.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Γάμος Μεγαλοσυνοδικός

Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σε αυτή την ονομασθείσα Μεγάλη Σύνοδο που διέψευσε πολλές ελπίδες και απεδείχθη όχι μόνο Μικρή αλλά και σε  ορισμένες περιπτώσεις εξαιρετικά επικίνδυνη. Μέσα σε αυτές τις δυσάρεστες εκπλήξεις είναι και η εισήγηση του Μητροπολίτου Κύκκου και Τηλυρίας κ. Νικηφόρου στην Αγία Σύνοδο, σχετικά με το Μυστήριο του Γάμου και τα Κωλύματα Αυτού.

  Οι προτεινόμενες αλλαγές στο θέμα του ορθόδοξου χριστιανικού γάμου δημιουργούν μια πλήρη ανατροπή της υπερδισχιλιετούς κανονικής τάξεως της Εκκλησίας. Αλλά και η σιωπηρή παραδρομή πληθώρας αντικανονικών πρακτικών που έχουν παραμορφώσει το μυστήριο του γάμου σήμερα καθιστούν την Εισήγηση αυτή ιδιαίτερα προβληματική. Ειδικώτερα:
1.Επί όσων προτάθηκαν.
Α. Μεθοδολογικοί κίνδυνοι. Πριν δούμε τις προτάσεις και την επιχειρηματολογία που στηρίζεται δήθεν στους Ιερούς Κανόνες πρέπει να γνωρίζουμε ότι υπάρχει κατά γράμμα ή κατά πνεύμα προσέγγιση των ιερών κειμένων, αγίας Γραφής, ιερών Κανόνων, λόγων Πατέρων κλπ. Η επί συγκεκριμένω σκοπώ συρραφή ιερών ενταλμάτων όχι μόνον δεν αποδίδει το πνεύμα αλλά οδηγεί και σε παράλογα συμπεράσματα, όπως π.χ. αν απομονώσουμε την φράση του Ευαγγελίου «και απελθών απήγξατο» και την συνδυάσουμε με την άλλη επίσης φράση «πορεύου και σύ ποίει ομοίως» καταλήγουμε σε ένα χαρακτηριστικά παρανοϊκό παράγγελμα. Στην εισήγηση υπάρχουν τέτοιοι λανθασμένοι συνδυασμοί ιερών Κανόνων, όχι όμως τόσο προφανείς ώστε να γίνονται εύκολα αντιληπτοί..
Β. Η θεματολογία.
Αν και αναγνωρίζει η Εισήγηση αρχικά ότι «Τό θέμα τό ὁποῖο μᾶς ἀπασχολεῖ στήν παροῦσα συνεδρία ἔχει πρώτιστα ποιμαντικό ἐνδιαφέρον, ὄχι μόνο γιατί στό Οἰκογενειακό Δίκαιο τῶν κρατῶν τοῦ λεγομένου Δυτικοῦ κόσμου συντελοῦνται ἐσχάτως ραγδαῖες μεταβολές, κάποιες ἀπό τίς ὁποῖες ἀντίκεινται στή σχετική χριστιανική διδασκαλία, ἀλλά καί γιατί γενικότερα τό πνεῦμα τῆς ἐκκοσμίκευσης ἀπειλεῖ, ὅσο ποτέ ἄλλοτε, τή σταθερότητα τοῦ γάμου καί τή συνοχή τῆς οἰκογένειας» εντούτοις στη συνέχεια συγκατατίθεται σε πρακτικές που εκφράζουν το «πνεύμα της εκκοσμίκευσης» και ευθύς αμέσως σπεύδει να πανηγυρίσει ότι « Ἐπιτέλους ἦρθε ἡ ὥρα νά ἐξέλθουμε ἀπό τήν αὐτοάνοσο ἐσωστρέφεια .. και νά ἀντιμετωπίσουμε μέ ἀποφασιστικότητα καί ρεαλισμό χρονίζοντα προβλήματα, καί ταυτόχρονα νά θέσουμε ἀρχές γιά τό μέλλον τῆς Ὀρθοδοξίας».Ποιά είναι η εσωστρέφεια και ποια τα χρονίζοντα προβλήματα και ποιές οι καινούργες «Αρχές» που δεν είχε μέχρι σήμερα η Ορθόδοξη Πίστη; Ας δούμε ποια θεωρεί προβλήματα η περιώνυμη εισήγηση.
Βα.Τα κωλύματα του γάμου.
 Προκειμένου να στηρίξει μια αλλαγή στα κωλύματα του γάμου χρησιμοποιεί τα ακόλουθα επιχειρήματα: 
• Οἱ Συνοδοί καί οἱ κανονολόγοι πατέρες δέν ἀποφάνθησαν συστηματικά καί συνολικά περί τῶν κωλυμάτων τοῦ γάμου, καθ’ ὅσον οἱ σχετικοί κανόνες θεσπίστηκαν, σέ τοπικό καί οἰκουμενικό ἐπίπεδο, κυρίως μέ ἀφορμή τήν ἀντιμετώπιση συγκυριακῶν ζητημάτων, τά ὁποῖα παραπέμπονταν εἴτε πρός συνοδική διαβούλευση εἴτε πρός διατύπωση λύσεων ἀπό ἔγκριτους περί τούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς ἐπισκόπους.
• Τό νομικό περιβάλλον τῆς χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας εὐνοοῦσε τότε τόν κανονικό νομοθέτη νά διατυπώνει τίς ἀρχές τῆς κανονικῆς διδασκαλίας, τίς περισσότερες φορές σέ συνάρτηση πρός τόν πολιτικό νομοθέτη. Ἔτσι, οἱ ἀμφίδρομες ἐπιδράσεις καθίσταντο γόνιμες καί ἐπιθυμητές. Οἱ νόμοι τῶν αὐτοκρατόρων καί οἱ ἱεροί κανόνες διαμόρφωναν ἀπό κοινοῦ τό χριστιανικό δίκαιο τοῦ γάμου.
• Σήμερα, ὅμως, εἶναι γνωστό ὅτι τό περιρρέον πνεῦμα τοῦ πολιτικοῦ νομοθέτη ἀνέτρεψε τά παραδεδομένα καί ἐν πολλοῖς υἱοθέτησε ἀρχές, πού ἀντιβαίνουν πρός τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, τό κοσμικό δίκαιο εἶναι ἀπρόσφορο γιά σύζευξη μέ τό κανονικό. Ἐπειδή ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐξακτινώνεται πλέον σέ ὅλη τήν ὑφήλιο, ὀφείλουμε νά ἀποφασίσουμε μέ ποιμαντικό ρεαλισμό, χωρίς νά ἀγνοοῦμε καί τό ἰσχῦον Οἰκογενειακό Δίκαιο τῶν κρατῶν, ὅπου διαβιοῦν τά μέλη της, ὑπό τήν προϋπόθεση βέβαια ὅτι δέν θά ἀναιροῦνται οἱ ἀρχές πού ἔθεσε ὁ κανονικός νομοθέτης.
  Εδώ τώρα τίθεται ένα μεγάλο ερώτημα: Ποίες είναι οι αρχές που έθεσε ο κανονικός νομοθέτης που πρέπει να σεβαστούμε; Αντί άλλης εξηγήσεως η εισήγηση αποφαίνεται  με πλήθος γενικοτήτων και με μεγαλοστομίες όπως «Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι πλέον, ἅγιοι Ἀδελφοί, νά λαμβάνουμε ὑπόψη τά νέα δεδομένα καί κυρίως νά ἀντιλαμβανόμαστε, ποιά ἀπόφαση εἶναι ποιμαντικά πρόσφορη. Δέν μπορεῖ καμιά Ἐκκλησία νά ἐπιβληθεῖ σέ ἄλλη, ἀγνοώντας τίς ἰδιαιτερότητες τῶν σέ κάθε τόπο ποιμαντικῶν ἀναγκῶν.
Ἡ κάθε μία Ἐκκλησία, σέ ἐπιμέρους θέματα, θά πρέπει νά ἔχει τήν ἐλευθερία νά ἐνεργεῖ αὐτόνομα κατά τέτοιο τρόπο πού νά προάγεται πνευματικά τό ποίμνιό της. Ἄν δεσμεύσει μία Ἐκκλησία τήν ἄλλη, μέ βάση τίς ἰδιαιτερότητες πού συντρέχουν σέ αὐτήν, θά προκληθοῦν μεγαλύτερα προβλήματα.» Πουθενά δεν αναφέρεται κάποια γενική αρχή που έθεσε ο Κανονικός Νομοθέτης στο θέμα των κωλυμάτων του Γάμου. Αυτό γίνεται εσκεμμένα για να καταλήξει η εισήγηση στο συμπέρασμα ότι « Ὡς πρός τούς βαθμούς τῶν διαφόρων μορφῶν συγγενείας, τούς καθοριζόμενους ἀπό τούς ἱερούς κανόνες, σέ ἁρμονία καί πρός τούς νόμους τῶν αὐτοκρατόρων, στή διαχρονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας παρατηρεῖται τό φαινόμενο τῆς διεύρυνσης αὐτῶν, ἰδίως ἀπό τῆς Εἰκονομαχίας καί ἐντεῦθεν, καί ἐν τέλει στίς μέρες μας τῆς παλινδρομίας». Αυτή η διαπιστούμενη παλινδρομία από πιο κανονικό κείμενο προκύπτει; Παραβάσεις των Ι. Κανόνων γίνονται  στην πράξη αλλά αυτό δεν έχει θεσμικό χαρακτήρα. Δεν μπορεί να αποτελέσει καλό  προηγούμενο και παράδειγμα. Και κάτι ακόμη πιο σημαντικό: Η Εικονομαχία και ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας έχουν σφραγίσει βαθιά την όλη Ορθόδοξη πνευματικότητα. Όχι μόνον γιατί ανανέωσε το Ορθόδοξο φρόνημα, όχι μόνον γιατί με την δυναμική της μετέστρεψε στον χριστιανισμό Ρώσους, Σλάβους, Βούλγαρους, ορισμένους Τούρκους κα. αλλά γιατί κυρίως όλο το λειτουργικό τυπικό και η ορθόδοξη πνευματικότητα, που σήμερα υπάρχει, έκτοτε έχει παραμείνει σχεδόν αναλλοίωτη.
  Και συνεχίζει η Εισήγηση: «Ἡ ἔκταση τῶν βαθμῶν συγγένειας συνήθως προέκυπτε, ὕστερα ἀπό ἀποφάσεις ἐλασσόνων, σέ σχέση πρός τίς Οἰκουμενικές, συνοδικῶν ὀργάνων, εἴτε ἀκόμα καί ἀπό ἐπίσημα ἔγγραφα Πατριαρχῶν, χωρίς ὅμως νά τίθεται θέμα ἀθετήσεως τῶν κανονικῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.» Δηλαδή θεωρεί η Εισήγηση ότι δεν είναι απόλυτα δεσμευτικά αυτά τα κείμενα που η επί εκατονταετίες η συνείδηση της Εκκλησίας τα θεώρησε ισόκυρα των Οικουμενικών Συνόδων;
Θα συμπορευτούμε με το σχολαστικισμό της Δύσης και την αποδόμηση της Ι. Παράδοσης;
Διαπιστώνει ακόμη η Εισήγηση ότι «Ἡ πρός τό αὐστηρότερο ροπή δέν δημιουργοῦσε ποτέ θέμα ἀντικανονικότητος, ἐνῶ ἡ πρός τό ἐπιεικέστερο ροπή πάντοτε δημιουργοῦσε θέμα». Να λοιπόν μια γενική αρχή του κανονικού νομοθέτη! Η τάση μείζονος αυστηρότητας στα κωλύματα του γάμου με την πάροδο των ετών. Και βέβαια αυτό έχει να κάνει με την συνεχώς διευρυνόμενη δυνατότητα επιλογής λόγω βελτιώσεως των μέσων μεταφοράς και επικοινωνιών των λαών, που έσπαζε συνεχώς τις κλειστές κοινωνίες αλλά και με την περαιτέρω διάδοση του Ευαγγελίου και την αλλαγή των ηθών των ανθρώπων προς το ασκητικότερον.  Αντί όμως η Εισήγηση να βγάλει αυτό το συμπέρασμα αποφαίνεται ότι « ὅσο οἱ βαθμοί διευρύνονταν, τόσο περιοριζόταν ἡ δυνατότητα συνάψεως ἀκωλύτου γάμου, ἰδίως στίς κλειστές τοπικές κοινωνίες. Ἔτσι ἡ διεύρυνση τῶν κωλυμάτων συνετέλεσε στήν ἀνάπτυξη τοῦ φαινομένου τῆς παλλακείας».
Το πανάρχαιο φαινόμενο της παλλακείας το έλυσε η Εισήγηση τόσο απλά. Φταίει η διεύρυνση των κωλυμάτων, λέει. Μπράβο! Όσο για τις κλειστές κοινωνίες που αναφέρει δεν απασχολούν κανένα σήμερα και μόνο ενδεχομένως ιστορική αξία θα είχε μια τέτοια παρατήρηση. Το ζήτημα είναι  τι δέον γενέσθαι σήμερα, που όλοι ανήκουμε σε ένα «πλανητικό χωριό» και οι γάμοι κλείνονται  συχνά μέσω facebook και internet ,με άπειρες δυνατότητες επιλογής χωρίς κωλύματα συγγενείας ή και εθνικότητας ακόμη.
Στη συνέχεια η Εισήγηση επιχειρεί και μια «αφελή απάτη». Επικαλούμενη τό σχετικό κείμενο τῆς Β’ Προσυνοδικῆς Διάσκεψης (Γενεύη 1982), θά αναφέρει δύο  παραδείγματα.
"Το ένα είναι ο κανόνας 54 τῆς Πενθέκτης που ὁρίζεται τό κώλυμα τοῦ τετάρτου βαθμοῦ συγγενείας ἐξ αἵματος, ἐνῶ ἀργότερα στόν τόμο τοῦ Πατριάρχη Σισινίου Β’ ὁρίζεται ὁ ἕκτος βαθμός συγγενείας ἐξ αἵματος, καί στίς ἀρχές τοῦ 11ου αἰώνα κωλύεται καί ὁ ἕβδομος, χωρίς βεβαίως νά προηγηθεῖ ὁποιαδήποτε ἀπόφαση μείζοντος συνοδικοῦ ὀργάνου γιά τήν ἀναθεώρηση τῆς κανονικῆς ἀποφάσεως τῆς Πενθέκτης.
Και το άλλο ὁ κανόνας 53 τῆς ἴδιας Συνόδου, τῆς Πενθέκτης, πού ἀναφέρεται στήν πνευματική συγγένεια. Ἡ Πενθέκτη ἀπαγόρευσε τόν γάμο μεταξύ τοῦ ἀναδόχου καί τῆς ἀναδεκτῆς ἤ τῆς μητέρας τῆς ἀναδεκτῆς.
Ὅμως ἡ εἰσαγωγική πρόταση τοῦ κανόνα ὅτι: «μείζων ἡ κατά τό πνεῦμα οἰκειότης τῆς τῶν σωμάτων συναφείας», ἔγινε ἡ αἰτία νά ἐπεκταθεῖ τό κώλυμα τῆς πνευματικῆς συγγένειας, ὑπερβαίνοντας τόν ἀντίστοιχο κωλυόμενο βαθμό τῆς συγγενείας ἐξ αἵματος. Έφθασε, δηλαδή, τό κώλυμα τῆς πνευματικῆς συγγένειας μέχρι καί τοῦ ἑβδόμου καί κάποιες φορές τοῦ ὀγδόου βαθμοῦ."
 Με όλα αυτά τα παραδείγματα βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι έχουμε συνεχή επέκταση κατά την διαδρομή του  χρόνου των κωλυμάτων γάμου για λόγους φυσικής ή πνευματικής συγγένειας. Αλλά έδώ η Εισήγηση … παρακάμπτει τη λογική. Συμπεραίνει ότι η Εκκλησία τώρα ξαφνικά έχει το δικαίωμα όχι μόνον να διευρύνει αλλά και να … «περιστείλει» τα κωλύματα του γάμου αναλόγως των περιστάσεων. Αυτό το ονομάζει «ελαστικότητα» και το στηρίζει στους πιο πάνω κανόνες, που βέβαια λένε τα αντίθετα. Το θεωρεί μάλιστα αυτό σαν τη «λυδία λίθο» που θα λύσει το θέμα της πολυγαμίας στην Ιεραποστολή.  Δεν μας εξηγεί όμως περαιτέρω αν αυτό σημαίνει ανοχή της πολυγαμίας και μετά την βάπτιση των εκεί πιστών .
 Στη συνέχεια επικαλούμενη η Εισήγηση το «πολιτισμικό περιβάλλον» του Πατριαρχείου Αντιοχείας, καθώς και Αλεξανδρείας- Ιεροσολύμων, θεωρεί ακόμη αναγκαίο να επιτραπεί γιαυτούς ο γάμος μεταξύ προσώπων τετάρτου βαθμού (πρώτα ξαδέλφια) λησμονεί όμως το γεγονός ότι όλα αυτά τα ήθη που έφερε ο χριστιανισμός στον κόσμο αναπτύχθηκαν και επικράτησαν σε ένα αφιλόξενο και πολλές φορές  εχθρικό «πολιτισμικό περιβάλλον». Δεν έχουμε υποχρέωση να αλλάξουμε την πίστη μας χάριν του κόσμου αλλά να αλλάξουμε τον κόσμο χάριν του Χριστού.
2. Επί όσων αποσιωπήθησαν
Α.Εδώ τώρα ανοίγει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο παραλείψεων σημαντικών κανονικών ζητημάτων που η Εισήγηση παρακάμπτει. Ξεκινάει με μια διαπίστωση κοινωνιολογικού περιεχομένου « Εἶναι χαρακτηριστική ἡ περίπτωση τῆς διαφορᾶς πνεύματος ἀνάμεσα στίς Ἐκκλησίες, στίς ὁποῖες ὑπῆρχε ὁ τύπος τοῦ ὑποχρεωτικοῦ πολιτικοῦ γάμου καί σέ ἐκεῖνες πού μέχρι πρόσφατα ὑπῆρχε ὁ τύπος τοῦ ὑποχρεωτικοῦ θρησκευτικοῦ γάμου.
Οἱ πρῶτες πολύ πιό εὔκολα δέχονται, ὅτι οἱ μικτοί γάμοι πρέπει νά συνάπτονται ἐνώπιον τῶν ἁρμόδιων πολιτικῶν ὀργάνων, ἐνῶ οἱ δεύτερες θεωροῦν τή θέση αὐτή ἀδιανόητη καί ὑποστηρίζουν τή σύναψη γάμου μέ ἱερολογία». Αν κατανοούμε καλά την προτεινόμενη άποψη, εδώ δεν μιλάμε για μυστήριο του γάμου αλλά για πλήρη αποδοχή της θρησκευτικής διάσπασης της οικογένειας. Την αναγνώριση του πολιτικού γάμου ως αδιάφορου γεγονότος για την Εκκλησία. Τα μέλη της κατά μία νέα εκκλησιολογία (περίπου Προτεσταντική) μπορούν να είναι μέλη Χριστού απορρίπτοντας στην πράξη το μέγα μυστήριο του θρησκευτικού Γάμου, ως μη αναγκαίο.
Β. Στη συνέχεια γίνεται προσπάθεια να επιλυθούν μερικά όντως αγκανθώδη προβλήματα αλλά με αδόκιμο τρόπο. Ξεκινώντας από την διαπίστωση ότι «Παράλληλα, δέν εἶναι ἀκόμα σαφές στίς τοπικές Ἐκκλησίες, ἄν πρέπει νά προσμετροῦνται οἱ πολιτικοί γάμοι. Σέ ὅσες Ἐκκλησίες προσμετρᾶται, ἐνίοτε παρουσιάζονται ποιμαντικά προβλήματα.
Πρόσωπο π.χ. τό ὁποῖο ἔζησε ἐκκοσμικευμένα καί σύναψε τρεῖς πολιτικούς γάμους, ὅταν στή συνέχεια μετανοήσει καί θέλει νά ζήσει μέ συνέπεια τήν ἐκκλησιαστική ζωή, δέν μπορεῖ νά συνάψει ἐκκλησιαστικό γάμο, γιατί θεωρεῖται τέταρτος» για να καταλήξει στην περίεργη πρόταση:«Τά παραπάνω παραδείγματα θέτουν ἐπιτακτικά τήν ἀνάγκη νά δοθεῖ περισσότερη ἐλευθερία στίς τοπικές Ἐκκλησίες νά διαρρυθμίζουν, κατά τήν ποιμαντική δεοντολογία καί κατά περίπτωση, αὐτά τά θέματα. Αὐτές ἐξάλλου γνωρίζουν καλύτερα τό περιβάλλον τους».
Ας ξεκινήσουμε από την τοποθέτηση αυτή για να καταλάβουμε το παράλογον της προτάσεως. Ας υποθέσουμε ότι κάθε Επίσκοπος, Μητροπολίτης ή Πατριάρχης καθιερώνει, με τις ευλογίες μιάς Μεγάλης Οικουμενικής Συνόδου, το δικό του Κανονικό Δίκαιο του Γάμου. Κάποιος δεν προσμετρά τους πολιτικούς γάμους και ακόμη δέχεται τέταρτο θρησκευτικό γάμο. Άλλος τους προσμετρά και δεν δέχεται τέταρτο θρησκευτικό κτλ. Αν τώρα μια νύφη που έκανε καμμιά 10ριά πολιτικούς γάμους και 2-3 θρησκευτικούς θελήσει να κάνει τη «φιέστα» ενός 4ου θρησκευτικού και 14ου γενικώς γάμου, όχι στην περιοχή που μένει ο αυστηρός Επίσκοπος αλλά στον χαλαρό ή με πρόσωπο που ζει στην βολική εκκλησιαστική περιοχή  ποιος θα της το απαγορεύσει;  Ξέρετε τι ωραίος «εκκλησιολογικός» παράδεισος θα γίνει εκεί; Θα μπορούν όσοι στην πατρίδα τους δεν τους επιτρέπουν οι εκκλησιαστικές αρχές κάποιο γάμο γιατί αντιβαίνει στους Ι. Κανόνες να πάνε εκεί που υπάρχει… άλλος Χριστός.
Όσον αφορά δε τον αριθμό των γάμων πολιτικών ή θρησκευτικών από μόνο απλή ανάγνωση των Ι. Κανόνων κατανοούμε ότι ένα και μοναδικό γάμο δέχεται η Εκκλησία του Χριστού. Όπως ένας είναι ο Χριστός και μία η Εκκλησία και νύμφη Του. Όλα τα άλλα είναι περιστολή της ανοιχτής πορνείας , που καθιερώθηκαν «για την σκληροκαρδία» των ανθρώπων, όπως είπε ο Χριστός.
Αν κάποτε, που οι αποστάσεις ήταν μεγάλες και η επικοινωνία μεταξύ απομεμακρυσμένων λαών δύσκολη και για το λόγο αυτό , οι Κανόνες αναγνώριζαν κάποια μικρή ελαστικότητα και οικονομία σε κάποια περιοχή σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Σε μια Παγκοσμιοποιημένη κοινωνία δεν μπορούμε να διαφοροποιούμαι τις υποχρεώσεις των πιστών κατά Εκκλησίες και Κράτη. Άλλωστε ο Χριστός είναι ο Αυτός και χθές και σήμερον και εις τους αιώνας. Ο ίδιος για όλους. Πάντα ο ίδιος.
Γ. Δεν αντιμετωπίζει η Εισήγηση το προσβλητικό για τον θρησκευτικό γάμο γεγονός ότι στα περισσότερα Κράτη ο δικαστής λύνει και το θρησκευτικό γάμο σε περίπτωση διαζυγίου και ο Επίσκοπος τρέχει μετά  να λύσει και αυτός «πνευματικά» το γάμο χωρίς ούτε να ενημερωθεί προηγουμένως και να σχηματίσει γνώμη, αν πρέπει να προβεί σε αυτή την ενέργεια,ούτε να μπορεί να αρνηθεί μετά. Υπογράφουν έτσι οι Επίσκοποι – που κατά τα άλλα στην Εισήγηση παρουσιάζονται ως παντοδύναμοι εκφραστές του θείου θελήματος- παράνομα και αντικανονικά διαζύγια … «χωρίς να βγάλουν άχνα».
  Από εδώ και εμπρός ο «χορός καλά κρατεί». Δηλαδή: Ενώ σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες δεν λύεται ο γάμος παρά μόνον αν υπάρχει υπαιτιότητα από τον ένα των συζύγων και την υπαιτιότητα την επικαλείται ο αναίτιος  σύζυγος η εμπλοκή της κοσμικής δικαιοσύνης ανατρέπει αυτή την βασική αρχή. Ο κοσμικός νομοθέτης συνήθως επιτρέπει την λύση του γάμου και κατόπιν αιτήσεως του υπαιτίου συζύγου και χωρίς ακόμη να διαπιστώσει υπαιτιότητα αλλά μόνον μια αναίτια «ισχυρή διαταραχή της έγγαμης συμβίωσης».  Δίνει πανηγυρικά το διαζύγιο στον υπαίτιο. Υπόγραψε λοιπόν Δεσπότη και …σιωπή!
Ενός κακού μύρια έπονται! Τι γίνεται μετά, όταν ο υπαίτιος της λύσεως του γάμου θελήσει να ξαναπαντρευτεί με θρησκευτικό γάμο ως πιστός χριστιανός και μια και δυό φορές; Με τη γυναίκα μάλιστα που του διέλυσε το προηγούμενο θρησκευτικό γάμο. Ο αρμόδιος για τον έλεγχο της κανονικότητας Επίσκοπος θα δώσει βέβαια την άδεια σε πείσμα όσων είπε ο Χριστός στο Ευαγγέλιο και σε όσα οι Απόστολοι και Θεοφόροι Πατέρες διατύπωσαν σε Οικουμενικές Συνόδους.
Αυτά και πολλά άλλα ( όπως ο εξευτελισμός των δύο μυστηρίων γάμου και βαπτίσεως τέκνου μαζί, ο θρησκευτικός γάμος σαν φολκλορικό γεγονός μετά τον πολιτικό, τα επιτίμια για αυτές τις αντικανονικότητες κλπ)  είναι τα θέματα που περιμέναμε να λύσει μια Πανορθόδοξη Σύνοδος.
Με ανατριχίλα τέλος διαβάζουμε ότι «  ζῶσα Ἐκκλησία εἶναι αὐτή πού ἔχει τήν ἀποφασιστικότητα νά ἀντιμετωπίζει καί τίς δύσκολες περιπτώσεις».
 Αυτό το «ζώσα Εκκλησία» μας θυμίζει την ονομασία που δόθηκε από τους Μπολσεβίκους στη διορισμένη από το Κομμουνιστικό Κόμμα κατά την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης Εκκλησία της Ρωσίας.
  Πάρα πολλά μπορεί να παρατηρήσει κανείς στην τόσο προβληματική Εισήγηση που υπερβαίνουν το σκοπό του παρόντος σημειώματος. Θα σταματήσουμε εδώ και θα επανέλθουμε με νεότερο σημείωμα για να δούμε το έτι περισσότερο επικίνδυνο ζήτημα του Γάμου των Κληρικών που θέτει η περιώνυμη Εισήγηση.
 Νομοκανών

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Εξομολόγηση, το λησμονημένο μυστήριο...

  
π. Χριστοδούλου Μπίθα
Τι είναι η εξομολόγηση; Γιατί να λέω τα μυστικά μου σε έναν άγνωστο, αντί σε έναν φίλο μου; Εγώ τα λέω στην εικόνα, δεν χρειάζεται να τα πω στον παπά! Τι όφελος θα έχω να λέω γεγονότα που θέλω να ξεχάσω; Εγώ πηγαίνω Χριστούγεννα και Πάσχα, γιατί να πηγαίνω πιο συχνά; Η εξομολόγηση είναι για τις γυναίκες (!). Εγώ σταμάτησα την εξομολόγηση γιατί την τελευταία φορά που πήγα, αισθάνθηκα πολύ άσχημα, επειδή ο ιερέας με μάλωσε για όσα του αποκάλυψα...


Αυτές είναι μερικές από τις απόψεις που θα ακούσουμε αν ρωτήσουμε τον μέσο πιστό σχετικά με την εξομολόγηση, το λησμονημένο από τους πολλούς Μυστήριο της μετανοίας. Μέσα στο γενικότερο κλίμα της ακατηχησίας που επικρατεί στην εποχή μας, οι περισσότεροι προσέρχονται περιστασιακά στην εξομολόγηση και επίσης σπάνια μετέχουν στην Θεία Κοινωνία. Μάλλον αγνοούν πως για τον Ορθόδοξο Χριστιανό η Εκκλησία "σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις", όπως λέει ο όσιος Νικόλαος Καβάσιλας, πως η ενεργή και συνειδητή μυστηριακή ζωή μας οδηγεί προς τον Θεό, δηλαδή η έμπρακτη μετάνοια και κοινωνία με το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, συμμετοχή στα μυστήρια, κατήχηση, γνώση του Λόγου του Θεού και  εφαρμογή του.


Στην Καινή Διαθήκη διαβάζουμε πως η επίγεια διδασκαλία του Κυρίου ξεκινά με κλήση για μετάνοια: «Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει και να λέγει· μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 4,17) και πως μετά την Ανάσταση, όταν εμφανίστηκε στους Μαθητές, παρέδωσε το Μυστήριο της μετανοίας - εξομολογήσεως λέγοντας: «Σε όσους συγχωρείτε τις αμαρτίες, θα τους έχουν έχουν συγχωρεθεί, σε όποιους θεωρείτε ότι είναι ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι» (Ιω. 20,23).


Με αυτόν τον τρόπο ο Χριστός μας καλεί να αφήσουμε πίσω οποιαδήποτε αμαρτία έχουμε διαπράξει και να ξεκινήσουμε την ζωή μας από την αρχή μετα-νοημένοι, (Μετάνοια = μετά + νοώ), δηλαδή έχοντας μεταστρέψει τον νου μας,  αλλάζοντας διαρκώς τρόπο σκέψης και πράξης. Η μετάνοια δεν είναι μεταμέλεια, δεν είναι δηλαδή κατανόηση κάποιων λανθασμένων πράξεων, αλλά αλλαγή στον τρόπο της θέασης του κόσμου, εγκεντρισμός της ζωής μας στο παράδειγμα και την διδασκαλία του Ευαγγελίου, επιθυμία να γίνει η ζωή μας Χριστοκεντρική με τον τρόπο που εμπειρικά τον ορίζει ο Απόστολος Παύλος: «Δεν ζω πια εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και την ζωή που τώρα ζω σωματικά, την ζω με την πίστη που έχω στον Υιό του Θεού, ο οποίος με αγάπησε και πέθανε εκούσια για μένα» (Γαλ. 2,20). 

Όλη η διδασκαλία της Εκκλησίας αποτελεί μια συνεχή κλήση για μετάνοια, για πνευματική αναγέννηση, για επανεκτίμηση του τρόπου ζωής, για συνειδητοποίηση της ματαιότητας των αστοχιών μας, για μια νέα θεώρηση του βίου μέσα στο φως του Χριστού. Σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, «Μετάνοια σημαίνει ανανεώση του βαπτίσματος.  Μετάνοια σημαίνει συμφωνία με τον Θεό για νέα ζωή. Μετανοών σημαίνει αγοραστής της ταπεινώσεως. Μετάνοια σημαίνει σκέψης αυτοκατακρίσεως, αμεριμνησία για όλα τάαλλά και μέριμνα για την σωτήρια του εαυτού μας. Μετάνοια σημαίνει θυγατέρα της ελπίδας και αποκηρύξεις της απελπισίας. Μετάνοια σημαίνει συμφιλίωση με τον Κύριο με έργα αρετής αντίθετα με τα παραπτώματά μας. Μετάνοια σημαίνει καθαρισμός της συνειδήσεως» (Κλίμαξ, Λόγος περί μετανοίας).

Η εξομολόγηση αποκαλείται Μυστήριο της μετανοίας γιατί προϋποτίθεται πως βρίσκόμαστε ήδη σε μια πορεία αυτογνωσίας με την χάρη του Θεού και ελέγχουμε τον εαυτό μας με βάση τον Λόγο του Χριστού, διαρκώς διδασκόμενοι και συνειδητοποιώντας την αμαρτία μας. Εννοείται πως προηγείται η προσωπική σχέση με τον Θεό και έπεται η ανάγκη να εξομολογηθούμε, να ομολογήσουμε όσα αισθανόμαστε πως αποτελούν την αστοχία μας στην ζωή και βέβαια στην σχέση με τον συνάνθρωπο, αφού κατανοούμε την φράση «αν δεν αγαπάς τον αδελφό σου, που τον βλέπεις, πως είναι δυνατό ν' αγαπάς τον Θεό, που δεν τον βλέπεις;». Ο πνευματικός - εξομολόγος παρίσταται ως μάρτυρας του Μυστηρίου και εξασφαλίζει την όσο δυνατόν περισσότερη αντικειμενικότητα στην εξομολόγηση. Στην ουσία μεσολαβεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό, ενώ η συγχώρηση δίδεται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, καθώς ο πιστός νοιώθει την αγάπη του Χριστού και συγχωρεί τον εαυτό του, ξεπερνά τις ενοχές του και αναγεννημένος αποφασίζει να πορευτεί από το κατ’εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν.

Μόνοι μας «μπροστά στην εικόνα», μπορούμε να λέμε τα πράγματα όπως θέλουμε, ο εξομολόγος, όμως, θα επισημάνει την όποια αμαρτία, εμπάθεια, ασυγχωρησία, κατάκριση, ζηλοφθονία, οργή, ενοχή κλπ, ομολογούμε, υπενθυμίζοντάς μας τον λόγο του Κυρίου και πως ο Θεός κανέναν δεν τιμωρεί, αλλά πως είναι αυτοτιμωρία η απομάκρυνσή μας από Εκείνον, μακριά από τον τρόπο της αληθινής αγάπης. Θα μας θυμίσει πως δεν υπάρχει αμαρτία που να υπερβαίνει το έλεος, την αγάπη και την φιλανθρωπία του Θεού. Δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη, εκτός από την αμετανόητη, αφού ο Θεός «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α´ Τιμ. 2,4), αλλά, βέβαια, επειδή δεν θέλει να παραβιάσει την ελευθερία μας «ουδένα αναγκάζει σωθήναι».

Η εξομολόγηση δεν είναι μια ψυχολογική τεχνική, αλλά ειλικρινής κατάθεση ψυχής με την συναίσθηση πως μιλάμε στον Θεό, επισημοποίηση της μετάνοιας, γι᾽ αυτό προϋποτίθεται η επίγνωση της αμαρτίας, η προσωπική ανάληψη της ευθύνης, η αίσθηση της συντριβής.

Η εξομολόγηση δεν είναι δικαστήριο, ούτε ανακριτική διαδικασία, όπου θα κριθούμε από έναν αυστηρό κριτή ιερέα, αλλά επιβεβαίωση της άπειρης αγάπης του Θεού που κήρυξε πως «χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι η επί ενενήκοντα εννέα δικαίοις, οίτινες ου χρείαν έχουσι μετανοίας» (Λουκ. 15, 7).  Στην εξομολόγηση πάμε να να «μηδενίσουμε το κοντέρ» της ζωής μας και να ξαναρχίσουμε από την αρχή!


Η εξομολόγηση δεν είναι κάτι τυπικό, ούτε επετειακό έθιμο, αλλά πορεία αυτογνωσίας συνεχής που μας οδηγεί στην Θεογνωσία. Λέει σχετικά ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος:  «Όποιος αισθάνθηκε τις αμαρτίες του είναι ανώτερος από εκείνον που εγείρει νεκρούς με τήνπροσευχή του... Όποιος αξιώθηκε να δει τον εαυτό του, αυτός είναι ανώτερος από εκείνον που αξιώθηκε να δει τους αγγέλους· διότι ο τελευταίος επικοινωνεί με τους σωματικούς οφθαλμούς, ενώ εκείνος βλέπει με τους οφθαλμούς της ψυχής».

Η εξομολόγηση δεν έχει ως σκοπό να πούμε πόσες «καλές» πράξεις πραγματοποιήσαμε, πόσο ηθικοί είμαστε, πόσο καλοί Χριστιανοί νοιώθουμε, αλλά να κατανοήσουμε την προσωπική μας ευθύνη σε αυτόν τον κόσμο. Πίσω από την αυτοδικαίωσή μας πολλές φορές κρύβεται η ασυγχωρησία μας, η σκληρότητά μας, η αδιαφορία μας, το πλήγωμα των άλλων στο όνομα των αρχών μας. Τι αξία έχει η «ηθική» μας αν στενοχωρούμε τους κοντινούς μας, την/τον σύζυγό μας, τα παιδιά μας, τον συνάδελφό μας, αν τους εκβιάζουμε ψυχολογικά, αν δεν ελέγχουμε την οργή μας η την γκρίνια μας, αν προσπαθούμε να τους επιβάλλουμε το θέλημά μας, αδιαφορώντας για την δική τους ψυχή; Πίσω από εκφράσεις του τύπου «όπως όλος ο κόσμος είμαι λίγο νευρικός», η «για το καλό του/της φωνάζω» κλπ, κρύβεται η αμετανοησία μας και η ανικανότητά μας να συναισθανθούμε τις πραγματικές ανάγκες των άλλων. Δια της μετανοίας αναμορφωνόμαστε στην καινή ηθική του Ευαγγελίου, στον τρόπο της Αγάπης.

Πόσο κατανοούμε πως η απλή απαρίθμηση αμαρτωλών πράξεων δεν είναι παρά η αναφορά στο αποτέλεσμα και όχι στην αιτία της αμαρτίας, όπως ο πυρετός είναι σύμπτωμα και όχι ο λόγος μιας ασθένειας; Πόσο καταλαβαίνουμε ότι αιτία όλων των αμαρτιών είναι η έλλειψη ζωντανής και προσωπικής σχέσης με τον Θεό, με την διδασκαλία του Χριστού, με την διαρκή αναζήτηση της Αλήθειας, όπως Εκείνος μας ζήτησε: «Γνωρίστε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει» (Ιωάν. 8, 32). Επίσης, πόσο καταλαβαίνουμε πως το να επαναλαμβάνουμε μηχανικά λέξεις που διαβάζουμε στα ασκητικά βιβλία (φιληδονία, γαστριμαργία κλπ), δίχως να αναφέρουμε συγκεκριμένα περιστατικά και λογισμούς που θα μας δώσουν την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε ότι η αμαρτία δεν είναι κάτι ασαφές αλλά συγκεκριμένες σκέψεις και πραξεις;


Πόσο κατανοούμε πως στην εξομολόγηση πρέπει να ερευνούμε και να ομολογούμε αδιάκοπα της εκφάνσεις τήςφιλαυτίας μας, η οποία είναι η ρίζα της αμαρτίας μας; Πόσο καταλαβαίνουμε τον εγωκεντρισμό μας, τον ναρκισσισμό μας, τα συμπλέγματά μας; Πόσο κατανοούμε πως το Μυστήριο της μετανοίας εξαρτάται από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον πλησίον; Πόσο μεγάλη σημασία έχει το να συναισθανθούμε την έλλειψη αγάπης, την δυσκολία να συγχωρέσουμε, την δυσκολία μας να δούμε τους άλλους ως «εικόνες Θεού», να νοιαστούμε κατά τον τρόπο που ο Απόστολος μας προτρέπει: «Χαίρε μετά χαιρόντων και κλαίε μετά κλαιόντων» (Ρωμ. 12,15).

Το Μυστήριο της μετανοίας αποσκοπεί να μας αποκαλυφθεί σταδιακά η αστοχία της ζωής μας, σε όλη της την διάσταση. Πόσοι άραγε κατανοούμε πόσο μεγάλη αμαρτία είναι η αχαριστία, η γκρίνια, η μεμψιμοιρία, το να μην ευχαριστούμε τον Θεό για την ημέρα που ξημέρωσε, για την ζωή που μας χαρίστηκε, όταν ο Χριστός μας παραγγέλει: «Να χαίρεστε και να νοιώθετε αγαλλίαση, γιατί ο μισθός σας πολύς εν τοις ουρανοίς», κι ο Απόστολος Παύλος μας υποδεικνύει «πάντοτε να χαιρόμαστε και για κάθε τι να ευχαριστούμε»;

Κατανοούμε άραγε πόσο μεγάλη αμαρτία είναι η βιοτική μέριμνα και το άγχος για το αύριο (το οποίο εξ άλλου επιφέρει τόσες βλάβες στην ψυχοσωματική υγεία), όταν ο Κύριος έχει δώσει την εντολή: «Μην μεριμνάτε για την ζωή σας, τι θα φάτε η τι θα πιείτε, μήτε για το σώμα σας τι θα ντυθείτε. Η ζωή σας δεν είναι πιο σημαντική από την τροφή και το σώμα από το ένδυμα; Μην μεριμνάτε για το αύριο, γιατί το αύριο θα έχει τις δικές του φροντίδες. Αρκετές είναι οι έγνοιες της σημερινής ημέρας» (Ματθ. 6,25&34).

Κατανοούμε άραγε πόσο μεγάλη αμαρτία είναι ο φόβος που γεμίζει την ψυχή με ανασφάλεια , όταν ο Ευαγγελιστής μας λέγει πως «η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο» (Ιω. 4,18) και πως στην οδό της μετανοίας θα κατανοήσουμε πως ακόμα κι αν «δεν πειράζουμε ούτε μυρμήγκι», όπως λέμε πολλοί, το ότι ζούμε με φόβο σημαίνει πως δεν έχουμε πραγματική αγάπη στον Θεό, ούτε στον συνάνθρωπο. Και, βέβαια, κατανοούμε πως πίσω από όλους τους φόβους και τις φοβίες κρύβεται ο έσχατος εχθρός, ο θάνατος, και πως σκοπός της ζωής μας είναι να πιστέψουμε στην Ανάσταση κι έτσι να νοιώσουμε αιώνιοι;

Κατανοούμε, επίσης, πόσο πολύ μας εμποδίζουν οι ενοχές στην σχέση μας με τον Θεό και τους ανθρώπους, πόσο βαραίνουν την ψυχή μας όταν μένουν απωθημένες στο ασυνείδητο η φωλιασμένες στο συνειδητό μας και πως η εξομολόγηση μας οδηγεί ακριβώς στην θεραπεία των ενοχών, όταν ο Χριστός δια του στόματος του ιερέα μας διαβεβαιώνει πως όλα μας τα συγχωρεί και μας καλεί σε μια νέα αρχή; Αυτός είναι και ο λόγος που δίπλα Του κατέφυγαν πόρνες, τελώνες και ληστές, γεγονός που σκανδάλιζε τους Φαρισαίους, οι οποίοι φόρτωναν (και φορτώνουν) με ενοχές τους ανθρώπους αντί να τους ελευθερώνουν κατά τον λόγο «Ελάτε προς εμένα όλοι όσοι κουράζεστε και είστε φορτωμένοι, κι εγώ θα σας αναπαύσω. Σηκώστε το ζυγό μου πάνω σας και διδαχτείτε από εμένα, γιατί είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και οι ψυχές σας θα βρουν ανάπαυση.  Γιατί ο ζυγός μου είναι ευεργετικός και το φορτίο που σας ζητώ ελαφρό» (Ματθ. 11, 28-30).

Χωρίς την κατανόηση και την παραδοχή σε βάθος του τι σημαίνει αμαρτία, στην πραγματικότητα η εξομολόγησή μας γίνεται μια τυπική διαδικασία, το μυστήριο καθίσταται ανενεργό κι εμείς μάλλον κοροοϊδεύουμε τον εαυτό μας... γιατί τον Θεό δεν μπορούμε να τον εξαπατήσουμε.

Συνεπώς, μάλλον αυταπατώμεθα όταν ζητάμε μια συγχωρητική ευχή χωρίς να έχουμε εξομολογηθεί, και υποβιβάζουμε μια βαθειά και μακρόχρονη θεραπευτική διαδικασία σε μαγική πράξη, όπου ο ιερέας σαν μάγος θα μεταβιβάσει κάποιο αόρατο «συγχωροχάρτι», δίχως εμείς να συνεργούμε συνειδητά στην μετάνοιά μας.

Όσον αφορά την σχέση μας με τον πνευματικό προϋποτίθεται πως θα πρέπει να αναζητήσουμε τον κατάλληλο για μας  ιερέα και αφού καταλήξουμε θα πρέπει να του δείξουμε εμπιστοσύνη. Ας μην ισχυριζόμαστε πως δεν βρήκαμε κατάλληλο, γιατί απλούστατα δεν ψάξαμε! Μπορεί να υπάρχουν προβληματικοί ιερείς, μπορεί να είχαμε ίσως μια δυσάρεστη εμπειρία, αλλά όταν μπούμε σε πορεία μετανοίας θα δούμε με έκπληξη πως υπάρχουν αρκετοί καλοί πνευματικοί. Ας ψάξουμε να δούμε ποιός μας ταιριάζει κι ας μπούμε σε πορεία σχέσης πραγματικής. Εννοείται ότι δεν πρέπει να ντρεπόμαστε για όσα λέμε αφού και ο ιερέας ως αμαρτωλός άνθρωπος κάνει κι αυτός τον αγώνα του και βρίσκεται ο ίδιος σε μια πορεία εξομολογητική, οπότε θα ακούσει με μεγάλη προσοχή και κατανόηση. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να ανοίγουμε την καρδιά μας και να λέμε όσα μας απασχολούν και είναι μεγάλη η ανακούφιση και η ειρήνη που έρχεται μετά.


Σκοπός του πνευματικού είναι να βοηθήσει τον εξομολογούμενο να αφυπνιστεί, να καταλάβει ποιά είναι η αστοχία του, να πάψει να δικαιολογείται και να κατανοήσει πως σκοπός της ζωής του Χριστιανού είναι η αγιότητα. Εις τύπον Χριστού και προσευχόμενος, οφείλει να δείχνει αγάπη, διάκριση, υπομονή, συγχωρητικότητα, κατανόηση, σεβασμό στην ασθένειά μας, ενσυναίσθηση, να υπενθυμίζει πως η εξομολόγηση έχει σκοπό να μας βοηθήσει στον δρόμο της θεραπείας, στην άρνηση της αμαρτίας. Αν χρειαστεί να βάλει επιτίμια, δηλαδή στέρηση της Θείας Κοινωνίας, αυτό δεν σημαίνει τιμωρία, αλλά υπενθύμιση πως με την στάση μας έχουμε απομακρυνθεί από τον Χριστό και πρέπει πάλι να Τον αποζητήσουμε με έμπρακτη μετάνοια.

Να τονίσουμε εδώ πως δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον πνευματικό ως «αυθεντία», σαν «γκουρού» που θα μας δίνει χρησμούς και θα αποφασίζει εκείνος αντί για εμάς, αλλά ως αγωνιζόμενο άνθρωπο που λειτουργεί ως «παιδαγωγός εις Χριστόν» εν ελευθερία και αποτελεί πρότυπο αγωνιστικότητας, ως έναν πιο έμπειρο συνοδοιπόρο ο οποίος θα μας υποδεικνύει το θέλημα του Θεού και θα μας καθοδηγεί χωρίς καταναγκασμούς, αφού με την δική μας βούληση εμείς οι ίδιοι  θα αποφασίζουμε για κάθε θέμα μας έχοντας την ευθύνη των πράξεών μας.
«Χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι», λέει ο Κύριος (Λουκ. 15, 7).  Χιλιάδες Ορθόδοξοι σε όλο τον κόσμο ζούμε μυστικά δια του Μυστηρίου της μετανοίας τον δρόμο της επιστροφής στην αγκαλιά του Θεού, εξομολογούμεθα θεραπευόμενοι, γνωρίζουμε τον εαυτό μας με την ενέργεια της Θείας Χάριτος και την βοήθεια του πνευματικού. Όσο περισσότερο καταλαβαίνουμε την ασθένειά μας, θα νοιώθουμε σταδιακά την συγχώρεση από τον Θεό κι όσο πασχίζουμε να αγαπήσουμε τον πλησίον, τόσο θα πορευόμαστε προς τον προορισμό μας, το καθ᾽ ομοίωσιν. Αν όντως έχουμε μετάνοια, το Άγιο Πνεύμα θα μας πληροφορεί για την πρόοδό μας και με έκπληξη θα βλέπουμε πως «τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ…» (18, 27) . Αρκεί να καταβάλουμε ελεύθερα την προαίρεσή μας και προσερχόμαστε στο μυστήριο της εξομολογήσεως με φόβο Θεού κι ελπίδα Αναστάσεως πνευματικής. Αμήν.
 από το περιοδικό ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΛΟΓΟΣ, Καλοκαίρι 2016
πηγή 

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Παραδοσιακός γάμος στο Πήλιο

Ένας παραδοσιακός γάμος που πραγματοποιήθηκε στο Πήλιο, μας δίνει μια μοναδική αίσθηση των εθίμων της περιοχής. Η Βάσω και ο Στέφανος αναβίωσαν πολλά από αυτά, σε έναν καταπληκτικό γάμο.

Οι μέρες πριν το γάμο

Τα κυρίως έθιμα του  Πηλιορείτικου Γάμου άρχιζαν οχτώ μέρες πριν την Κυριακή της τελέσεως του μυστηρίου.
Ο γάμος οργανωνόταν από τα μπρατίμια (τους εκλεκτούς φίλους του γαμπρού και της νύφης). Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, συγγενείς και φίλοι ασχολούνταν με την συγκέντρωση και τακτοποίηση της προίκας και το στρώσιμο του γαμήλιου κρεβατιού. Βέβαια την τελευταία στιγμή δεν έλλειπαν απαιτήσεις, το λεγόμενο πανωπροίκι.
Ακολουθούσε το γλέντι στη διάρκεια του οποίου τα μπρατίμια κρεμούσαν το γαμπρό και τον κατέβαζαν όταν η νύφη τους έταζε ένα σημαντικό δώρο. Κατόπιν περνούσαν στο ζευγάρι ποδιές και ανελάμβαναν αυτοί πλέον το σερβίρισμα των καλεσμένων.
Όπως φαίνεται και στις εικόνες, τα έθιμα τηρήθηκαν κατά γράμμα.
Βάσω - Στέφανος: παραδοσιακός γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο

Η προετοιμασία και η τελετή

Οι φίλοι μαζεύτηκαν στο σπίτι του γαμπρού για να τον ετοιμάσουν. Ξύρισμα με …μπαλτά, πριόνι και ότι άλλο βρεθεί. Στο σπίτι της νύφης, χαρά και συγκίνηση μαζί.
Ο γαμπρός και οι συνοδοί του φτάνουν στην εκκλησία με άλογα, συνοδεία οργάνων, ενώ η νύφη, συνοδευόμενη από τους δικούς της ανηφορίζει με τα πόδια, ενώ μπροστά της χορευτές ανοίγουν το δρόμο.
Απολαύστε τις μοναδικές εικόνες και το video, από το φωτογράφο Κωνσταντίνο Ξένο  – One Studio
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο
Παραδοσιακός Γάμος στο Πήλιο