομακρύνει κάθε ὑπόνοια κατορθώματος, ἀπαίτησης ἐπαίνων γιὰ τὴν αὐτοπαραίτηση. Ἡ μοιρασιὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης «οὐκ ἔρχεται μετὰ παρατηρήσεως», συντελεῖται ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἀθλουμένων. «Ὡς ἂν ἄνθρωπος βάλῃ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρητε, νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ ὁ σπόρος βλαστάνῃ καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτὸς −αὐτομάτῃ γὰρ ἡ γῆ καρποφορεῖ».

Ἡ μοιρασιὰ (σωστότερα: κοινωνία) τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης «κέκτηται διδάσκαλον τὴν ἁγίαν Τριάδα». Εἶναι ἡ ὄντως ζωὴ ἡ ἀθάνατη, ποὺ εὐαγγελίζεται ἡ Ἐκκλησία. Στὴν προοπτικὴ αὐτοῦ τοῦ «εὐ-αγγελίου» ὅ,τι εἶναι ἀτομικό, εἶναι θάνατος καὶ ὅ,τι εἶναι αὐθυπέρβαση, αὐτοπροσφορά, κοινωνία, συνιστᾶ ζωή. Ἀτομικὴ ἀρετή, ἀτομικὴ ἠθικότητα, ἀτομικὴ ἐπιδίωξη σωτηρίας δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸν τριαδικὸ τρόπον τῆς ὑπάρξεως, τὸν ἀποκεκαλυμμένο στὸν κενωτικὸ τρόπο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ὁδὸς θανάτου. Ἀντίθετα, ὁδὸς ζωῆς καὶ σωτηρίας (τρόπος νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος «σῶος», ὁλόκληρος, νὰ μετάσχει στὴν ὁλοκληρία τῆς ὕπαρξης) εἶναι ἡ μίμηση τῆς τριαδικῆς ἀγαπητικῆς ἐλευθερίας, ἡ κενωτικὴ αὐταπάρνηση τοῦ Χριστοῦ: Παραίτηση, στὴν περίπτωση τοῦ κτιστοῦ ἀνθρώπου, θελημένη ἢ ἀθέλητη, ἀπὸ τὴν αὐτονομία τοῦ ἐγώ, μοίρασμα τοῦ ἐγώ, ἑκούσια ἢ καὶ ἀκούσια ταπείνωση.

Ὁ γέρων Παΐσιος ὁ κελλιώτης ἔλεγε: «Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ταπεινωθεῖ, ἔστω καὶ ἀκούσια, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔρθει ἐπάνω του». Μὲ μέτρο καὶ κριτήριο αὐτὴ τὴ φράση μποροῦμε νὰ καταλάβουμε «ἐκ μέρους» πῶς ὁ Θεὸς σώζει ἀνθρώπους ποὺ δὲν ὑποψιάστηκαν ποτὲ ὅτι εἶναι σεσωσμένοι −ἀνθρώπους βαφτισμένους στὴν Ἐκκλησία ἢ ἀλλογενεῖς καὶ ἀλλόθρησκους.

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ συζυγία, ἡ ἐπιλογὴ τοῦ μοναχικοῦ βίου μοιάζει νὰ ἔχει ἀφετηρία ὄχι τὴν ταπεινὴ ὑποταγὴ στὴν ἀνάγκη, ἀλλὰ τὴν ἀσυναίσθητα ἐπηρμένη στόχευση τῆς ἀξιομισθίας. Ἂν ἔτσι συμβαίνει, εἶναι παγιδευμένη ἡ ἐπιλογὴ τοῦ μοναχικοῦ βίου σὲ ἀναγκαιότητα φυσικῶν ἐγωκεντρικῶν ἐνορμήσεων, ἄλλων ἀπὸ αὐτὲς ποὺ παγιδεύουν καταγωγικὰ τὴ συζυγία. Εἶναι οἱ ναρκισσιστικὲς ἐνορμήσεις, ποὺ ὁ μοναχὸς δὲν μπορεῖ μὲ καμία δύναμη θέλησης νὰ τὶς μεταπλάσσει σὲ μοιρασιὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης, σὲ ἀκούσια αὐταπαρνητικὴ ταπείνωση −«τὸ γὰρ νικῆσαι τινὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν τῶν οὐκ ἐνδεχομένων ἐστίν». Ἀγωνίζεται ὁ μοναχὸς νὰ ἀποβάλει τὸν ναρκισσισμὸ μὲ σκληρὴ προσπάθεια παραίτησης ἀπὸ τὶς φυσικὲς ἀτομοκεντρικὲς ἐπιθυμίες, παραίτησης ἀπὸ τὸ ἴδιον θέλημα. Ὅμως τὸ ἀφετηριακό του κίνητρο εἶναι ἡ ἔγνοια γιὰ τὸ ἄτομό του, ὅλες οἱ μέθοδοι νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ ἐγώ του ὁριοθετοῦνται ἀπὸ τὸ ἐγωτικὸ ἐνδιαφέρον. Δὲν εἶναι ὁδὸς μοιρασιᾶς τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης, μοιρασιᾶς τοῦ κορμιοῦ, τοῦ ὁρατοῦ καὶ αἰσθητοῦ πυρήνα τῆς ἀτομικότητας, μοιρασιὰ τῆς χρείας, μοιρασιὰ τῆς καθημερινότητας.

Μέσα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν κατατεθεῖ πολλὰ καὶ ἐπιφανὴ «παρθενίας ἐγκώμια». Δίνουν τὴν ἐντύπωση, ἴσως στὸν ἀνώριμο ἀναγνώστη, ὅτι κυριαρχοῦνται ἀπὸ ἕναν τυπικὰ ναρκισσιστικὸ πρωταθλητισμό. Καὶ συνοδεύεται ὁ ναρκισσισμὸς κατὰ κανόνα (ἡ κλινικὴ ψυχολογία ἑρμηνεύει ἐμπεριστατωμένα τὸ γιατί) ἀπὸ τὸν χθόνιο τρόμο γιὰ τὴ σεξουαλικότητα, τὴν ἄκρα ἐνοχοποίηση τῆς σεξουαλικότητας.

Σήμερα, στὰ πλαίσια τοῦ παγκοσμιοποιημένου πολιτισμοῦ τῆς ἀτομοκεντρικῆς χρησιμοθηρίας, καταλαβαίνουμε καὶ τὴν παρθενία κυρίως ὡς ἀγαμία, δηλαδὴ ὡς ἀποφυγὴ τοῦ γάμου γιὰ χάρη τῆς ἀπερίσπαστης ἀπὸ οἰκογενειακὲς μέριμνες στράτευσης στὸ ἔργο τῆς ἐκκλησίας. Καὶ εἶναι φυσικό, γιατὶ ὁ σημερινὸς πολιτισμὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὸ ἀναποδογύρισμα τῶν προϋποθέσεων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου ὕπαρξης καὶ ζωῆς −τὸν γέννησε ἡ μεσαιωνικὴ Δύση μετὰ τὴν ἀπόσχισή της ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ αὐτονόητες στὸν πολιτισμό μας σήμερα προτεραιότητες, τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ καὶ τῆς χρησιμοθηρίας, ἔχουν στρεβλώσει συνολικὰ τὴ γλώσσα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ εὐ-αγγελίου: Καταλαβαίνουμε τὴ σωτηρία σὰν ἀτομικὴ ἐπιδίωξη καὶ νομικὴ καταξίωση, τὴν πίστη σὰν πακέτο ἀτομικῶν πεποιθήσεων, τὸν πρεσβύτερο τῆς Ἐκκλησίας σὰν «ἱερέα» θρησκείας, τὸν ἐπίσκοπο σὰν «δεσπότη», διοικητικὸ ἐξουσιαστὴ τοῦ ἰδεολογικοῦ καὶ ἱεροπρακτικοῦ μηχανισμοῦ τῆς θρησκείας. Μὲ τέτοιες προσλαμβάνουσες κατανοοῦμε καὶ τὴν ἀγαμία σὰν τυπικὸ προαπαιτούμενο γιὰ τὴ «βαθμίδα» ἱερωσύνης τοῦ πρεσβυτέρου καὶ τοῦ ἐπισκόπου στὸν Ρωμαιοκαθολικισμό, γιὰ τὴ «βαθμίδα» τοῦ ἐπισκόπου στὴν Ὀρθοδοξία. Ὡς τυπικὸ προσὸν ἡ ἀγαμία διαστέλλεται σιωπηρὰ ἀλλὰ σαφῶς ἀπὸ τὴν παρθενία τῶν παραδοσιακῶν «ἐγκωμίων» −καταξιώνεται μὲ κριτήρια χρησιμοθηρικῆς ἀποτελεσματικότητας: ἀπερίσπαστης ἀπὸ συζυγικὲς μέριμνες στράτευσης. Στὴν «ὀρθόδοξη» πρακτική, ὅταν ἡ ἀνάληψη τῆς ἱερωσύνης προηγεῖται χρονικά, τὸ ἐκκλησιαστικὸ μυστήριο τοῦ γάμου ἀποκλείεται −ἂν ὁ ἔγγαμος κληρικὸς χηρέψει, πρέπει στανικὰ νὰ μεταταχθεῖ στὶς τάξεις τοῦ ἄγαμου κλήρου.

Ὁ «ἄγαμος κλῆρος» εἶναι μιὰ τρίτη κατηγορία: οὔτε μοναχοί, στὴν ἄσκηση τοῦ κοινοβίου ἢ τῆς ἀναχώρησης, οὔτε οἰκογενειάρχες, στὸ ἄθλημα μοιρασιᾶς τοῦ ἑαυτοῦ. Εἶναι (κατὰ κανόνα) οἱ καριερίστες τῆς θρησκευτικῆς ἐξουσίας, κάτι σὰν τοὺς εὐνούχους τῶν ἄλλοτε βασιλικῶν αὐλῶν. Φύονται καὶ αὐξάνονται, συνήθως, στὴν καμαρίλα ἐπισκοπικῶν αὐλῶν, μαθαίνουν νὰ ὑπαλλάσσουν τὴ σεξουαλικὴ στέρηση σὲ καριέρα μὲ στόχο τὸν δεσποτικὸ «θρόνο», τὴν ἐγωλαγνεία, θεσμοποιημένη: Νὰ ἐξουσιάζουν συνειδήσεις, νὰ ἐκμεταλλεύονται τὴν προβατώδη ὑποταγὴ τοῦ ποιμνίου, νὰ θυμιάζονται ὡς εἴδωλα καὶ νὰ πολυχρονίζονται ἀκαταπαύστως στὴ λατρεία. Μιὰ τέτοια καριέρα γοητεύει τὰ νεαρὰ ἀγαμίδια τῶν ἐπισκοπικῶν αὐλῶν, τὰ θέλγει ἐπιπλέον καὶ ἡ γυναικώδης ἐνασχόληση μὲ κοσμήματα, αὐτοκρατορικὲς μίτρες καὶ σκῆπτρα, χρυσοποίκιλτα ἐνδύματα. Στὴν ἱεράρχηση εὐθυνῶν, ἀξιωμάτων καὶ προβαδισμάτων τὰ ἀγαμίδια ὑποσκελίζουν αὐτονοήτως πολιούς πρεσβυτέρους, μόνο ἐπειδὴ «μετά γυναικὸς οὐκ ἐμολύνθησαν» −διέσωσαν τὴ ναρκισσιστικὴ αὐτονομία τους ἀνυπότακτοι σὲ συζυγία.

Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, δὲν ἔγραψε «παρθενίας ἐγκώμιον». Κατέγραψε τὴν πείρα του καὶ τὶς συμβουλές του γιὰ τὸ ἀσκητικὸ ἄθλημα. Στὴ δική του καταγραφὴ μπορεῖ ν’ ἀρχίσει κανεὶς νὰ ὑποψιάζεται τὴ σύγκλιση μοναχισμοῦ καὶ συζυγίας, ὅταν πρίσμα τῆς θεώρησης εἶναι τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονός: ὁ τρόπος τῆς Τριαδικῆς ἀγαπητικῆς ἀλληλοπεριχώρησης, ὁ κενωτικὸς τρόπος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μοναχός, γιὰ τὸν ἅγιο Ἰσαάκ, εἶναι πρὶν ἀπὸ κάθε τι ἄλλο, ὁ «ἐξερχόμενος» ἀπὸ τὸν κόσμο προκειμένου νὰ «παραδώσει ἑαυτὸν τῷ Θεῷ» −ὄχι ἀφηρημένα καὶ γενικὰ στὸν Θεό, ἀλλὰ στὸν τρόπο τοῦ Θεοῦ: τρόπο τῆς ἄσκησης ποὺ τὸν θεσμοποίησε ἡ πείρα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ συζυγία εἶναι ὑποταγὴ στὸν ζυγὸ τοῦ θελήματος τοῦ ἄλλου, μοιρασιὰ τοῦ ἑαυτοῦ, τῆς ζωῆς, τῆς καθημερινότητας, τοῦ κορμιοῦ καὶ τοῦ πόθου μὲ τὸν ἄλλον. Ἔτσι εἶναι καὶ γιὰ τὸν μοναχό, μόνο ποὺ ὁ «ἄλλος» γι’ αὐτὸν εἶναι μιὰ πολὺ-πολὺ συγκεκριμένη πρακτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀσκητικῆς, ἔνσαρκη ὡς ἀγαπητικὴ προστακτικὴ στὸ πρόσωπο τοῦ ἡγουμένου, τοῦ γέροντα −καὶ κάποτε, ἴσως, ἄμεσα στὸ πρόσωπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου, στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Μὲ αὐτὴ τὴν ἀσκητικὴ πρακτικὴ τὴν ἐμπρόσωπη μοιράζεται ὁ μοναχὸς τὸ θέλημά του, τὴν τροφή του, τὸν σωματικό του μόχθο, τὴν ἐλπίδα του.

Τὸ μυστικὸ εἶναι ἴδιο μὲ τῆς συζυγίας: Ἡ ταπείνωση τῆς ἐγωκεντρικῆς ἀνάγκης, αὐτὴ ἐξαφανίζει ἀπὸ τὸ ἄθλημα κάθε ὑποψία ἀξιομισθίας. Ὁ ἀποκλεισμὸς κάθε ενδεχομένου ἀνταλλάγματος, ἡ ὁλοκληρωτικὴ (ἀλλὰ ἐρωτική, δηλαδή ἐκκλησιαστικὴ) αὐτοπαραίτηση καὶ αὐτοπροσφορά, καρποφορεῖ μὲ τὸν καιρὸ «αὐτομάτῃ» τὴ χάρη νὰ εἶναι ὁ μοναχὸς «πάντων χωρισθεὶς καὶ πᾶσι συνημμένος» −τὴ μοιρασιὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης «ἥτις κέκτηται διδάσκαλον τὴν Ἁγίαν Τριάδα».

Συνήθως, λέει ὁ ἔμπειρος Ἰσαάκ, ἡ χάρη χαρίζεται ὅταν ἡ ἄσκηση μένει γιὰ χρόνια πολλὰ ἀναπάντητη καὶ ὁ ἀσκητὴς (σύζυγος ἢ μοναχὸς) βυθισμένος στὴν ἀπόγνωση δὲν παραιτεῖται. Ἐπιμένει στὴν πίστη-ἐμπιστοσύνη του.

«Συζυγίας ἐγκώμιον» σημαίνει: Νὰ ἀναδείξουμε τὴ συζυγία μέτρο καὶ τύπο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀθλήματος, συζυγικοῦ καὶ μοναστικοῦ.


πηγη

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Σχέση με διαφορά ηλικίας: Υπάρχει ελπίδα;



«Εδώ και 2 χρόνια έχω σχέση με ένα παιδί που είναι 5 χρόνια μικρότερος μου. Εκτός από τη διαφορά ηλικίας έχουμε και απόσταση στη σχέση γιατί έχουμε άλλα ενδιαφέροντα.»
«Είμαι 32 και αυτός είναι 28. Ενώ πιο παλιά μου μίλαγε συχνά για το ενδεχόμενο να παντρευτούμε, τελευταία το αποφεύγει τελείως.»
«Είμαι 19 και η κοπέλα μου 25. Εκείνη έχει κάνει σεξ με 4 αγόρια πριν από μένα, ενώ εγώ έχω πάει με μια κοπέλα μόνο πριν από εκείνη και το κάναμε λίγες φορές. Υπάρχει περίπτωση να μας δημιουργήσει πρόβλημα αυτό;»
«Είμαι 16 ετών και έχω μία ελεύθερη σχέση με έναν άντρα 35 ετών. Πώς μπορώ να τον πείσω να κάνουμε κανονική σχέση;»


Η μεγάλη διαφορά ηλικίας σε μία σχέση ανέκαθεν αποτελούσε αφορμή δημιουργίας προβλημάτων ανάμεσα στο ζευγάρι. Στην στήλη του In2life – Σεξ και Σχέσεις «Ο ειδικός σας απαντά», για παράδειγμα, συναντάμε πολλές φορές προβληματισμένους αναγνώστες που θεωρούν ότι η διαφορά ηλικίας που έχουν με τον/την σύντροφό τους είναι βασική πηγή όλων των ‘κακών’ στην σχέση τους. Στην ίδια στήλη, ωστόσο, θα συναντήσουμε ακόμα περισσότερα μηνύματα από αναγνώστες που αναζητούν λύσεις για πολύ πιο προβληματικές σχέσεις με συνομήλικούς τους. Γιατί μας προβληματίζει τόσο πολύ η διαφορά ηλικίας στην σχέση μας με το άλλο φύλο;Ο βιολογικός παράγοντας είναι μία προφανής απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, καθώς η ηλικία ενός ατόμου μεταφράζεται σε βασικές πληροφορίες για την υγεία του, π.χ. αν είναι υγιής και γόνιμος. Αλλά και στοιχεία για την ίδια την ζωή του άλλου μπορούμε να υποθέσουμε γνωρίζοντας την ηλικία του, π.χ. αν έχει ολοκληρώσει κάποιους βασικούς ‘κύκλους’ (π.χ. σπουδές, στρατό για τους άνδρες), αν έχει εξελιχθεί επαγγελματικά, αν υπάρχουν πιθανότητες να σκέφτεται τον γάμο, αν πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα ώριμο άτομο. Χωρίς αυτές οι πληροφορίες να βγαίνουν πάντα αληθινές, είναι αρκετές για να οδηγήσουν εμάς και τον κοινωνικό μας περίγυρό σε συμπεράσματα για το άτομο αυτό, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν την σχέση μας μαζί του.

…Μήπως έχουν δίκιο;
Το σύνηθες -και αποδεκτό κοινωνικά- σενάριο μιας νέας γυναίκας με έναν αρκετά μεγαλύτερο άνδρα δικαιολογείται από πολλούς ως ανάγκη, της πρώτης, εύρεσης ενός πατρικού προτύπου. Στην πραγματικότητα, όμως, οι νέες γυναίκες αναζητούν στους μεγαλύτερους άνδρες ασφάλεια (συναισθηματική, οικονομική, ψυχολογική), την οποία φοβούνται πως δεν θα βρουν σε έναν συνομήλικό τους. Για τον ηλικιωμένο άνδρα, πάλι, η σχέση με μία πολύ νεώτερη γυναίκα αποτελεί την καλύτερη τονωτική ένεση στο «εγώ» του. Η νεαρή σύντροφος τον «ανεβάζει» ψυχολογικά, κάνοντάς τον να νιώθει και εκείνος νέος και αντάξιός της. Παράλληλα, δίπλα σε μία νέα γυναίκα ένας μεγαλύτερος άνδρας νιώθει πιο σημαντικός, πιο «δυνατός», πιο ικανός. Οδηγός και προστάτης της.

Ο αντίλογος, ωστόσο, και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις έχει να υποστηρίξει ότι τα άτομα που εμπλέκονται σε τέτοιες σχέσεις πιθανώς να έχουν μία στρεβλή εικόνα της πραγματικότητας. Στο πρόσωπο ενός ηλικιωμένου άνδρα συχνά η νεαρή γυναίκα δεν βλέπει -ή δεν αναγνωρίζει εγκαίρως- πιθανά προβλήματα στην υγεία του, σεξουαλική ανικανότητα, αδυναμία να την ακολουθήσει σε δραστηριότητες και hobby που απαιτούν φυσική κατάσταση. Επιπλέον, θα υποστηρίξουν όσοι διαφωνούν με τέτοιες σχέσεις, πώς θα βρουν κοινό σημείο πνευματικής επαφής τα δύο αυτά άτομα;

Στην περίπτωση που ο άνδρας είναι νεώτερος από την γυναίκα, κάτι που συμβαίνει όλο και συχνότερα στις μέρες μας, οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν πως ο πρώτος αναζητά στην δεύτερη ένα δυνατό στήριγμα. Μία γυναίκα πάνω στην οποία μπορεί να βασιστεί, χωρίς να τον κουράζει με τις ανασφάλειες και τις απαιτήσεις της. Ορισμένοι νέοι άνδρες, μάλιστα, ελπίζουν πως μια μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα έχει ξεπεράσει την επιθυμία να παντρευτεί και να κάνει παιδιά, έτσι ‘γλυτώνουν’ και από αυτήν την υποχρέωση.

Και εδώ, όμως, τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται. Ένας νέος άνδρας που επιλέγει μία μεγαλύτερη γυναίκα θα πρέπει να γνωρίζει πως πιθανώς αυτή να μην έχει την όρεξη και τις σωματικές αντοχές μία νεώτερης. Αν, μάλιστα, έχει ακόμα τα περιθώρια, δεν αποκλείεται η γυναίκα αυτή να του ζητήσει κάποια στιγμή να κάνουν παιδί. Αντίθετα, η γυναίκα που επιλέγει έναν νέο άνδρα συχνά ζει με το άγχος ότι, καθώς εκείνη θα μεγαλώνει νωρίτερα από αυτόν, εκείνος θα αναζητήσει την ζωντάνια -πιθανώς και την γονιμότητα- των νιάτων σε κάποια άλλη γυναίκα. Όλα τα παραπάνω είναι σενάρια με ισχυρές δόσεις ρεαλισμού.

…Μήπως, όμως, έχουν άδικο;
Δεν λένε, όμως, πως η «η αγάπη χρόνους δεν κοιτά»; Ποιος μπορεί να καταδικάσει μία σχέση με ισχυρές βάσεις αυτογνωσίας και αμοιβαίας ειλικρίνειας; Στον «Πυγμαλίωνα» του George Bernard Shaw, o καθηγητής Higgins και η ατίθαση νεαρή Eliza έχουν τελικά ένα ευτυχέστατο τέλος. Στην πραγματική, σύγχρονη, ιστορία, τα στόματα όλων έχει κλείσει η εξαιρετική, όπως δείχνει, σχέση της Demi Moore, η οποία είναι κατά δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μεγαλύτερη από τον σύζυγό της Ashton Kutcher.

Είναι πολύ πιθανό ανάμεσα σε ζευγάρια με μεγάλη διαφορά ηλικίας να υπάρχει εξαιρετική επικοινωνία, πολύ απλά γιατί τα άτομα αυτά ταιριάζουν ως χαρακτήρες. Η σεξουαλική τους ζωή δεν διατρέχει απαραίτητα κινδύνους αν και οι δύο είναι υγιείς και ακμαίοι. Όσο για το ενδεχόμενο επιθυμίας γάμου και τεκνοποίησης, εφόσον οι δύο σύντροφοι έχουν εξ’αρχής ξεκαθαρίσει με ειλικρίνεια τα «θέλω» τους, δεν τίθεται ζήτημα μελλοντικής διαφωνίας.

Όπως λέει και η ψυχολόγος του In2life - Σεξ και Σχέσεις, "προσπαθώντας, παράλληλα με τη σχέση του κανείς, να φροντίζει να προοδεύει στους δικούς του στόχους και να ικανοποιεί τις επιθυμίες του, έστω κι αν είναι ασύμβατες καμιά φορά με τις αντίστοιχες του συντρόφου του, μπορεί κανείς να ξεπεράσει τυχόν προβλήματα σχετικά με διαφορά ηλικίας. Η κατάκτηση μιας ικανοποιητικής αυτονομίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια ισότιμη σχέση, ενώ η παραμέλησή της συχνά αποκαλύπτει μια προδιάθεση για μετάπτωση σε σχέσεις τύπου γονέα-παιδιού".

Τι λέει η ειδικός;
Η διαφορά ηλικίας από μόνη της δεν δημιουργεί απαραίτητα πρόβλημα. Ο κύριος 55 και η κυρία 40 ετών έρχονται από μακρινές μεν περιοχές, του ίδιου όμως εξελικτικού σταδίου. Για αυτό και το χάσμα δεκαπέντε ετών που τους χωρίζει είναι ποιοτικά διαφορετικό από το αντίστοιχο της 17χρονης και του 32χρονου. Εδώ η έφηβη, αν πρόκειται να ακολουθήσει, θα χρειαστεί να αποσπαστεί από τη δική της ανάπτυξη για να προσαρμοστεί στη σχέση, με όσες θυσίες συνεπάγεται αυτό για την εξέλιξή της. Αλλά κι εκείνος συχνά θα αισθάνεται ότι παλινδρομεί σε έναν τρόπο ζωής που ίσως πια του φαίνεται παιδαριώδης. Κι αν ακόμη αισθάνονται ότι μπορούν, με κάποιους συμβιβασμούς, να αντέξουν τις διαφορές μεταξύ τους, ίσως το βρουν δυσκολότερο να εξουδετερώσουν με τον ίδιο τρόπο τις διαφορές του κοινωνικού τους κύκλου.

Τελικά, κάνοντας κανείς μια ανασκόπηση της δικής του πορείας στο χρόνο, διαπιστώνει ριζικές αλλαγές στα αιτήματά του από τη ζωή ακόμη και σε διαστήματα ετών, πόσω μάλλον δεκαετιών. Δεν αποκλείεται βέβαια κάποιοι άνθρωποι να αισθάνονται ότι τα αιτήματα της ηλικίας τους δεν τους εκφράζουν και να βρίσκουν τη συναναστροφή με τους συνομηλίκους τους αδιάφορη. Αλλά μου φαίνεται ότι συνολική απόρριψη μιας φάσης ζωής και η απευθείας μεταπήδηση στην επόμενη, είναι πιθανώς ενδεικτική ανασφαλειών και συγκρούσεων. Και αντίστροφα, η ανάγκη επιστροφής σε μια πιο νεανική ηλικία, με την ευκαιρία ενός νεαρού συντρόφου, καμιά φορά συναντάται σε ανθρώπους που «δεν θέλουν να μεγαλώσουν» ή δεν είχαν την ευκαιρία να χαρούν επαρκώς τα νιάτα τους.

Όλα αυτά βέβαια ίσως ακούγονται αρκετά απόλυτα. Πράγματι, το εύρος της διαθέσιμης περιπτωσιολογίας καμιά φορά αναδεικνύει και ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις σε αυτόν τον, προβληματικό κατά κανόνα, τύπο σχέσεων.

Διάσημα ζευγάρια με μεγάλη διαφορά ηλικίας…
Κάποιοι από αυτούς δοκίμασαν αλλά δεν «τους βγήκε». Κάποιοι άλλοι, όμως, είναι –προς έκπληξη πολλών- ακόμα μαζί. Ο Richard Gere, για παράδειγμα, με την Carey Lowel, μοντέλο και ηθοποιός, η οποία είναι 11 χρόνια μικρότερή του. Την ίδια διαφορά ηλικίας έχουν επίσης οι Brad Pitt και Angelina Jolie, Seal και Heidi Klum, ενώ 13 χρόνια μεγαλύτερος είναι ο Pierce Brosnan από την δημοσιογράφο Keely Shaye Smith, με την οποία παντρεύτηκαν το 2000.

Ο Tom Cruise είναι 16 ολόκληρα χρόνια μεγαλύτερος από την Katie Holmes, ο Anthony Hopkins 19 χρόνια μεγαλύτερος από την Stella Arroyave, ενώ ο Nicolage Cage περνάει την σύζυγό του Alice Kim, πρώην σερβιτόρα σε εστιατόριο του Los Angeles, 20 ολόκληρα χρόνια. Κι αν νομίζετε πως τα 20 είναι πολλά, μάθετε πως ο Harrison Ford είναι 23 χρόνια μεγαλύτερος από την Calista Flockhart, όσα είναι και ο Sylvester Stallone από την Jennifer Flavin. Η Celine Dion είναι 26 χρόνια μικρότερη από τον μουσικό παραγωγό σύζυγό της René Angélil, ενώ ο Rod Stewart περνάει την γυναίκα του, Penny Lancaster, 27 χρόνια. Ποιος να συγκρηθεί, βέβαια, με τον Clint Eastwood, ο οποίος παντρεύτηκε το 1996 την παρουσιάστρια Dina Ruiz, η οποία είναι 35 χρόνια μικρότερή του (φωτο παραπάνω); Ίσως, μόνο, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο οποίος ήταν 40 ολόκληρα χρόνια μεγαλύτερος από την σύντροφό του, Ιουλίτα Ηλιοπούλου.

Αντιστρόφως, στα ευτυχισμένα ζευγάρια με μεγαλύτερες γυναίκες και νεώτερους άνδρες συναντάμε σήμερα την Mariah Carey, η οποία είναι 12 χρόνια μεγαλύτερη από τον σύζυγό της Nick Cannon, όσο είναι δηλαδή η Daryl Hannah από τον David Blaine και η Susan Sarandon από τον Tim Robbins. Η σύζυγός του -σούπερ σέξι- Hugh Jackman, Deborra-Lee Furness, είναι 13 χρόνια μεγαλύτερή του, ενώ, όπως ήδη αναφέραμε, η Demi Moore είναι 15 χρόνια μεγαλύτερη από τον Ashton Kutcher. Η «νταντά» Fran Drescher είναι 16 χρόνια μεγαλύτερη από τον φίλο της John, αλλά εκείνη που κατέχει τα «πρωτεία» είναι η Joan Collins που περνά τον σύζυγό της Percy Gibson 32 ολόκληρα χρόνια.