.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Η αγάπη είναι πέρα από τις κατηγορίες του δυνατού και του αδύνατου

ΓΑΜΟΣ: ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

(Πρωτοπρεσβύτερου Ιωάννου Μάγιεντορφ)

Η Ιουδαϊκή σκέψη της Παλαιάς Διαθήκης είδε ως κύριο νόημα και σκοπό του γάμου την τεκνογονία. Το πιο φανερό και αναγκαίο σημάδι της Θείας Ευλογίας εθεωρείτο η συνέχιση της φυλής. Η υπακοή και η εμπιστοσύνη του Αβραάμ στο Θεό του έφερε την υπόσχεση ενός δοξασμένου απογόνου: «η μην ευλογών ευλογήσω σε, και πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου ως τους αστέρας του ουρανού και ως την άμμον την παρά το χείλος της θαλάσσης, και κληρονομήσει το σπέρμα σου τας πόλεις των υπεναντίων και ενευλογηθήσονται εν τω σπέρματι σου πάντα τα έθνη της γης, ανθ’ ων υπήκουσας της εμής φωνής». (Γένεσις, κβ’: 17-18). Αυτή η σοβαρή υπόσχεση που δόθηκε στον Αβραάμ εξηγεί γιατί η στέρηση παιδιών εθεωρείτο κατάρα, κυρίως για τις γυναίκες.

Αυτή η άποψη που απεικονίζεται τόσο καθαρά στην Π. Διαθήκη, αρχικά συνδέεται με το γεγονός ότι ο πρώιμος Ιουδαϊσμός δεν είχε αντιληφθεί σωστά το θέμα της προσωπικής επιβίωσης μετά το θάνατο. Το καλύτερο που μπορούσαν να ελπίζουν ήταν μια σκοτεινή και ατελής ύπαρξη σ’ ένα μέρος που ονομαζόταν «Άδης» (συχνά σ’ αυτή τη λέξη δίνουν την ασαφή μετάφραση «κόλαση»). Ο Ψαλμωδός ζητά τη βοήθεια του Θεού εναντίον των έχθρων του που ζητούν να τον σκοτώσουν και γνωρίζει ότι ο Θεός «ουκ εμνήσθη έτι» τους φονιάδες οι οποίοι «εκ της χειρός του απώσθησαν» Ζητώντας τη βοήθεια του Θεού εναντίον εκείνων που ζητούν να τον εξολοθρεύσουν προκαλεί φιλοσοφικά το Θεό: «μη τοις νεκροίς ποιήσεις θαυμάσια; ή ιατροί αναστήσουσι καί εξομολογήσονται σοι;» (Ψαλμός 87,11). Ο Θεός ήταν «Θεός ζώντων» και όχι νεκρών. Όμως η υπόσχεση στον Αβραάμ υπονοούσε ότι η ζωή θα ήταν αιώνια με τη βοήθεια των απογόνων, γι’ αυτό δίνονταν μεγάλη σπουδαιότητα στη τεκνογονία.

Έτσι ο γάμος – πολυγαμία ή μονογαμία – ήταν το νόμιμο μέσο, αλλά η παλλακεία ήταν επίσης ανεκτή και ακόμη μερικές φορές αναγκαστική για να εξασφαλισθεί η συνέχιση της φυλής (Γένεσις ιστ ‘ 1-3). Ο θεσμός της «επιγαμβρείας» στηρίζεται στο καθήκον του άνδρα να «αναστήσει σπέρμα» για το νεκρό αδελφό του με το να παντρευτεί τη χήρα του κι έτσι να του εξασφαλίσει μερική επιβίωση στα παιδιά της γυναίκας του. Η μονογαμία, βασισμένη στην αιώνια αγάπη των συζύγων, υπήρχε μάλλον ως μια ιδανική εικόνα. Υπονοείται στην ιστορία της δημιουργίας, στο Άσμα Ασμάτων, σε διάφορες προφητικές εικόνες της αγάπης του Θεού για τους ανθρώπους του, αλλά ποτέ δεν έγινε θρησκευτικό πρότυπο.

Στην Κ. Διαθήκη, το νόημα του γάμου αλλάζει εκ θεμελίων. Η αντίθεση είναι εμφανής, διότι τα κείμενα χρησιμοποιούν τις διάφορες απόψεις της Π. Διαθήκης για να τις τροποποιήσουν με σαφήνεια. Κανένα κείμενο της Κ. Διαθήκης που αναφέρεται στο γάμο δεν προβάλλει την τεκνογονία ως δικαίωση ή σκοπό. Η τεκνογονία γίνεται μέσο σωτηρίας μόνο εάν επιτελείται «εν πίστει, αγάπη, και αγιασμώ» (Α’ Τιμόθ., 2:15). Η τροποποίηση στα πρότυπα της Π. Διαθήκης φανερώνεται με αρκετή σαφήνεια σε τρεις περιπτώσεις:

1) Τα τρία συνοπτικά Ευαγγέλια (Ματθαίου, Μάρκου, Λουκά) αναφέρουν τη στάση του Ιησού προς την «επιγαμβρεία». Είναι αναγκαίο να τονισθεί ότι το θέμα σχετίζεται με τη διδασκαλία του Χριστού για την ανάσταση και την αθανασία, πράγμα που διαλύει τις απορίες για την επιβίωση διά της τεκνογονίας. Όταν οι Σαδδουκαίοι (που δεν πίστευαν στην ανάσταση) ρώτησαν ποιός ανάμεσα στους επτά αδελφούς που διαδοχικά παντρεύτηκαν την ίδια γυναίκα θα τήν έχει ως σύζυγο «εν τη Αναστάσει»­ ο Ιησούς απάντησε ότι «στην Ανάσταση δεν υπάρχει γάμος, γιατί θα ζουν σαν άγγελοι Θεού».

Συνήθως αυτό το χωρίο θεωρείται ότι υπονοεί ότι ο γάμος είναι μόνο επίγειος θεσμός και ότι το κύρος του διαλύεται με το θάνατο. Τέτοια αντίληψη επικράτησε στη Δυτική Εκκλησία που ποτέ δεν αποθάρρυνε το δεύτερο γάμο χήρων ανθρώπων και που δεν περιόρισε τον αριθμό των επιτρεπτών για τους Χριστιανούς γάμων. Όμως, αν αυτό ήταν το πραγματικό νόημα των λόγων του Ιησού, θα ήταν σε φανερή αντίθεση με τη διδασκαλία του Απ. Παύλου και με τους γεμάτους συνέπεια κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας ανά τους αιώνες. Στην χριστιανική αντίληψη, ο γάμος παρουσιάζει μια μοναδικότητα και είναι εντελώς αντίθετος από την «επιγαμβρεία». Ποτέ η χριστιανική Εκκλησία δε θα ενεθάρρυνε τον άνδρα να παντρευτεί τη χήρα του αδελφού του. Πράγματι, όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρείας ήδη τόνισε: « Ο Κύριος δεν αποκλείει το γάμο, αλλά απελευθερώνει τις σκέψεις τους από την προσδοκία ότι στην Ανάσταση θα υπάρχουν σαρκικές επιθυμίες». Η απάντηση του Ιησού στους Σαδδουκαίους είναι αυστηρά περιορισμένη από το νόημα της ερώτησης τους. Δεν δέχονται την Ανάσταση διότι δεν μπορούν να τη φαντασθούν διαφορετικά παρά ως μια αποκατάσταση της γήινης ανθρώπινης ύπαρξης, πράγμα που θα περιλάμβανε και την Ιουδαϊκή αντίληψη του γάμου ως αναπαραγωγή μέσω της συζυγικής ένωσης. Σ’ αυτό, όπως λέει ο Ιησούς «πλανώνται», διότι η ζωή στην Αιώνια Βασιλεία θα είναι όπως τη ζωή «των αγγέλων». Έτσι στην απάντηση του ο Ιησούς δεν κάνει τίποτ’ άλλο παρά απορρίπτει μια αφελή και υλιστική αντίληψη για την Ανάσταση χωρίς να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο θέμα του γάμου. Αναφέρεται στην «επιγαμβρεία» κι όχι στο χριστιανικό γάμο του οποίου το νόημα γίνεται φανερό – σ’ όλο το βάθος και το πλάτος – σε άλλα μέρη της Κ. Διαθήκης.

2) Η διδασκαλία του Χριστού που απαγορεύει το διαζύγιο αντικατοπτρίζει, πιο θετικά, τη φύση του Χριστιανικού γάμου. Έρχεται σε φανερή αντίθεση με το Ιουδαϊκό Δευτερονόμιο που επιτρέπει το διαζύγιο. Η ουσία του Χριστιανικού γάμου που βρίσκεται στο αδιάλυτό του αποκλείει όλες τις υλιστικές ερμηνείες. Η ένωση ανάμεσα στους δύο συζύγους είναι τελεσίδικη. Είναι μία αιώνια ένωση ανάμεσα σε δυο μοναδικές και αιώνιες προσωπικότητες, που δεν μπορεί να διασπασθεί από τέτοιες προφάσεις όπως η τεκνογονία (δικαιολογία για παλλακεία) ή η οικογενειακή αλληλεγγύη (βάση για «επιγαμβρεία»).Το αδιάλυτο του γάμου πάντως δεν είναι αξίωση νομικά άκαμπτη. Η κυριότερη εξαίρεση που μνημονεύεται από το Ματθαίο («παρεκτός λόγου πορνείας») είναι για να μας υπενθυμίζει ότι ο νόμος της Βασιλείας του Θεού δεν επιβάλλει την κατά γράμμα τήρησή του, αλλά λαμβάνει υπόψη και την ελεύθερη ανταπόκριση του ανθρώπου. Έτσι το δώρο του Χριστιανικού γάμου μπορεί ο άνθρωπος να το δεχθεί, να το βιώσει ελεύθερα, αλλά τελικά μπορεί και ν’ απορρι­φθεί από τον άνθρωπο. Γενικά το Ευαγγέλιο ποτέ δεν περιορίζει το μυστήριο της ανθρώπινης ελευθερίας σε νομικούς κανόνες. Προσφέρει στον άνθρωπο το μόνο δώρο που αξίζει σε μια «εικόνα του Θεού» – μια «αδύνατη» τελειότητα. Η απαίτηση του Χριστού για απόλυτη μονογαμία παρουσιάζεται στους ακροατές Του ως κάτι το ακατόρθωτο. Κατ ‘ ακρίβεια η αγάπη είναι πέρα από τις κατηγορίες του δυνατού και του αδύνατου. Είναι ένα «δώρημα τέλειο» που γίνεται γνωστό μόνο με την εμπειρία. Είναι φανερά ασυμβίβαστη με τη μοιχεία. Στην περίπτωση της μοιχείας, ο άνθρωπος αρνείται το δώρο και ο γάμος δεν υπάρχει. Εκείνο που απομένει τότε είναι όχι μόνο το τυπικό «διαζύγιο», αλλά η τραγική εμπειρία της κακής χρήσης της ελευθερίας, δηλ. της αμαρτίας.

3) Όταν μιλά για το θέμα της χηρείας, ο Απ. Παύλος υπονοεί ότι ο γάμος δεν διαλύεται από το θάνατο διότι «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α’ Κορ., ιγ’, 8). Γενικά η στάση του Παύλου στο θέμα του γάμου είναι καθαρά αντίθετη από την άποψη των Ιουδαίων Ραβίνων διότι – ειδικά στην Α’ προς Κορινθίους -δείχνει φανερά την προτίμηση του στον άγαμο βίο παρά στο γάμο. Μόνο στην επιστολή του προς τους Εφεσίους αυτή η αρνητική στάση βελτιώνεται με τη διδασκαλία στην οποία παρομοιάζεται ο γάμος με την ένωση Χριστού και Εκκλησίας – διδασκαλία που έγινε η βάση όλης της Θεολογίας του γάμου όπως συναντάται στην Ορθόδοξη Παράδοση. Πάντως η άποψη του Παύλου για το δεύτερο γάμο σε περίπτωση χηρείας, όπως αυτή εκφράζεται στην Α’ προς Κορινθίους, υποστηρίζεται αυστηρά και από τους Κανόνες και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Ο δεύτερος γάμος είτε σε περίπτωση χηρείας είτε σε περίπτωση διαζυγίου, γίνεται ανεκτός μόνο ως καλύτερη λύση παρά το «πυρούσθαι» και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Μέχρι το δέκατο αιώνα, δεν ευλογείτο στην εκκλησία και ακόμα και σήμερα συνιστά κώλυμα για να γίνει κανείς ιερέας. Η σημερινή ιεροτελεστία της ευλογίας του δευτέρου γάμου επίσης δείχνει καθαρά ότι γίνεται δεκτός μόνο από συγκατάβαση. Σε κάθε περίπτωση η Γραφή και η Παράδοση συμφωνούν ότι η πίστη της χήρας ή του χήρου στο σύντροφο που έχει πεθάνει είναι κάτι παραπάνω από «ιδανικό»· είναι Χριστιανική γραμμή. Ο Χριστιανικός γάμος δεν είναι μόνο μια γήινη σεξουαλική ένωση, αλλά ένας αιώνιος δεσμός ο όποιος θα συνεχίσει όταν τα σώματα μας θα γίνουν «πνευματικά», και όταν ο Χριστός θα είναι «τα πάντα εν πάσι».Αυτά τα τρία παραδείγματα δείχνουν καθαρά ότι στην Κ. Διαθήκη προβάλλεται μια εντελώς καινούργια αντίληψη για το γάμο- εξαρτάται άμεσα από το «Ευαγγέλιο» της Ανάστασης το οποίο μας μετέδωσε ο Χριστός. Ο Χριστιανός προσκαλείται ήδη απ’ αυτόν τον κόσμο να γευθεί τη νέα ζωή, να γίνει πολίτης της Ουράνιας Βασιλείας – και μπορεί να το κάνει αυτό μέσα στο γάμο. Αλλά τότε ο γάμος παύει να είναι είτε η απλή ικανοποίηση προσωρινών φυσικών αναγκών είτε το μέσο για εξασφάλιση μιας απατηλής επιβίωσης μέσω της τεκνογονίας. Είναι μια μοναδική ένωση δύο υπάρξεων που αγαπιούνται και που μπορούν να υπερπηδήσουν την ανθρώπινή τους φύση και έτσι να ενωθούν όχι μόνο μεταξύ τους άλλα επίσης και με το Χριστό.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Ποντιακή χαρά




Τα έθιμα του γάμου, τόσο για την προετοιμασία του, όσο και για την τέλεσή του ποικίλουν μεταξύ των ποντίων. Τα βασικά χαρακτηριστικά του γάμου διατήρησαν τόσο οι Έλληνες του Πόντου, όσο και οι Έλληνες του Καυκάσου στις νέες τους πατρίδες. Πιο διαδεδομένος είναι ο όρος «χαρά» και λιγότερο όρος «γάμος» γιατί υπογράμμιζε με ακρίβεια το χαρμόσυνο γεγονός των ανθρώπων. Στην ποντιακή διάλεκτο παραμένει και θα παραμένει σε χρήση ο όρος «χαρά» ή «χαράντας», αλλά και «στεφανώματα». Η ημερομηνία του γάμου οριζόταν με το «λογόπαρμαν» ή «λογοκόψιμον», αλλιώς και «ψαλάφεμαν». Οι γονείς και στενοί συγγενείς του γαμπρού, μαζί και ο δεξάμενος (ο νονός του γαμπρού) επισκέπτονταν το σπίτι της νύφης για να πάρουν τη συγκατάθεση των γονιών της, αλλά και να ορίσουν την ημερομηνία του γάμου. Κατάλληλη χρονική στιγμή για το γεγονός αυτό ήταν το Σαββατόβραδο. Οι συγγενείς του γαμπρού πήγαιναν τρεις φορές στο σπίτι της νύφης για να δοθεί η συγκατάθεση, «ο λόγος» των γονέων της. Στην ανταλλαγή μάλιστα των δακτυλιδιών που γινόταν την πρώτη Κυριακή μετά το «λόγο» καλεσμένος ήταν και ο ιερέας του χωριού. Παλιότερα γινόταν δυο αντίστοιχα γλέντια στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού έφτανε ο κουμπάρος με λίγους συγγενείς του γαμπρού. Τότε έβγαιναν οι συγγενείς της νύφης , κυρίως γυναίκες με πιατέλα στα χέρια (περιείχε συνήθως κοτόπουλο) και τσίπουρο, για να καλωσορίσουν τον κουμπάρο.

Όλοι οι συγγενείς της νύφης φτάνουν στο σπίτι της. Το γλέντι συνεχίζεται ως αργά τη νύχτα με το λάλημα της ποντιακής λύρας. Ανήμερα του γάμου οι προετοιμασίες κορυφώνονταν τόσο στο σπίτι της νύφης , όσο και στου γαμπρού. Οι ελεύθερες κοπέλες, συγγενείς και φίλες της νύφης, παλαιότερα τη στόλιζαν και τη φρόντιζαν, στις μέρες μας παραβρίσκονται κοντά της κατά την προετοιμασία της. Νυφιάτικα τραγούδια που απηύθυναν στη νύφη κατά την προετοιμασία της. Τα ανύπαντρα κορίτσια έγραφαν αλλά και γράφουν το όνομά τους κάτω από το παπούτσι της νύφης και ανυπομονούν να δουν αν θα σβήσει , ένδειξη ότι θα παντρευτούν σύντομα και αυτές. Οι συγγενείς μέσα και έξω από το σπίτι έστηναν ένα γλέντι πριν ξεκινήσει η πομπή του γάμου. Αν η νύφη και ο γαμπρός ήταν από το ίδιο μέρος τότε ξεκινούσε η συνοδεία του γαμπρού (του γαμπρού τ΄αλάι) για το σπίτι της νύφης. Η πορεία γίνεται πεζή με τη συνοδεία οργάνων και κυρίως της ποντιακής λύρας χορεύοντας το τας . Αν η νύφη ήταν από άλλο μέρος η γαμήλια πομπή γινόταν έφιππη. Στην είσοδο του σπιτιού έβγαιναν οι συγγενείς της νύφης και εμπόδιζαν την πρόσβαση του κουμπάρου και των συγγενών του γαμπρού μέσα στο σπίτι. Τότε γυναίκες, συγγενείς της νύφης, έβγαιναν με δίσκους στα χέρια και πρόσφεραν μεζέδες στον κουμπάρο και στο γαμπρό. Μια πιατέλα με κότα βραστή στολισμένη με κορδέλες ή κεριά συνοδευόμενη με τσίπουρο για τον κουμπάρο και μια πιατέλα με φούστορον (ομελέτα) για το γαμπρό.

Όταν ο κουμπάρος κατόρθωνε να μπει τελικά στο σπίτι της νύφης τα συγκόρτσια της (οι φιλενάδες της ) ζητούσαν εύρετρα για να παραδώσουν το παπούτσι της που το είχαν κρύψει νωρίτερα. Τότε άρχιζε ένας σύντομος διάλογος της νύφης. Ο κουμπάρος έβγαζε και δώριζε ένα χρηματικό ποσό, και ο αδελφός της νύφης έβγαζε το κρυμμένο παπούτσι για να φορέσει η νύφη. Και στις μέρες το έθιμο αυτό είναι ακόμα ζωντανό. Όταν πια τελείωναν όλα τα απαιτούμενα έθιμα έβγαινε η νύφη από το πατρικό της με τη συνοδεία της παρανύφ’σας και του αδελφού της. Η παρανύφ’σα ήταν η γυναίκα που συνόδευε τη νύφη απ’ τη στιγμή που την έπαιρνε η συνοδεία του γαμπρού ως τη Δευτέρα το πρωί, που τελείωνε ο γάμος. Παρανύφ’σα ήταν συνήθως η αδελφή του πατέρα της νύφης ή η αδελφή της μητέρας της νύφης ή μεγαλύτερη από τις αδελφές τις ή ακόμα και η νονά της. Αυτή η γυναίκα θα συνόδευε τη νύφη πριν από το γάμο στην αγορά των νυφικών και των κοσμημάτων. Στην εκκλησία φρόντιζε τη νύφη : σκούπιζε τον ιδρώτα του προσώπου, τα δάκρυα της, όταν έκλαιγε και μετά στο σπίτι του γαμπρού, φρόντιζε το φαγητό και το ποτό της μες στο «νυφείον» όπου η νύφη. Το βράδυ της Κυριακής αυτή θα κοιμόταν μαζί με τη νύφη. Την προετοίμαζε για τη νυφική παστάδα και της έδινε οδηγίες για τα πρώτα καθήκοντα της στο νέο σπιτικό. Αφού έπαιρναν από το σπίτι της τη νύφη με τους συγγενείς της «το νυφέπαρμαν» συνέχιζαν πεζή για το ναό.

Ο χρόνος διάρκειας της πομπής «γαμόστολος» ή «ψικ» ποίκιλε ανάλογα με την απόσταση που είχε ο ναός , αλλά και με τη διάθεση για χορό και ποτό που είχαν οι συγγενείς καθώς χόρευαν μπροστά στη νύφη και στο γαμπρό και καθυστερούσαν την πομπή. Στην πομπή οι συνοδοί του γαμπρού και της νύφης δημιουργούσαν έναν κλοιό γύρω τους το λεγόμενο «σέρεμαν» για να μην εισχωρήσει κανείς. Αποτελούσε κακό σημάδι για τη νέα ζωή του ζευγαριού η διέλευση άλλων προσώπων ανάμεσα από την πομπή τους. Πριν από τη στέψη σε παλαιότερες εποχές ο ιερέας απηύθυνε στο γαμπρό το ερώτημα : «αγαπάς ατέν;» (την αγαπάς) και προς τη νύφη το ίδιο ερώτημα «αγαπάς ατόν;». Με την καταφατική απάντηση των δύο προχωράει στη στέψη. Κατά τη διάρκεια της στέψης η νύφη όφειλε να καμαρώνει κάτω από το πέπλο της , τη λεγόμενη «καμάρα» ή «καμαρωτέρ». Αυτή ήταν μεταξοΰφαντη λευκή καλύπτρα μαζί με κοσμήματα και στο στολίδια. Η νύφη στεκόταν σχεδόν ακίνητη κάτω από την «καμάρα» (το πέπλο) και δεν έστρεφε το κεφάλι ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Μάλιστα μετά το γάμο γινόταν θέμα σχολιασμού «το καμάρωμα» της νύφης, αν αυτή είχε βάλει όλη την τέχνη της για να παραμείνει δίπλα στο γαμπρό με σοβαρότητα και αξιοπρέπεια. Μετά τα στεφανώματα η γαμήλια πομπή παλαιότερα πορεύονταν στο σπίτι του γαμπρού όπου η μάνα του υποδεχόταν τη νύφη της με τη φράση «έλα καλέσσα οικοκυρά…να είσαι στερεωμέντσα και προκομέντσα». Τη φιλούσε και τη δώριζε χρυσαφικά. Τότε η νύφη έσπαζε ένα πιάτο στην είσοδο του σπιτιού , έθιμο που διασώζεται και στις μέρες μας. Εκεί άρχιζε το «τσουμπούς» (το γλέντι) με όλα τα προετοιμασμένα εδέσματα, για τα οποία φρόντιζαν οι γυναίκες συγγενείς του γαμπρού. Τα όργανα , όπως η ποντιακή λύρα, το νταούλι και το κλαρίνο ηχούσαν ως το ξημέρωμα και οι προσκεκλημένοι δεν κουράζονταν να χορεύουν.

Ο χορός συνοδεύονταν με τραγούδι και άφθονο ποτό. Στους καυκάσιους πόντιους (σήμερα στην περιοχή του Κιλκίς) επικρατεί το έθιμο του δωρίσματος «χάρισμαν» στους νιόπαντρους κατά τη διάρκεια του γαμήλιου γλεντιού. Όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα που τους απηύθυνε ένας βροντόφωνος «ο τελάλης» για τη συγκέντρωση των δώρων. Το νιόπαντρο ζευγάρι συγκεντρώνει ένα σεβαστό ποσό για το ξεκίνημα της καινούργιας ζωής . Μετά τα μεσάνυχτα και μετά το χάρισμα τηρούσαν ένα άλλο έθιμο. Το «θήμιγμα ή θήμισμα» ήταν πιο πολύ έθιμο παρά χορός. Πρόκειται για έναν κύκλο χορού που τον αποτελούσαν εφτά μονοστέφανα ζευγάρια , ανδρόγυνα δηλαδή που έχουν έρθει σε πρώτο γάμο, και ένας επιπλέον χορευτής. Στο χορό μπαίνει και το νιόπαντρο ζευγάρι με τον κουμπάρο και την κουμπάρα την παρανφ’σα, αν υπάρχει. Στη μέση του χορού βρίσκονταν τα όργανα, συνήθως ο λυράρης, παίζοντας και τραγουδώντας, και ο παπάς με το θυμιατό του θυμιάζοντας τους νεόνυμφους και τους χορευτές. Κατά τη διάρκεια του τραγουδιού και του χορού δίνονταν συμβουλές , υποδείξεις , ευχές αλλά και παινέματα για τη νύφη. Ο χορός ήταν ομαλός, το ομάλ. Κάθε ζευγάρι κρατάει μια λαμπάδα αναμμένη .Το όνομα του χορού θήμισμα ή θήμιγμα προέρχεται από παράφραση του ρήματος φημίζω (θημίζω) αυξάνω τη φήμη κάποιου, δηλαδή του ζευγαριού και μάλιστα της νύφης. Τα εφτά μονοστέφανα ζευγάρια ,καθαρά χριστιανικός συμβολισμός, συμβολίζουν τις εφτά ημέρες της δημιουργίας, της οποίας ενσάρκωσης πρέπει να αποτελέσει το καινούργιο ζευγάρι. Ο επιπλέον χορευτής στον κύκλο, το «τεκ’», το μονόν, είναι γνώρισμα της αυξημένης ευαισθησίας στις προλήψεις ,που υπήρχε στον Πόντο και σ’ όλη την Ελλάδα. Ήταν η άμυνα στη βασκανία και σε κάθε κακό από το οποίο έπρεπε να προφυλαχτεί το νιόπαντρο ζευγάρι. Όλες οι παραπάνω πληροφορίες αποτελούν αναμνήσεις μιας καλής γιαγιούλας από τον Πόντο. Την ευχαριστούμε πολύ γι ‘αυτό!!!



Κωνσταντινίδου Σοφία

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Πως γίνεσαι έγγαμος ηγούμενος;

http://sieline.gr/media/Image/oikogeneia.jpg

Σε ένα μοναστήρι υποθέτω ότι η υγιής ανάδειξη στην ηγουμενία ακολουθεί περίπου την εξής πορεία: Ένας μοναχός εισέρχεται με ζέση στην ισάγγελο πολιτεία, ζει με ταπείνωση και υπακοή θυσιάζοντας τον εαυτό του για την αδελφότητα και τον Χριστό, αγωνίζεται με επιμονή να καθαρθεί από τα πάθη του για χρόνια. Εκλέγεται να χειροτονηθεί ιεροδιάκονος και εν συνεχεία ιερομόναχος. Ενδεχομένως διαθέτει κι επιδεικνύει διάκριση, πρωτοβουλία και διοικητικό ταλέντο στη διεκπεραίωση πνευματικών και άλλων υποθέσεων. Εκλέγεται ακολούθως ηγούμενος ώστε να διακονήσει από αυτή τη θέση την αδελφότητα.

Υποψιάζομαι δε ότι το αξίωμα της ηγουμενίας για αρκετούς μοναχούς είναι κάτι αδιάφορο ή και ανεπιθύμητο για πνευματικούς λόγους.

***

Στο έγγαμο βίο, σε μια κατ’ οίκον εκκλησία, τίθενται τα εξής ερωτήματα:

  1. Στην (συνειδητά χριστιανικά αγωνιζόμενη) οικογένεια υπάρχει αντίστοιχο διακόνημα; Ποιος είναι ή πρέπει να είναι ο ηγούμενος στην οικογένεια; Χρειάζεται, είναι καλό να υπάρχει ή όχι; Γιατί;
  2. Εάν ναι, ποιος είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος εξάσκησης του εν λόγω διακονήματος; Υπάρχει συσχέτιση με την περιγραφή του ρόλου του άνδρα και της γυναίκας στο γάμο (δες απόσπασμα ακολουθίας γάμου);
  3. Τι γίνεται στην περίπτωση που ένας εκ των δύο συζύγων δεν αποδέχεται την αρμοδιότητα του άλλου ή και διεκδικεί τον συγκεκριμένο ρόλο για τον εαυτό του/της; Πως διακρίνεται η εγωιστική επιθυμία επιβολής από τη θυσιαστική αποδοχή του ρόλου;
  4. Ποια η θέση του πνευματικού σε αυτό το ζήτημα;

***

Αποστολικό ανάγνωσμα ακολουθίας γάμου (με δικές μας επισημάνσεις με έντονο):

Ἀδελφοί, εὐχαριστεῖτε πάντοτε ὑπὲρ πάντων, ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ. Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ, ὅτι ὁ ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος. Ἀλλ᾿ ὥσπερ ἡ Ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ἐν παντί. Οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ, καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ῥήματι, ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν Ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ῥυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ᾿ ἵνᾳ ᾗ ἁγία καὶ ἄμωμος. Οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας, ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα· ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ· οὐδεὶς γάρ ποτε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, ἀλλ᾿ ἐκτρέφει καὶ θάλπει αὐτήν, καθὼς καὶ ὁ Κύριος τὴν Ἐκκλησίαν· ὅτι μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ· ἀντὶ τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δὺο εἰς σάρκα μίαν. Τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Πλὴν καὶ ὑμεῖς οἱ καθ᾿ ἕνα, ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα οὕτως ἀγαπάτω ὡς ἑαυτόν, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα.

Δείτε ακόμα: Ακολουθία Μυστηρίου Γάμου