.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία

Οι ευχές του μυστηρίου του γάμου συνάπτουν την εκπλήρωση των υψηλών της συζυγίας σκοπών με το στεφάνι της αιώνιας δόξας και μακαριότητας, που επιφυλάσσει ο Θεός στο ανδρόγυνο στη βασιλεία Του, την «ητοιμασμένην από καταβολής κόσμου» (Ματθ. κε’ 34). Η έννομος συζυγία, η από αυτήν ευλογημένη παιδοποιΐα και η ολοκλήρωση των προσώπων μέσα στο γάμο με απώτερο σκοπό να λάβουν το «βραβείο της άνω κλήσεως» (Φιλιπ. γ’ 14), αποτελούν τα βάθρα του ζευγαριού, των αγωνιστών εκείνων συζύγων, πού βλέπουν το γάμο τους ως ανηφορική κλίμακα με αίσιο τέλος.

Ένα τέτοιο θεοφιλέστατο ζευγάρι ήσαν και οι άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία, που κατάγονταν από την ξακουστή πόλη της Αντιόχειας. Ο Ανδρόνικος επαγγελλόταν τον ασημοπώλη. Οι δουλειές του πήγαιναν καλά και με τη σωστή διαχείριση και της Αθανασίας απέκτησε πολλά πλούτη. Αυτά όμως δεν αλλοτρίωσαν το χαρακτήρα τους, ούτε στάθηκαν εμπόδιο στην άσκηση της ελεημοσύνης.

Από τον τίμιο γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα, ένα γιο καί μια θυγατέρα, τα όποια όμως όταν έφθασαν στην ηλικία των δώδεκα ετών απέθαναν σχεδόν ταυτόχρονα. Ο Ανδρόνικος ως ο δίκαιος Ιώβ υπέμεινε το βαρύ πένθος με καρτερία. Η Αθανασία όμως ήταν απαρηγόρητη, αλλά όχι για μεγάλο χρονικό διάστημα. Φρόντισε ο καλός Θεός, ο Κύριος της ζωής καί του θανάτου, να την παρηγορήσει καί να μεταβάλει τη λύπη της σε χαρά και σε δοξολογία Του. Έτσι, ενώ ήταν σκυμμένη πάνω στον τάφο των παιδιών της στο προαύλιο του ναού του αγίου μάρτυρος Ιουλιανού και έκλαιε ολοφυρομένη, πληροφορήθηκε από τον άγιο Ιουλιανό ότι την ημέρα της Κρίσεως τα παιδιά της θα απαιτήσουν από τον Θεό να λάβουν τα επουράνια αγαθά, καθότι στερήθηκαν τα επίγεια. Αναπαύθηκε έτσι η ψυχή της και μετά από κοινή συνεννόηση με το σύζυγό της πήγαν για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, αφού μοίρασαν την περιουσία τους στους πτωχούς της πόλεως.

Εκεί στην Αγία Γη προσκύνησαν τα αγιασμένα από τα τίμια πόδια του Χριστού μας μέρη και, σαν κάτι να τους τραβοϋσε, κατευθύνθηκαν στην Αίγυπτο, για να συναντήσουν τον περίφημο για την αρετή του Γέροντα Δανιήλ. Αυτός, βλέποντας τον πόθο τους για ανώτερη πνευματική ζωή, τον μεν Ανδρόνικο κράτησε κοντά του και τον έντυσε με το αγγελικό σχήμα των μοναχών, τη δε Αθανασία απέστειλε στο γυναικείο μοναστήρι των Ταβεννησιωτών.

Μετά από δώδεκα έτη στην υπακοή, ο Ανδρόνικος ζήτησε άδεια από το Γέροντά του να μεταβεί πάλι για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, την οποία και ευχαρίστως αυτός του έδωσε. Στο δρόμο για την Αίγυπτο κάθησε κάτω από ένα δένδρο, για να ξεκουρασθεί. Κατ’ οικονομία Θεού συνάντησε εκεί την Αθανασία, αλλά αυτή τη φορά έβλεπε μπροστά του ένα μαραμένο από την άσκηση μοναχό, τον Αθανάσιο, όπως του είπε ότι λεγόταν, που σε τίποτα δεν του θύμιζε τη γυναίκα του. Η Αθανασία όμως από την πρώτη στιγμή κατάλαβε τον άνδρα της, αλλά δεν του αποκαλύφθηκε. Αφού οι δύο μοναχοί ασπάσθηκαν ο ένας τον άλλο, συνέχισαν μαζί το δρόμο για τα Ιεροσόλυμα.

Μετά το προσκύνημα τους και τις ευλογίες του Γέροντος Δανιήλ, έμειναν μαζί στο ίδιο κελλί στη σκήτη. Κάποια μέρα ο μοναχός Αθανάσιος ασθένησε και σε επίσκεψη του Αββά Δανιήλ προς αυτόν του αποκάλυψε το μυστικό της φύσεώς του, το οποίο είχε χαράξει και πάνω σ’ ένα κεραμίδι, για να το μάθει και ο Ανδρόνικος. Μετά από λίγο παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο και ο Ανδρόνικος στον ευπρεπισμό του λειψάνου είδε τη γυναικεία φύση. Ταυτόχρονα ο Γέροντας Δανιήλ τού επέδειξε και το κεραμίδι με το κρυμμένο μυστικό. Ο Ανδρόνικος ξέσπασε τότε σε λυγμούς. Οι λυγμοί του όμως ήσαν και λυγμοί χαρμολύπης, γιατί η Αθανασία ήδη είχε αναχωρήσει για να λάβει το αμαράντινο στεφάνι της ουράνιας βασιλείας, αφού είχε νικήσει τη σάρκα, το κοσμικό φρόνημα και τον κοσμοκράτορα του αιώνος τούτου. Μετά από λίγο διάστημα, στο ταξίδι για την αιωνιότητα την ακολούθησε και ο Ανδρόνικος.

Εορτάζουν τη 9η Οκτωβρίου

Χαραλάμπους Μπούσια

Υμνογράφου

Ο πατέρας μας Αβραάμ

Από τις διδαχές του αγίου Κοσμά του Αιτωλού:

Ακούομεν, αδελφοί μου, οπού λέγει η Παλαιά Διαθήκη, ότι ο πατριάρχης Αβραάμ δεν είχεν υιόν δια να κληρονομήση τον βίον του, και είχε παράπονον πολύ. Και τί κάμνει ο ευλογημένος; Βάνει και κτίζει ένα σπίτι και ανοίγει τρεις θύρας και έβαλε ψωμάν και εζύμωνεν, και όσοι άνθρωποι εδιάβαινον, όλους τους εφίλευεν. Και είχε συνήθειαν, κάθε ημέραν, αν ίσως δεν επήγαινεν ξένος να φάγη ψωμί, μήτε ο Αβραάμ δεν έτρωγεν.

Και όσον έδιδε την ελεημοσύνην περισσότερον αβγάτιζεν ο βίος του. Ο διάβολος, οπού φθονεί πάντοτε, τί κάμνει ο τρισκατάρατος; Πηγαίνει και σχηματίζεται ωσάν ζήτουλας εις τις στράτες οπού επήγαιναν οι άνθρωποι εις το σπίτι του Αβραάμ· και όποιος επήγαινε, του έλεγεν ο διάβολος: Πού πηγαίνεις, αδελφέ; Εκείνος έλεγε την αλήθειαν, και τον εμπόδιζεν ο διάβολος. Έλεγεν: Εγώ είμαι ένας πτωχός, και άκουσα πως εδώ εις την χώραν Μαμβρήν είνε ένας μέγας άνθρωπος, Αβραάμ το όνομά του, και με είπαν δίδει ελεημοσύνη και είνε φιλόξενος πολύ· και ήλθα και εγώ ο δύστηνος να με κυβερνήση τίποτας, και η τύχη μου, το κακόν ριζικό μου, δεν επρόφθασε να μου δώση και εμένα. Επήγα σήμερα εις το σπίτι του Αβραάμ και εζήτησα κομμάτι ψωμί, και από την πολλήν ελεημοσύνην οπού έδιδεν ο καημένος, επτώχυνεν πολύ, και μήτε ψωμί τον έλαχεν μήτε στάμνα με νερόν· και ήτον ο άνθρωπος θυμωμένος από την πολλήν πτωχείαν οπού τον ήλθεν, και εσηκώθη επάνω και με εξύλισεν τόσον, οπού εμαζώχθηκεν όλος ο μαχαλάς, οι άνθρωποι, και με εγλύτωσαν· και είμαι άρρωστος από τον δαρμόν, και μηπάτε κανένας. Και ακούοντας οι άνθρωποι δεν επήγαν κανένας τρεις ημέρας.

Και ο Αβραάμ δεν έφαγε τρεις ημέρας μήτε ψωμί μήτε νερόν έπιεν αυτός και η Σάρρα, διατί ελυπούνταν πώς έγινεν αυτό, και δεν επήγαινεν κανένας άνθρωπος να φάγη ψωμί· και προσκυνούσαν και παρακαλούσαν με όλην την καρδίαν τους και έλεγον: Πιστεύομεν εις ένα Θεόν Πατέρα, οπού έκαμες τον ουρανόν, την γην, την θάλασσαν, τον ήλιον, τα άστρα και κυβερνάς όλα τα στοιχεία, τα όσα βλέπουν τα ομμάτιά μας, και τα όσα δεν βλέπομεν, και ορίζεις και τις ψυχές από τους ανθρώπους· παρακαλούμεν σε, Θεέ μας, να μη μας αφήσης υστερημένους, αλλά πρόσταξε ανθρώπους, να έλθουν εις το οσπίτιόν μας, να τους φιλεύσωμεν και να τους δίδωμεν και ελεημοσύνην, δια να το εύρωμεν εις τον ουρανόν, ότι είμαστε άτεκνοι, και θα μαλώνουσιν οι συγγενείς μας και οι γείτονές μας. Αυτά έλεγεν ο ευλογημένος Αβραάμ και η Σάρρα.

Και ω του θαύματος! Ο Θεός, οπού αγαπά τον αγαπώντα αυτόν και δεν τον αφήνει λυπημένον, τί κάμνει; Καθώς εκάθονταν ο Αβραάμ έμπροσθεν εις την θύραν και η Σάρρα εις την άλλην θύραν και εκοίταζον ίσως περάση τινάς να τον κράξουν να φάγη ψωμί δια να φάγωσιν και αυτοί, και βλέπουσι τρεις νέους πολύ ωραίους, οπού έρχονταν προς αυτούς, και εισέβησαν μέσα εις τον οίκον από τας τρεις θύρας, και μέσα ένας εφαίνονταν, και από την πολλήν τους χαράν είπον αναμεταξύ τους: Ακόμα μάς αγαπά ο Θεός, και ας σφάξωμεν το καλλιώτερον και παχύτερον μοσχάρι. Και ευθύς το έσφαξαν και το έβαλαν μέσα εις τον φούρνον να ψηθή και η μάνα του μόσχου ερχόταν ολόγυρα τον φούρνον και εφώναζε, και μετ’ ολίγον έπαυσεν η μόσχα, και βλέπουν εβύζαινεν ο μόσχος. Κοιτάζουσι μέσα εις τον φούρνον το αγγείον, και ήτο γεμάτον φαγητόν· και εθαύμασαν. Και επήγεν ο Αβραάμ να ομιλήση με τους νέους, και ομιλώντας τώ είπον οι νέοι: Από τώρα και κάθε όλον χαράν θέλεις έχει, Αβραάμ, και θέλεις γεννήσει υιόν, τον Ισαάκ. Και επήγε να ετοιμάση τράπεζαν, δια να τους φιλεύση, και γυρίζοντας δεν τους ηύρεν· και εστοχάσθηκεν, ότι ο Θεός εφάνη, και ασπάζονταν και καταφιλούσε τον τόπον, οπού εκάθονταν οι νέοι, και ήτον η Τριάς, ο Θεός.

Βλέπετε και ακούετε, αδελφοί μου, το θαύμα και το ακούετε έως την σήμερον. Ομοίως να κάμετε και εσείς, αδελφοί μου, αν θέλετε να έλθη ο Θεός εις τα σπίτια σας και να αβγατίζη ο βίος σας.

πηγή

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

Ο Ευλογημένος Γάμος - Ο Κατηραμένος Γάμος


Αγίου Κοσμά του Αιτωλού

Από τις διδαχές του Αγίου

Εγεννήθη ο Κυριος , αδελφοί μου, από γυναίκα , δια να ευλογήση την γυναίκα , επειδή και η γυναίκα έλαβε πρώτον την κατάραν εις τον παρσάδεισον, η γυναίκα εκρήμνισε τον κόσμον και τον επήγε εις την κόλασιν , πάλιν η γυναίκα εγέννησε τον Χριστόν και έλαβε την ευλογίαν.

Εγεννήθηκεν ο Κυριος από αρραβωνιασμένην , δια να ευλογήση τον γάμον , επειδή και η αρραβώνα είνε αρχή του γάμου, δια να δείξη και εσένα παράδειγμα , πως το δακτυλίδι οπού πρώτον δίδει ο άνδρας εις την γυναίκα πρέπει να είνε μαλαματένιο και να το βάλη εις το δάκτυλό της η γυναίκα καθαρή ωσάν ετούτο το μάλαμα.

Ε , τότες να το δεχτής και να το βάλης εις το δάκτυλό σου , και να προτιμήσης να χάσης την ζωήν σου και το κεφάλι σου παρά να καταπατήσης την τιμήν του ανδρός σου. Ομοίως στέλνεις και εσύ η γυναίκα εις τον άνδρα ένα δακτυλίδι ασημένιο, να τον διδάξης και αυτόν. Του φανερώνεις με το δακτυλίδι και λέγεις πως ανίσως και εσύ ο άνδρας και είσαι στέρεος ωσάν το ασήμι , ε , τότες να το δεχτής και να το βάλης εις το δάκτυλό σου, και να βάνης την ζωήν σου και το κεφάλι σου δια την γυναίκά σου.
Αυτό φανερώνει η αρραβώνα του γάμου. Να χαίρεστε και να ευφραίνεστε χιλιάδες φορές οι παντρεμένες τίμια δια τα πολλά καλά οπού σας εχάρισεν ο πανάγαθος Θεός· σας εχάρισε και ευλογημένον γάμον. Να κλαίετε δια τούς ασεβείς και απίστους· ανάμεσα εις τα πολλά κακά οπού έχουν , έχουν και καταφρονεμέννον γάμον.

Πως γίνεται ομοίως ο γάμος των χριστιανών ευλογημένος και πως γίνεται καταφρονημένος, ήγουν κατηραμένος , δεν είνε εδικόν μου έργον να ηξεύρω και να το διδάσκω· εγώ πρέπει να ηξεύρω την καλογερικήν μου να σωθώ. Είνε άπρεπον ο καλόγηρος να διδάσκη περί γάμων.

Μα πάλιν από το άπρεπον εβγαίνομεν κέρδος. Εκείνο οπού ηθελα να σου ειπώ εγώ , παιδί μου, έπρεπεν ο πατέρας σου και η μητέρα σου να σου τα ειπή.

Μα επειδή και εκείνοι δεν ηξεύρουν να σου τα ειπούν, σου λέγω εγώ παραμικρόν, ζήτησε και από λόγου σου να μάθης τα πολλά.

Άκουσε , παιδί μου· όταν θέλης να υπανδρευθής , να ζητήσης πρώτον , γυναίκα να μην είνε από την συγγένειά σου , οπού το εμπποδίζει ο νόμος της Εκκλησίας· δεύτερον, να έχη τον φόβον του Θεού εις την ψυχήν της· και τρίτον, να είνε στολισμένη με την εντροπήν. Επήρες γυναίκα πτωχή, επήρες σκλάβα· επήρες γυναίκα πλούσια , έγινες εσύ σκλάβος , επήρες ραβδί της κρεφαλής σου. Πρώτον να εξομολογήσθε και να στεφανώνεστε εις την εκκλησίαν.
Και πως πρέπει ναστεφανώνεστε; Να πάρη ο παπάς το νουνό , το γαμβρό και τη νύφη , ένα δύο ανθρώπους, να πάρη μία λειτουργία, να βάλη τα στέφανα, δύο δακτυλίδια και δύο λαμπάδες. Να πηγαίνουν εις την εκκλησίαν. Να βάνη τον άνδρα εις τα δεξιά και την γυναίκα εις τα αριστερά και να πηγαίνη μέσα εις το άγιον Βήμα ο παπάς να ανάψη τας δύο λαμπάδας και να κρεμάση τα στεφάνια εμπρός εις την αγίαν Τράπεζαν και να βάνη τα δύο δακτυλίδια επάνω, το ένα να τηράζη μέσα και το άλλο έξω, διατί φανερώνει πως όταν γυρίζη ο αρραβωνιαστικός και τηράζη την αρραβωνιαστικήν, να γυρίζη το πρόσωπόν της από το άλλο μέρος· ομοίως και η αρραβωνιαστική τον γαμβρόν. Και ωσάν τελειώση την Λειτουργίαν, να πάρη το γαμβρό και τη νύμφη να τούς βάλη αντάμα. Και να πάρη το θυμιατό και τις δύο λαμπάδες αναμμένες, να θυμιάση το γαμβρό σταυροειδώς τρεις φορές.

Το θυμιατό σημαίνει την Δεσποινα, την Θεοτόκον· τα κάρβουνα είνε μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται· έτσι και η Δεσποινα η Θεοτόκος εδέχθηκε τον Χριστόν και δεν εκάηκε, αλλά μάλιστα εφωτίσθηκε. Το θυμίαμα σημαίνει το Πανάγιον Πνεύμα, το κούπωμα του θυμιατού σημαίνει την σκέπην του Αγίου Πνεύματος , οι τρεις αλυσίδες σημαίνουν την διδασκαλίαν των αγίων Αποστόλων. Και έτσι θυμιάζει ο ιερεύς τον γαμβρόν, τον διδάσκει λέγοντάς του: Εγώ ετούτο προσκυνώ· και αν θέλης και εσύ και είσαι χριστιανός ορθόδοξος , ετούτο προσκύνα. Και έτσι σκύφτει και προσκυνεί και ο παπάς και ο γαμβρός. Αυτό σημαίνει το θυμιατό.

Και ερωτά ο παπάς τον γαμβρόν:
Θελεις την Μαρίαν δια γυναίκά σου;
Ανίσως και ειπή: Την θέλω, του δίδει την λαμπάδα.

Ομοίως ρωτά και την νύμφην: Θελεις εσύ, Μαρία, τον Ιωάννην δια άνδρα;
Ανίσως και τον θέλη, δεν ομιλεί , μόνον σκύπτει την κεφαλήν της· ει δε και δεν τον θέλει και είνε χωρίς το θέλημά της, φωνάζει: Δεν τον θέλω. Και ωσάν ειπή πως δεν τον θέλει, ο παπάς να μη βάλη χέρι να τούς στεφανώση, διότι κολάζονται.

Αν είνε με το θέλημα και των δύο, ε, τότες να του στεφανώνει. Και έπειτα από το στεφάνωμα να τούς μεταλαμνβάνη τα Άχραντα Μυστήρια. Και ανίσως έχουν κανένα εμπόδιο, ας τούς κοινωνήση το κοινόν ποτήριον. Ύστερα τούς παίρνουν ψάλλοντας, και πηγαίνοντας εις το σπίτι κάνει δέξησιν ο παπάς , ευλογεί την τράπεζαν και φεύγει.

Και ωσάν περάσουν τρεις ημρες, ε, τότες να σμίγετε το άνδρόγυνον· και να φυλάγετε τις Κυριακές, εορτές με ευγένειαν, ωσάν χριστιανοί. Δεν έδωσεν ο Θεός την γυναίκα δια πορνείαν, αλλά δια παιδιά. Και να μην κοιμάστε εις ένα στρώμα την Κυριακήν, διότι μας γκρεμνίζει ο διάβολος, και μάλιστα τις εορτές. Και εσύ ο άνδρας να φεύγης την ξένην γυναίκα καθώς φεύγεις το φίδι. Και όχι μόνον την ξένην γυναίκα, αλλ’ είνε καιρός να φεύγης και την εδικήν σου. Έτυχεν η γυναίκά σου και έχη συνήθειαν η εγγαστρώθη, πρέπει να φυλάγεσαι, η εγέννησε και δεν εσαράντισε, δεν εκαθαρίστηκε.

Και εάν θέλης να σμίξης με τη γυναίκά σου, πάρε παράδειγμα· ρώτησε τον γεωργόν να ιδής πόσες φορές σπέρνει το χωράφι το χρόνο.
Μιαν φοράν και το αφήνει ως οπού γίνεται, και τότε το θερίζει· και ύστερα πάλιν, ωσάν θέλη, το ματασπέρνει. Ομοίως και εσύ , αδελφέ μου.
Έσμιξες με την γυναίκά σου , εγγαστρώθηκε;
Αναχώρησε έως οπού γεννήση , να σαραντίση και καθαρισθή , και τότε σπέρνεις και άλλο.
Και κάμε σαράντα , πενήντα παιδιά.

Ήθελα να σου ειπώ ένα λόγον, μα είνε αισχρός κομμάτι και θέλετε με κατηγορήσετε. Δεν βλέπετε τα ζώα που σμίγουν έως που εγγασρωθή το θηλυκόν και ωσάν γεννήση, ε, τότες ματασμίγουν; Και ημείς οι άνθρωποι δεν τα ντρεπόμαστε να είμαστε χειρότεροι και από τα ζώα; Μα πάλιν δεν ημπορείς να κάμνης αυτό, σου πέφτει βαρύ; Καμε άλλο· ταπεινώσου και ειπέ πως είσαι ανάξιος, αμαρτωλός και χειρότερος από τα ζώα· κατηγόρησε του λόγου σου, και έτσι ημπορεί να σε σπλαχνισθή ο Θεός να σε σώση. Αμή να κάμης την αμαρτίαν, να καυχάσαι, να λέγης πως είσαι άγιος, γίνεται τούτο να είνε; Ωσάν παιδιά μου πνευματικά σας συμβουλεύω· σας το είπα πως εις σε λόγου μου είνε άπρεπον να τα λέγω αυτά, μα τι να κάμω πάλιν; Βλέποντας το γένος μας εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκεται, εστενεύτηκα και σας είπα αυτά, δια να ωφεληθήτε τίποτες.

Και να είνε ο άνδρας ως βασιλεύς και η γυναίκα ωσάν βεζίρης, ήτοι ο άνδρας ωσάν κεφαλή και η γυναίκα ωσάν σώμα, τότε ευλογεί ο Θεός τον άνδρα και την γυναίκα και τα παιδιά σας και δεν σας κολλά κανένα κακόν πράγμα , μήτε αμποδέματα, μήτε γητεύματα, μήτε κανένα.
Έτσι περνάτε και εδώ καλά και πηγαίνετε και εις τον παράδεισον να χαίρεστε πάντοτε.
Και πλέον εξουσίαν δεν έχετε να χωρίζεστε και μόνον ο θάνατος και η πορνεία σας χωρίζει. Και αν τύχη και ξεπέση η γυναίκα με άλλον άνδρα η ο άνδρας με άλλην γυναίκα, έχουν χρέος να πηγαίνουν εις τον αρχιερέα να τούς χωρίζη.

Μα πάλιν εκείνος οπού αδικηθή από την γυναίκά του, και δεν την χωρίση, έχει μισθόν εις την ψυχήν του. Αμή είνε τρόπος η γυναίκά σου να πορνεύση με άλλον και να την συγχωρήσης; Είνε. Και τι τρόπος είνε; Εσύ, παιδί μου, πηγαίνεις την ξενειτιά, εις το χωράφιον, η γυναίκά σου εξέπεσε με άλλο πρόσωπον. Ήλθε ς εις το σπίτι σου. Τι πρέπει να κάμη η γυναίκά σου; Πρέπει να πάρη ένα τσεκούρι και ένα ξύλο και να σου βάλη μίαν μετάνοιαν και να σου φιλήση το χέρι και να ειπή: Παρε ετούτο το τσεκούρι και το ξύλο και να με κάμης χάριν· βάλε με επάνω να με κάμης λιανά κομμάτια , ρίξέ με να με φάνε οι σκύλοι, διατί δεν είμαι άξια να βλέπω το πρόσωπόν σου , επειδή και εκαταπάτησα την τιμήν σου και από εκεί οπού ήμουν θυγατέρα του Χριστού, έγινα θυγατέρα του διαβόλου. Τι λέγεις , παιδί μου, σε βαστά η καρδιά σου να την σκοτώσης η να την συγχωρέσης; Με φαίνεται πως θα πης: ας είσαι συγχωρεμένη, μα άλλην φοράν να μη το ματακάμης. Αμή πότε την χωρίζεις; Όταν έλθης από την ξενιτειά και το μάθης από τον γείτονά σου, τότε βιάζεσαι εξ ανάκγης να την χωρίσης. Έτσι και ο Κυριος αύριον εις την Δευτέραν Παρουσίαν, ανίσως και μας εύρη ανεξομολόγητους, αμετανοήτους, αδιορθώτους, βιάζεται να μας βάλη εις την κόλασιν· ει δε όταν μας εύρη μετανοημένους, μας σπλαχνίζεται και μας βάνει εις τον παράδεισον να χαιρώμαστε πάντοτε.

Γινεται πάλιν κατηραμένος ο γάμος να πάρης γυναίκα από την συγγένειάν σου , οπού το εμποδίζει ο νόμος, και να βάνης τύμπανα και βιολιά , χορούς και τραγούδια , ντουφέκια , στολίδια , και άλλα διαβολικά καμώματα.

Τοτε γίνεται κατηραμένος ο γάμος, γεννώνται τα παιδιά σας τυφλά, βουβά, κουφά , κουτσά , κακορρίζικα , σεληνιάζονται και τα βλέπετε εσείς οι γονείς και καίεται η καρδιά σας και σας θανατώνει ο Θεός παράκαιρα και σας βάνει εις την κόλασιν. Και να μην τον κάμνετε τον γάμον την Κυριακήν μόνον όποια ημέρα θέλετε της εβδομάδος.

Όχι πως το εμποδίζει ο νόμος, αλλά δια τας αταξίας οπού γίνονται και μάλιστα λείπετε και από την Λειτουργίαν· και η Λειτουργία πρέπει να γίνεται ξεχωριστή δια τον γαμβρόν και δια την νύφην.