.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Η Ευλογία της Απλότητας


Το 1922 ήρθε από την Μικρασία με τους πρόσφυγες ένα ορφανό Ελληνόπουλο, ονόματι Συμεών. Εγκαταστάθηκε στον Πειραιά σε μια παραγκούλα και εκεί μεγάλωσε μόνο του. Είχε ένα καροτσάκι και έκανε τον αχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στο λιμάνι του Πειραιά. Γράμματα δεν ήξερε ούτε πολλά πράγματα από την πίστη μας.
Είχε την μακαρία απλότητα και πίστη απλή και απερίεργη. Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου νυμφεύθηκε, έκανε δύο παιδιά και μετακόμισε με την οικογένεια του στη Νίκαια. Κάθε πρωί πήγαινε στο λιμάνι του Πειραιά για να βγάλει το ψωμάκι του.
Περνούσε όμως κάθε μέρα το πρωί από το ναό του αγίου Σπυρίδωνος, έμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστά στο τέμπλο, έβγαζε το καπελάκι του και έλεγε: «Καλημέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Βοήθησέ με να βγάλω το ψωμάκι μου».
Το βράδυ που τελείωνε τη δουλειά του ξαναπερνούσε από την Εκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστά στο τέμπλο και έλεγε: «Καλησπέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες και σήμερα».

Και έτσι περνούσαν τα χρόνια του ευλογημένου Συμεών. Περίπου το έτος 1950 όλα τα μέλη της οικογενείας του αρρώστησαν από φυματίωση και εκοιμήθησαν εν Κυρίω. Έμεινε ολομόναχος ο Συμεών και συνέχισε αγόγγυστα τη δουλειά του αλλά και δεν παρέλειπε να περνά από τον άγιο Σπυρίδωνα να καλημερίζει και να καλησπερίζει τον Χριστό, ζητώντας την βοήθεια Του και ευχαριστώντας Τον.
Όταν γέρασε ο Συμεών, αρρώστησε. Μπήκε στο Νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε περίπου για ένα μήνα. Μια προϊσταμένη από την Πάτρα τον ρώτησε κάποτε: -Παππού, τόσες μέρες εδώ μέσα δεν ήρθε κανείς να σε δει. Δεν έχεις κανένα δικό σου στον κόσμο; -Έρχεται, παιδί μου, κάθε πρωί και απόγευμα ο Χριστός και με παρηγορεί. -Και τι σου λέει, παππού; -«Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι, κάνε υπομονή». «Καλησπέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι, κάνε υπομονή».
Η Προϊσταμένη παραξενεύτηκε και κάλεσε τον Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, να έρθει να δει τον Συμεών μήπως πλανήθηκε. Ο π. Χριστόδουλος τον επισκέφθηκε, του έπιασε κουβέντα, του έκανε την ερώτηση της Προϊσταμένης και ο Συμεών του έδωσε την ίδια απάντηση.
Τις ίδιες ώρες πρωί και βράδυ, που ο Συμεών πήγαινε στο ναό και χαιρετούσε τον Χριστό, τώρα και ο Χριστός χαιρετούσε τον Συμεών. Τον ρώτησε ο Πνευματικός: -Μήπως είναι φαντασία σου; -Όχι, πάτερ, δεν είμαι φαντασμένος, ο Χριστός είναι. -Ήρθε και σήμερα; -Ήρθε. -Και τι σου είπε; -Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι. Κάνε υπομονή, σε τρεις μέρες θα σε πάρω κοντά μου πρωΐ – πρωΐ. Ο Πνευματικός κάθε μέρα πήγαινε στο Νοσοκομείο, μιλούσε μαζί του και έμαθε για την ζωή του. Κατάλαβε ότι πρόκειται περί ευλογημένου ανθρώπου. Την τρίτη ημέρα πρωΐ – πρωΐ πάλι πήγε να δει τον Συμεών και να διαπίστωσει αν θα πραγματοποιηθεί η πρόρρηση ότι θα πεθάνει.
Πράγματι εκεί που κουβέντιαζαν, ο Συμεών φώναξε ξαφνικά: «Ήρθε ο Χριστός», και εκοιμήθη τον ύπνο του δικαίου. Αιωνία του η μνήμη. Αμήν.


(Από το βιβλίο ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, 2008, σελ. 350-351, Ιερόν Ησυχαστήριον Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής).

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Για το σεξουαλικό ένστικτο



Ιερομονάχου Διονυσίου Βογλού

Πλήθυνε ο αιώνας που διανύουμε σε πόνο, δάκρυ, αγωνία, στέρηση, αφόρητη συναισθηματική συναλλαγή, τραγική αντικειμενοποίηση του ανθρώπου. Η αρχική αναζήτηση της ελευθερίας οδήγησε στην καταπάτησή της, η ίδια ελευθερία έγινε νεκρόψυχος δεσμός του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αισθάνεται μια λυσσαλέα ανάγκη να ζήσει χωρίς το βάρος της προσωπικής του ευθύνης, την οποία ασύστολα φόρτωσε στην πλάτη της φύσεως.

Έτσι το πολύ πλήθος τρέχει ασυγκράτητο στην πολλά υποσχόμενη ψευδαίσθηση της απελευθέρωσης της γενετήσιας ορμής, τόσο για να αντισταθμίσει τον πόνο που έχει μέσα του, όσο και για να αισθανθεί ελεύθερο από τις υποσχέσεις που (φαινομενικά) στενεύουν τους ορίζοντες προοπτικής. Ζώντας χωρίς Χριστό αδυνατεί να δώσει στην γενετήσια ορμή την αληθινή της διάσταση, αλλά την ιεροποιεί και ωραιοποιεί. Την κάνει σκοπό της ζωής, χωρίς αυτήν αισθάνεται αλλοτριωμένος από τη ζωή, το άλλο φύλο, αυτοαμφισβητείται, γεμίζει ανασφάλεια.



Για να βάλει κανείς τη γενετήσια λειτουργία στην σωστή της διάσταση και προοπτική, θα πρέπει να ξεκινήσει ίσως από τον πρωτόπλαστο. Άλλωστε ως βιολογική λειτουργία, από εκεί έχει την αρχή της. Η εντολή του Θεού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» δόθηκε μέσα στον παράδεισο. Βέβαια είναι παντελώς άγνωστος ο τρόπος που θα πολλαπλασιάζονταν οι πρωτόπλαστοι μέσα στον παράδεισο αν δεν αμάρταναν. Πάντως δύο δεν θα μένανε. Είναι άγνωστος ο προπτωτικός τρόπος αύξησης του ανθρώπινου γένους σ’ όλους, ακόμα και στους αγίους. Άλλωστε δεν αφορά τον μεταπτωτικό άνθρωπο. Το να γνωρίζει ο άνθρωπος πλέον με ποιον τρόπο θα αυξανόταν το ανθρώπινο γένος αν οι πρωτόπλαστοι παρέμεναν αναμάρτητοι, δεν είναι γνώση σωτηριολογική, δηλ. δε βοηθά στη σωτηρία του. Μ’ αυτή τη γνώση δεν μπορεί να ανέλθει, δεν μπορεί αυτή η γνώση να τον κάνει μέτοχο της θέωσης, συμμέτοχο του Χριστού στην πατρική κληρονομιά. Ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Πατρός, όταν σαρκώθηκε για τη σωτηρία του ανθρώπου, αποκάλυψε την Αγία Τριάδα και τον άνθρωπο και πρόσφερε σ’ αυτόν ό,τι είναι χρήσιμο για την πορεία του προς την θέωση, στην οικείωση της ζωής της Αγίας Τριάδας, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ζει αιώνια μαζί Του. Δεν μίλησε, δεν αποκάλυψε τον τρόπο αύξησης του ανθρώπινου γένους πριν την πτώση του ανθρώπου.
Επίσης, είναι σίγουρο ότι ο γνωστός βιολογικός τρόπος αναπαραγωγής της ανθρωπότητας δεν υπήρχε μέσα στον παράδεισο. Ο γνωστός τρόπος αναπαραγωγής και κατ’ επέκτασιν η οποιαδήποτε χρήση αυτής της λειτουργίας, φυσική, παραφυσική, παραχρηστική ή καταχρηστική, είναι μεταπτωτικό φαινόμενο.
Όταν οι πρωτόπλαστοι έγιναν αυτοεξόριστοι της παραδείσιας μακαριότητας, γέννησαν με το γνωστό βιολογικό τρόπο τον Κάϊν. Λέγει η Αγία Γραφή: «Αδάμ δε έγνω την γυναίκα αυτού, και συλλαβούσα έτεκε τον Κάϊν» (Γέν. 4:1). Όταν λέγει η Γραφή «έγνω» εννοεί ότι γνώρισε αυτήν σεξουαλικά.
Όταν λοιπόν ο Χριστός εξέβαλλε του παραδείσου τον αμαρτωλό πλέον άνθρωπο για να μη γίνει το κακό αθάνατο και βασανίζει αυτόν (τον άνθρωπο) αιώνια, τον ενέδυσε με τους δερμάτινους χιτώνες ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να επιβιώσει, μέχρις ότου δια του Χριστού εισέλθει στην θέωση. Είπε ο Χριστός στη γυναίκα και στον άνδρα: «εν λύπαις τέξη τέκνα…» (Γέν. 3:16-21). Οι δερμάτινοι χιτώνες δόθηκαν ως φάρμακο κατά του θανάτου αφού ο άνθρωπος, αντί της μετά του Θεού αθανασίας, επέλεξε τον θάνατο χωρίς Θεό.
Εάν δεν πολλαπλασιάζονταν οι πρωτόπλαστοι μετά την πτώση, θα πέθαιναν, και το ανθρώπινο γένος θα εξαφανιζόταν· έτσι ο ανθρωποκτόνος διάβολος θα πετύχαινε τη δική του ανυπαρξία, ο δε άνθρωπος θα έχανε κάθε διέξοδο από το αδιέξοδο, η οδός προς την αθανασία και τη θέωση θα έμενε αδιάβατη. Γι’ αυτό η Αγία Τριάδα προσφέρει στο γένος των ανθρώπων τους δερμάτινους χιτώνες, ένας εκ των οποίων είναι ο γνωστός βιολογικός τρόπος αύξησης της ανθρωπότητας. Αλλά επειδή οι δερμάτινοι χιτώνες έχουν την αρχή τους στον θάνατο, είναι διφυείς· νικούν τον θάνατο, αλλά και δίνουν τροφή στον θάνατο, τον συντηρούν. Έτσι και η γνωστή βιολογική λειτουργία της γενετήσιας ορμής, ο γνωστός τρόπος αυξήσεως νικά μεν τον θάνατο, καθ’ ότι στο πρόσωπο των απογόνων ζει το ανθρώπινο γένος, αλλά συγχρόνως δίνει τροφή στο θάνατο γιατί και τα παιδιά θα τα κυριεύει ο θάνατος, αφού τον θάνατο δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει μόνο με τις δικές του δυνάμεις. Γι’ αυτό, η σεξουαλική νίκη κατά του θανάτου είναι πύρρεια.
Στην αιωνιότητα όπου ο άνθρωπος θα εισέλθει εξ αιτίας της ανάστασης του Χριστού, οι δερμάτινοι χιτώνες καταργούνται. Η βιολογική γενετήσια λειτουργία καταργείται αφού ο Χριστός με την σταυρική Του θυσία και ανάσταση ζωοποίησε τον θάνατο κι ο θάνατος έπαψε να είναι ανίκητος, έγινε πέρασμα. Γι’ αυτό ο Χριστός, όταν τον ρωτούν οι Σαδδουκαίοι, λέγει ότι στην αιωνιότητα οι άνθρωποι θα ζουν όπως οι άγγελοι (Ματθ. 22:23-30). Με άλλα λόγια, το σεξ είναι φάρμακο κατά του θανάτου, και εφ’ όσον στην αιωνιότητα δεν υπάρχει θάνατος, παύει κι αυτό να λειτουργεί. Απλά το ανθρώπινο σώμα δεν εξυπηρετεί προς την κατεύθυνση του σεξ.
Το μεγαλείο της αγνείας, της παρθενίας, ασχέτως αν οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να εφαρμόσουν αυτή την αρετή, έγκειται στο γεγονός ότι ο κατά Χριστόν ουσιαστικά παρθένος στη διάνοια, στην ψυχή και στο σώμα, νικά τον θάνατο ολοσχερώς. Διότι αυτός, ζώντας εν Χριστώ και φτάνοντας ήδη από την παρούσα ζωή στην θέωση, στην ένωση μετά του Τριαδικού Θεού, έχει νικήσει το θάνατο ο ίδιος. Διότι ο Χριστός δεν αφήνει να πεθάνει αυτόν που είναι ενωμένος μαζί Του – κι αν πεθάνει, όταν πεθάνει δεν θα πεθάνει. Ο θεωμένος άνθρωπος έχει οικειωθεί τη ζωή του Χριστού κατά χάριν, γίνεται κύριος του θανάτου· π.χ. ο Μέγας Βασίλειος, ο άγιος Ιωάννης, γέροντας του αγίου Δωροθέου, οι οποίοι πέθαναν μόνο όταν το θέλησαν. Άλλωστε, ό,τι ο Χριστός αγιάζει, ό,τι προσλαμβάνει, αφθαρτοποιείται. Ο εν Χριστώ παρθένος λοιπόν, επειδή δεν αφήνει απογόνους, δεν δίνει τροφή στο θάνατο. Ο ίδιος είναι ζωοποιημένος, χριστοειδής, απογόνους δεν αφήνει ώστε να προσφέρει ζωή στο θάνατο, έχει νικήσει αυτόν καθ’ ολοκληρίαν. Αυτός ο άνθρωπος είναι ουσιαστικά επίγειος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος. Γι’ αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας χαρακτηρίζουν την πορνεία ως πτώση, καθ’ ότι ο πόρνος μένει δέσμιος του θανάτου και της φθοράς. Η αγιοπνευματική κατάσταση της παρθενίας προέρχεται τελικά από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Σ’ αυτήν ακριβώς τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος πρέπει να προσαρτηθούν οι συστάσεις του Αποστόλου Παύλου: «Τούτο γαρ εστι θέλημα του Θεού, ο αγιασμός υμών, απέχεσθαι υμάς από της πορνείας, ειδέναι έκαστος υμών το εαυτού σκεύος κτάσθαι εν αγιασμώ και τιμή, μη εν πάθει επιθυμίας» (Α’ Θεσ. 4:3 εξ.). Ίσως αξίζει εδώ να μνημονευθεί ότι μια πόρνη κάθεται πάνω στο θηρίο (Αποκ. 17), ενώ τα γνήσια τέκνα της Εκκλησίας ακολουθούν το Χριστό, γιατί έζησαν με παρθενία (Αποκ. 14:4).

Η εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας, που έχει το ένα στήθος έξω & θηλάζει το Χριστό, φανερώνει την απουσία ηθικισμού στην Ορθοδοξία. Βέβαια, δε βγάζει σεξιστικά μηνύματα - να μια διαφορά της παράδοσής μας από τις σύγχρονες διαφημίσεις & όχι μόνο...

Όταν ο Υιός και Λόγος του Πατρός έλαβε ανθρώπινο σώμα δια της αειπαρθένου Παναγίας, δεν το έλαβε με τον γνωστό βιολογικό τρόπο. Όχι γιατί περιφρονεί τον ανθρώπινο τρόπο αύξησης ή τη γενετήσια ορμή, αλλά γιατί ως Θεός κατά φύσιν δεν είχε ανάγκη των δερματίνων χιτώνων, γι’ αυτό ούτε πήγε κάπου να σπουδάσει ούτε έκανε σεξ. Αν χρησιμοποιούσε τους δερμάτινους χιτώνες τότε θα ήταν δέσμιος του θανάτου. Ο θάνατος θα ήταν αθάνατος αφού ο Χριστός ό,τι προσέλαβε το αφθαρτοποίησε. Επίσης δεν θα μπορούσε να σταυρωθεί, να ελευθερώσει τον άνθρωπο, να αναστηθεί και να αναστήσει την ανθρωπότητα, να χαρίσει την ζωή στον άνθρωπο.
Ο σταυρωμένος και αναστημένος Υιός του Πατρός, ο Χριστός δεν έζησε όπως οι Ιουδαίοι ραββίνοι, οι οποίοι έπρεπε να νυμφεύονται. Η αληθοφανής αγαμία των Εσσαίων (Κουμράν) συνέβαλε στον περιορισμό του σκανδάλου που θα μπορούσε να προκαλέσει η παρθενία του Ιησού. Η παρθενία στον Χριστό δεν ήταν ένας στείρος ασκητισμός εχθρικός προς την γυναίκα. Μπορεί κανείς να καταλάβει τα κίνητρα αυτής της παρθενίας στη δήλωση: «Εισίν ευνούχοι οίτινες ευνούχισαν εαυτούς δια την βασιλείαν των ουρανών». Ένα τέτοιο πρόγραμμα ζωής, που αποτελεί πρόσκληση στον «δυνάμενο χωρείν», δεν γίνεται κατανοητό παρά μόνο σε σχέση με τη νέα πραγματικότητα, η οποία αποκαλύπτεται με τον Χριστό: ο ερχομός της βασιλείας της Αγίας Τριάδας, όπου εισέρχεται κανείς ακολουθώντας Τον. Η είσοδος σ’ αυτή την ένωση με την Αγία Τριάδα μπορεί να οδηγήσει σ’ ένα ξεπέρασμα των δερματίνων χιτώνων και της εντολής της δημιουργίας, προσδίδοντας ερωτικό νόημα στη θεληματική εγκράτεια.
Όσοι λοιπόν πιστεύουν ότι το σεξ, η χρήση ή η παράχρησή του, είναι φυσικά στον άνθρωπο, κάνουν λάθος. Φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι ο Αδάμ πριν από την αμαρτία, παραφυσική είναι ο Αδάμ μετά την πτώση, έξω από τον παράδεισο, υπέρ φύσιν είναι η ζωή με τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι. Η αγιοπνευματική ζωή με τον Χριστό είναι ασυγκρίτως ανώτερη από τη φυσική ζωή του Αδάμ. Είναι ο τρόπος ζωής στον οποίο ο Αδάμ προσκλήθηκε να συμμετάσχει, αλλά αυτός απέτυχε. Είναι ουσιαστικά ο τρόπος ζωής που ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση. Αυτός λοιπόν που πιστεύει ότι το σεξ είναι φυσιολογικό είναι αυτός που δεν επιθυμεί ή αδυνατεί να συμμετάσχει στη ζωή της αιωνιότητας. Αμαρτία είναι η εγκατάλειψη στην αδυναμία κι αυτός, αντί να ταπεινωθεί ως αδύναμος και να ζητήσει τη βοήθεια του Θεανθρώπου, δικαιολογεί την αδυναμία του κατηγορώντας ή συκοφαντώντας τον Χριστό ως άδικο, ως απάνθρωπο, και την Εκκλησία ως αναχρονιστική. Έτσι ούτε στην Εκκλησία Του εισέρχεται ούτε με τον Χριστό επιθυμεί να έχει αγαπητική σχέση. Αντίθετα, διατηρεί με τον Εσταυρωμένο Θεάνθρωπο σχέση αδιαφορίας ή αντιπαλότητας. Αν όμως περάσει στην αιωνιότητα με τέτοια ψυχική κατάσταση, πως εκεί θα αγαπήσει τον ταπεινό Χριστό, την πραεία Αγία Τριάδα; Πως θα επιβιώσει μέσα στην αγάπη;
Αυτός (που φέρεται έτσι) είναι πλέον βέβαια ότι θα κάνει το σεξ σκοπό της ζωής του και τότε θα έχει πρόβλημα στην αιωνιότητα, επειδή εκεί το σώμα, ως εκφραστικό μέσο της ψυχής του, δεν θα τον εξυπηρετεί προς αυτή την κατεύθυνση. Η ψυχή του θα ηδονίζεται, θα επιθυμεί να κάνει σεξ αλλά το σώμα θα μένει ακίνητο και έτσι ο απραγματοποίητος πόθος σημαίνει αβάσταχτος πόνος. Βέβαια πόνος σημαίνει κόλαση.
Αυτός που κάνει το σεξ σκοπό της ζωής του και γι’ αυτό δεν επιτρέπει στον εαυτό του να το αποχωρισθεί, ουσιαστικά το θεωρεί ως αξία απόλυτη πάνω από το Χριστό, αφού προτιμά την ανυπακοή από την υπακοή προς τον Χριστό που τον προτρέπει σε εγκράτεια. Τον γράφει στα παλιά του παπούτσια και του λέγει «κάνεις λάθος». Τον βρίζει, αν όχι με το στόμα, αλλά με τις πράξεις αυτό δείχνει. Διότι Θεός που κάνει λάθος (όπως αυτός πιστεύει) δεν είναι Θεός. Κι ο Χριστός είπε ότι αν ο άνθρωπος στην συνείδησή του τοποθετεί ο,τιδήποτε πάνω από τον Χριστό, δεν μπορεί να είναι γνήσιος μαθητής Του (Ματθ. 10:37). Για τους γνήσιους ακολούθους Του λέγει: «ίνα όπου ειμί εγώ, και υμείς ήτε» (Ιωάν. 14:3). Ο Χριστός είναι στον παράδεισο ως κτήτοράς του, αυτός που δεν μπορεί να ζήσει με τον Χριστό, που θα υπάγει;
Στον παράδεισο είναι αδύνατον να υπάγει. Εκεί η ζωή με τον Χριστό είναι ελευθερία, δεν υπάρχει καταπίεση ή πειθαρχία, αλλά μόνο αγαπητικές σχέσεις με την Αγία Τριάδα και τους συνανθρώπους. Ο Χριστός ποτέ δεν λειτουργεί ως εξουσία. Εφ’ όσον λοιπόν υπάρχει ελευθερία στον παράδεισο, ο άνθρωπος του σεξ κυνηγά όλες τις άγιες γυναίκες που θα συναντήσει εκεί. Γι’ αυτό πηγαίνει στην κόλαση, όπου εκεί δεν μπορεί να κάνει όσο κακό θέλει να κάνει. Η κόλαση είναι αδιέξοδη, είναι το αδιάβατο όριο του κακού.



Άλλος πιστεύει ότι μέσω του σεξ διατηρείται η αγάπη ή ότι αν αγαπά κανείς κάποιον πρέπει να κάνει σεξ με αυτόν. Γεννιέται το ερώτημα: Αν κάποιος αγαπά κάποιον, θα πρέπει να κάνει σεξ μαζί του για να αποδείξει την αγάπη του; Όχι βέβαια. Αν κάποιος αγαπά κάποιον άντρα θα πρέπει να κάνει σεξ μαζί του; Αν το πρόσωπο της αγάπης είναι παιδί, τότε τι θα πρέπει να γίνει; Αγάπη νομίζω είναι η αγαθή διάθεση της ψυχής, κατά την οποία κάποιος δεν προτιμά κανένα από τα υλικά πράγματα μπροστά στην ευτυχία του πλησίον. Και είναι αδύνατον να αποκτήσει την αγάπη αυτή εκείνος που προσηλώνεται με πάθος στην υλική επιφάνεια του προσώπου· δηλαδή στο σώμα. Άλλωστε είναι γνωστά στα γνήσια παιδιά της Εκκλησίας ότι την αγάπη γεννά η καθαρότητα, την καθαρότητα γεννά η υπομονή και η μακροθυμία, αυτές δε τις γεννά η εγκράτεια που τις περιέχει. Αυτός που είναι εγκρατής υπομένει τις θλίψεις, ενώ αυτός που υπομένει τα θλιβερά έχει την ελπίδα του προς τον Χριστό. Η ελπίδα προς τον αναστημένο Υιό του Πατρός απομακρύνει το νου από κάθε προσήλωση στην υλική επιφάνεια των όντων, αφού δε απομακρυνθεί ο νους από αυτή την προσήλωση, θα έχει την πραγματική αγάπη προς τον άλλο, που είναι κραταιά ως ο θάνατος.
Κάποιος λέγει ότι το σεξ διατηρεί τον έρωτα. Αντίθετα η πραγματικότητα δείχνει ότι το σεξ σκοτώνει τον έρωτα. Κάθε έρωτας, είτε απευθύνεται προς την Αγία Τριάδα είτε προς το άλλο φύλο, βρίσκει την πλήρη έκφρασή του στην ένωση. Άλλωστε γι’ αυτό κάποιος παντρεύεται, για να είναι πάντοτε μαζί με τον άλλον που ερωτεύθηκε έστω και φευγαλέα. Αφού λοιπόν ο έρωτας βρίσκει την πλήρη έκφρασή του στην ένωση, όταν πραγματοποιηθεί αυτή δια του σεξ, ο έρωτας έχει εξαντλήσει τα όριά του, δεν έχει άλλο τίποτα να δώσει. Αυτός λοιπόν που μένει προσκολλημένος στο σεξ, ως μοναδική ή ύψιστη εκδήλωση του έρωτα, χάνει τον έρωτα, την τρυφερότητα, την στοργή, τον σεβασμό του προσώπου του άλλου, και μετά έρχεται ως συνέπεια η φθορά της ερωτικής διάθεσης. Γι’ αυτό όλες οι προγαμιαίες σχέσεις φθείρονται, καταστρέφονται, τις διαδέχεται πολλές φορές το μίσος. Αρχίζουν οι νέοι, π.χ. να ερωτεύονται και να έχουν προγαμιαίες σχέσεις στα δεκάξι τους χρόνια, αλλά στην ηλικία των τριάντα παντρεύονται άλλον, αφού έχουν αλλάξει ερωτικό σύντροφο πέντε – δέκα φορές. Που είναι ο έρωτας; Έρωτας είναι η παρατεταμένη αγάπη. Η αγάπη που διατηρείται στο χρόνο δεν γεννά τον έρωτα, είναι έρωτας.
Βέβαια και μέσα στο γάμο υπάρχουν οι καταστροφικές παρενέργειες του σεξ. Μέσα στο γάμο υπάρχει το σεξ. Άλλωστε δι’ αυτού συνεργαζόμενος ο άνθρωπος με το Θεό, αφήνει απογόνους, νικά τον θάνατο, και γι’ αυτό αισθάνεται ολοκληρωμένος. Αλλά στον γάμο ο Χριστός δεν ευλογεί το σεξ, όπως νομίζουν πολλοί, αλλά την ερωτική ένωση με σκοπό την υπέρβαση των δερματίνων χιτώνων. Την σωματική ένωση η Εκκλησία την προσφέρει ως προϋπόθεση. Ακούγεται κατά τη διάρκεια του μυστηρίου: «καταλείψει άνθρωπος τον πατέραν αυτού και την μητέρα, και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν, ώστε ουκέτι εισί δύο, αλλά μία σαρξ» (Μαρκ. 10:7-8). Αυτό σημαίνει ότι και σεξ να μην υπάρξει, ήδη κατά Χριστόν είναι κανείς ένα σώμα με το ταίρι του. Γι’ αυτό ο βαθμός συγγενείας μεταξύ των συζύγων είναι μηδέν. Κανείς δεν είναι συγγενής του εαυτού του.

Χριστός και Παναγία στο γάμο της Κανά (και, κατ' επέκτασιν, στο γάμο κάθε χριστιανικού ζευγαριού, που είναι πάντα ένας ιερός γάμος), από εδώ

Ο Χριστός όταν έρχεται να τελέσει το μυστήριο του γάμου, καθαγιάζει την οικογένεια, προσφέρει τη δυνατότητα της μεταστροφής που υπογραμμίζει την αξία του χαμένου ιδανικού. Δεν αποδέχεται το γάμο ως αδυναμία του αμαρτωλού. Δεν αρκείται να επαναφέρει το γάμο στην αρχική τελειότητα, που είχε αμαυρώσει η ανθρώπινη αμαρτία. Τοποθετεί αυτόν σε νέα βάση που του παρέχει την πραγματική του σημασία μέσα στη βασιλεία της Αγίας Τριάδας. Η άρρηκτη ένωση της Εκκλησίας με τον Χριστό και η θυσιαστική αγάπη Του για την Εκκλησία, που την τελείωσε (τελειοποίησε) με το αίμα Του, αποτελούν το ζωντανό πρότυπο προς το οποίο τείνουν να ομοιωθούν οι σύζυγοι. Η γενετήσια ορμή γίνεται τώρα αποδεκτή μέσα στο φως της Αναστάσεως που τη μεταμορφώνει: «Οι άνδρες αγαπάτε τας γυναίκας εαυτών, καθώς ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν» (Εφ. 5:25). Το βάρος πέφτει στο «καθώς»· δηλ. με το αίμα Του, με την σταύρωσή Του. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος μέσα στο γάμο θα πρέπει να θυσιάζεται. Δι’ αυτής της θυσίας συσταυρώνεται με τον Χριστό και έτσι δύναται να συναναστηθεί μαζί Του.
Η Εκκλησία λοιπόν ως φιλόστοργη μητέρα βάζει τον Χριστό μέσα στη γαμική ένωση. Ο Χριστός ελεύθερα εισβάλλει μέσα στην Ιστορία με την τέλεση του μυστηρίου για την αγάπη των τέκνων της Εκκλησίας. Αν το ζευγάρι ζει κατά Χριστόν μαζί με τον Χριστό, πιασμένο από το χέρι Του, τρώγοντας το σώμα Του και πίνοντας το αίμα Του, συμμετέχοντας στο τραπέζι που Αυτός ετοιμάζει, οι παρενέργειες του σεξ παύουν να υπάρχουν.
Η Εκκλησία λοιπόν δεν ευλογεί τις προγαμιαίες σχέσεις, γιατί αυτές δεν έχουν Χριστό μέσα τους. Ούτε καν έρωτα δεν έχουν. Δημιουργούν ψευδαίσθηση έρωτος αλλά καταλήγουν στην εκμετάλλευση του πλησίον. Κάνουν τον άνθρωπο να βλέπει το συνάνθρωπό του ως αντικείμενο από το οποίο θα πάρει ηδονή. Είναι παρατηρημένο ότι κανείς δεν πηγαίνει να κάνει σεξ για να προσφέρει στον άλλον ευχαρίστηση αλλά μόνον για να πάρει. Εκμεταλλεύεται το σώμα του άλλου όπως και ο πλούσιος. Ο ένας εκμεταλλεύεται τον πλησίον για το χρήμα και ο άλλος για την ηδονή. Γι’ αυτό και ο ένας και ο άλλος δύσκολα θα εισέλθουν στην βασιλεία της Αγίας Τριάδας.
Αυτός που πιστεύει ότι είναι απαραίτητο να δημιουργήσει προγαμιαίες σχέσεις μολύνει την ψυχή του και την ψυχή του άλλου. Γίνεται ο ίδιος αντικείμενο εκμετάλλευσης και εκμεταλλεύεται. Δια της πράξεως εγχαράσσεται μέσα του το είδωλο της αμαρτίας, και πολεμείται πλέον μόνος του, βάσει της λειτουργίας του συνειρμού και της αναπλάσεως. Γι’ αυτό είτε βλέπει είτε δεν βλέπει το άλλο φύλο, το φαντάζεται μόνος του – είτε το θέλει είτε δεν το θέλει. Αυτό το είδωλο υπάρχει πάντα μέσα του και δεν εξαλείφεται παρά μόνο με την συχνή εξομολόγηση, προσευχή, νηστεία. Βλέπει τον άλλον μόνο μέσα από τη σεξουαλική πράξη.
Οι γονείς της Παναγίας, άγιοι Ιωακείμ & Άννα. Η εικόνα που τους παριστάνει αγκαλιασμένους είναι ΚΛΑΣΙΚΗ και πολύ γνωστή στην Ορθοδοξία. Συμβολίζει μάλιστα τη βραδιά που έκαναν έρωτα και "συνέλαβαν" την Παναγία. Βλ. και σχετικό άρθρο.

Επίσης, τα είδωλα των προγαμιαίων σχέσεων τον εμποδίζουν να δημιουργήσει υγιείς γαμικές σχέσεις με τον έρωτά του. Γιατί όλοι αυτοί που πέρασαν από τη ζωή του είναι μέσα του, υπάρχουν. Φέρει μέσα του ο,τιδήποτε έζησε με τους άλλους κι έτσι τον καινούργιο έρωτά του, συνειδητά ή ασυνείδητα, τον συγκρίνει με τους άλλους. Οι άλλοι είναι πάντοτε παρόντες. Έτσι αδυνατεί να γνωρίσει πραγματικά το ταίρι του, να το κατανοήσει, να το αξιολογήσει, το αδικεί. Π.χ. αν κάποιοι τον διώξανε, φοβάται ότι και το ταίρι του θα τον διώξει. Οι γυναίκες λένε «όλοι οι άντρες θέλουν σεξ», ή, «όλες οι γυναίκες είναι καλές μόνο για το κρεβάτι»· έτσι, αν ο ένας για κάποιο λόγο δεν μπορεί να κάνει σεξ, ο άλλος σκέπτεται «με απατά», γιατί και ο (η) πρώην τα ίδια έκανε. Έτσι κατακρίνει τον νυν και τον αστυνομεύει, ενώ δεν υπάρχει αιτία. Ή προσφέρει μόνο το σώμα του για να κρατήσει τον νυν κοντά του – για κατανόηση του ψυχικού κόσμου του άλλου ούτε σκέψη δεν υπάρχει. Απομονώνεται από τον άλλον και οδηγείται στην ατομοκρατία, την φιλαυτία, που είναι μητέρα των κακών. Διότι απ’ αυτήν γεννιούνται τα τρία πρωταρχικά και μανιώδη πάθη· δηλαδή της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της ματαιοδοξίας. Αυτά τα πάθη λαμβάνουν τις αφορμές της κακίας από τις δήθεν απαραίτητες σωματικές ανάγκες, από τις οποίες γεννιέται όλος ο κατάλογος των κακών. Το πάθος της φιλαυτίας ["Νεκρός": δηλ. να είναι κάποιος εγωιστικά προσκολλημένος στον εαυτό του] υποκινεί τον άνθρωπο να ασχολείται υπερβολικά με το σώμα και να του παρέχει περισσότερες απ’ όσες πρέπει τροφές και διασκεδάσεις, τάχα για να ζήσει τη ζωή του, τάχα για να ελκύσει τον άλλον να ενδιαφερθεί, τάχα για να διώξει την ανία, ώστε παρασυρόμενος σιγά-σιγά, να πέσει στον απύθμενο λάκκο της φιληδονίας, της ικανοποιήσεως των επιθυμιών σε βάρος του πλησίον.
Ο φίλαυτος όμως δεν μπορεί να αγαπήσει κανέναν και τίποτα. Αδυνατεί να αγαπήσει γιατί στην ξέφρενη πορεία για την ικανοποίηση των επιθυμιών του θα συγκρουσθεί και με τους καλούς και τους κακούς. Με τους κακούς, γιατί αυτοί διεκδικούν μερίδιο από τις ηδονές, με τους εναρέτους, γιατί αυτοί με τον τρόπο ζωής των δημιουργούν σ’ αυτόν αισθήματα ενοχής και φθόνου. Έτσι, όπως ακριβώς τις μέρες διαδέχονται οι νύχτες και τα καλοκαίρια οι χειμώνες, την ηδονή διαδέχεται η λύπη και η στεναχώρια. Αυτός όμως ζώντας χωρίς το Χριστό και τη χαρά που Εκείνος προσφέρει, καταφεύγει πάλι στην εκμετάλλευση των όντων ώστε να πάρει ηδονή από αυτά, η ηδονή οδηγεί στη στεναχώρια κ.λπ. Ο φαύλος κύκλος περισφίγγει τον άνθρωπο και η αμαρτία ζει και ο άνθρωπος πεθαίνει.
Ο δέσμιος της φιλήδονης φιλαυτίας, για να δικαιολογήσει την αδυναμία του, την εγκατάλειψή του στην ευκολία, θα μεταθέτει τη γενετήσια ορμή ακόμα και στους κόλπους της θεότητας. Αδυνατεί να πιστέψει πως ο Υιός γεννάται εκ του Πατρός χωρίς τη γενετήσια ορμή. Θα αρνηθεί τον τρόπο σαρκώσεως του Υιού εκ της αειπαρθένου Μαρίας. Απίστευτο γι’ αυτόν το πως η παρθένος μένει παρθένος μετά τη γέννηση. Θα πει ότι η Παναγία είχε σεξουαλικές σχέσεις με τον Ιωσήφ. Ο Χριστός δεν έζησε με παρθενία. Οι άγιοι δεν είναι άγιοι. Η Εκκλησία είναι απάνθρωπη. Έτσι φτάνει μέχρι τη βλασφημία και ιεροποιεί την γενετήσια ορμή.
Γι’ αυτό ο Χριστός, οι Πατέρες της Εκκλησίας, προτρέπουν τον άνθρωπο στην αγνότητα. Αγνότητα δεν είναι κάτι μόνο σωματικό· δεν είναι μόνο, απλώς, η αποχή από το σεξ. Αγνός είναι αυτός ο οποίος σκέφτεται πάντοτε αθώα για τους πάντες και τα πάντα. Τέλος της αγνότητας είναι η θεολογία. Θεολόγος είναι αυτός ο οποίος έχει ενωθεί με το Θεό Λόγο, και τότε ο ανθρώπινος λόγος ενωμένος με το Θεό Λόγο γίνεται θεανθρώπινος λόγος, και ο άνθρωπος από λογικό ον γίνεται θεολογικό. Σ’ αυτή την πνευματική κατάσταση μιλά για τον Θεό μαζί με τον Θεό. Για να φτάσει κανείς σ’ αυτή την αγιοπνευματική κατάσταση πρέπει ο νους να αποκοπεί τελείως από τα σαρκικά και κοσμικά πράγματα και να προσεύχεται (ο νους) απαλλαγμένος από τα υλικά πράγματα και σχήματα του κόσμου. Εκείνος που διατηρεί ακέραια αυτή την κατάσταση, αυτός πραγματικά είναι αγνός.
Όσο λοιπόν πιο εγκρατής είναι κανείς, τόσο καλύτερα. Ο Χριστός, η Εκκλησία, δείχνουν το τέλος που θα έπρεπε να φτάσει ο άνθρωπος. Για την πορεία προς αυτό το τέλος υπάρχει η εξομολόγηση, και ο πνευματικός πατέρας βοηθά τον γνήσιο ακόλουθο του Χριστού να βρει το προσωπικό του μέτρο απέναντι στο Θεό, στο συνάνθρωπο, στον εαυτό του. Ας αγωνιστεί εργαζόμενος τις εντολές να βρει το μέτρο του με την εξομολόγηση, τον πνευματικό του και θα συναντήσει τον Χριστό.

Οι άγιοι 7 παίδες Μακκαβαίοι, με τη μητέρα και το δάσκαλό τους (μάρτυρες της εποχής της Παλαιάς Διαθήκης)

Εκείνον τον Σαμψών, η παράλογη επιθυμία της γυναίκας τον έριξε στη φυλακή. Όχι η γυναίκα ως ον, αλλά η πορνεία του, η αχαλίνωτη επιθυμία ικανοποιήσεως της γενετήσιας ορμής. Ο Σολομών από την ίδια κατάχρηση έπεσε. Ο Δαβίδ έφθασε στο αμάρτημα του φόνου, έγινε σκληρός και απάνθρωπος μετά τη μοιχεία του με τη Βηρσαβεέ. Μπορεί να νομίζει λοιπόν κανείς ότι η παράχρηση ή κατάχρηση του σεξ δεν φθείρει τον άνθρωπο ψυχικά, αλλά το παράδειγμα του Δαβίδ πιστοποιεί το αντίθετο.
Ο σώφρονας δεν θα δώσει προσοχή στις κακόφωνες σειρήνες που λένε π.χ. «έφτασες 20 χρονών και είσαι ακόμα παρθένος;» Το λέγει αυτός που έχει υποστεί όλες τις παρενέργειες του σεξ και φθονεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, την αγνότητα του άλλου. Θέλει να μην ξεχωρίζει κανείς γιατί καθρεπτίζεται, κι αυτό που βλέπει δεν τον ικανοποιεί καθόλου. Όταν κάποιος στέκεται πραγματικά σ’ ένα επίπεδο, ο άλλος, συνειδητά ή ασυνείδητα, λέγει: «κι εγώ θα ήθελα να ήμουν σαν κι αυτόν αλλά δεν τα έχω καταφέρει». Γι’ αυτό κατηγορεί, συκοφαντεί τον αγνό για να δικαιολογήσει τον τρόπο ζωής του. Εκφράζει το μίσος ή αποστροφή προς τον αγνό για να τον εξουθενώσει, ενώ ουσιαστικά μισεί, περιφρονεί τον δικό του ακόλαστο εαυτό. Γι’ αυτό οι περισσότεροι συκοφαντούν, κατηγορούν τον μοναχισμό, τους μοναχούς.
Ο εραστής της αγνότητας θα αδιαφορήσει για το επιχείρημα που έντονα προβάλλεται από αυτούς που κατέχονται από το σαρκικό φρόνημα, ότι «πρέπει κανείς να τα δοκιμάσει όλα για να τα γνωρίζει όλα». Όταν κανείς κάνει το κακό, χάνει τη γνώση του κακού που κάνει. Το κακό πολεμά το αγαθό καθ’ ολοκληρίαν και ένα από τα αγαθά είναι και η γνώση του κακού. Ο Χριστός, ως Θεός παντογνώστης γνωρίζει το κακό, αλλά δεν έχει εμπειρία του κακού. Δεν κάνει το κακό. Δεν είναι κακός.
Ο χριστοειδής αγωνιστής της αγνότητας θα κρεμαστεί από το ρούχο του Χριστού και δεν θα το αφήσει για να είναι αρεστός στους ανθρώπους. Δεν θα φύγει από τον Χριστό για να μην διωχθεί από την παρέα, την κοινωνία ως αναχρονιστικός. Η ανθρωπαρέσκεια οδηγεί ουσιαστικά στην απιστία προς τον Χριστό. Και σ’ αυτήν ακολουθούν σαν παιδιά η αμέλεια στην κοινή λατρευτική και ιδιωτική προσευχή, ακολουθεί η ακολασία, στη συνέχεια έρχεται η κενοδοξία, η υπερηφάνεια και αυτήν ακολουθεί ο φθόνος, η ζήλεια, ο δόλος, η υποκρισία, η υποκριτική ευλάβεια, η προσωποληψία και η προσπάθεια να παρουσιαστούν όλα αυτά με τη σοφία των λόγων ως καλά ώστε να καλυφθεί η βλάβη τους. Ακολουθεί η πτώχευση της προσωπικότητας, η οποία παραπέμπει στην απελπισία, η οποία οδηγεί στην σκληρότητα, στον σαδισμό.
Ο σαδιστής, ο σκληρόκαρδος, συμβουλεύοντας έναν, σκέφτεται κακό εναντίον άλλου. Επαινώντας έναν, κατηγορεί άλλον. Διαβάλλει ανώνυμα, για να καλύψει τη δική του κακολογία. Όταν εγκωμιάζονται ενάρετοι δείχνει την αποστροφή του. Τους προϊσταμένους όταν είναι απόντες τους εξευτελίζει, και όταν είναι παρόντες τους εξυμνεί κατά πρόσωπον. Αυτούς που υστερούν σε παιδεία τους κοροϊδεύει και στους δασκάλους ψάχνει να βρει μομφή, για να δείξει ότι ο ίδιος είναι σοφός. Τις αρετές των άλλων τις λησμονεί περιφρονώντας, ενώ τις ελλείψεις των τις διατηρεί στη μνήμη του. Αναζητά ευκαιρίες να υπηρετεί πρόσωπα ως δούλος, ενώ εξουθενώνει όσους είναι υποδεέστεροι. Κρύπτει τα δικά του κακά με το να ρωτά για τα κακά των άλλων. Με τάφο ανοιχτό μοιάζει ο λάρυγγάς του· με τη γλώσσα του πλέκει δολιότητες. Δηλητήριο φιδιών υπάρχει κάτω από τα χείλη του, και το στόμα του είναι γεμάτο από κακία και κατάρα. Συντρίμματα και δυστυχία σπέρνει στο δρόμο του και δε γνωρίζει το δρόμο της ειρήνης. Τα χέρια του είναι γεμάτα από αίμα : επειδή «εκείνος που μισεί τον αδελφό του είναι φονιάς» (Α΄ Ιωάν. 3:15, πρβλ. Ψαλμ. 13:3).
Ο γνήσιος ακόλουθος του Χριστού ξέρει να αγωνίζεται και γιατί αγωνίζεται. Το δικό του πολίτευμα υπάρχει στον ουρανό. Δεν θέλει να μείνει στο παρά φύσιν, ούτε στη φυσική κατάσταση, αλλά αγωνίζεται να ανέλθει στο υπέρ φύσιν, να γίνει θεός κατά χάριν, να μετέχει στις άκτιστες ενέργειες της Αγίας Τριάδας. Ο αγώνας του είναι να έχει κατά χάριν ό,τι έχει ο Θεός κατά φύσιν. Ενωμένος με τον Χριστό να περάσει στην αιωνιότητα. Στην αιωνιότητα θα κινείται μέσα στον άπειρο ορίζοντα της Αγίας Τριάδας, από τον οποίο δεν επιθυμεί να εξέλθει. Γιατί γνωρίζει ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο γλυκό, πιο ωραίο από το πρόσωπο του Χριστού, ώστε να κινηθεί προς αυτό. Και τότε θα υπάρχουν οι ήλιοι, τα φεγγάρια, οι αστέρες, αλλά όλα θα τα καλύπτει το άκτιστο φως του αναστημένου Υιού του Πατρός. Γι’ αυτό λέγει ο Χριστός ότι οι αστέρες δε θα δώσουν το φέγγος τους. Αυτό το φως θα αντανακλάται από τα σώματα των σεσωσμένων. Το ανθρώπινο σώμα θα φεγγοβολεί με το φως του Χριστού, θα έχει διαφάνεια, θα λάμπει περισσότερο από τον ήλιο. Είναι τόσο όμορφος ο Χριστός, είναι πηγή κάθε ομορφιάς, που δεν θα θέλει ο θεωμένος να βλέπει τίποτα άλλο.
Εκεί λοιπόν επιθυμεί να φτάσει ο γήινος ακόλουθος του Χριστού. Και να παντρευτεί, και παιδιά να κάνει, πάνω από τον Χριστό δεν τοποθετεί τίποτα. Πολύ περισσότερο την αχαλίνωτη γενετήσια ορμή. Ο Χριστός είναι το Α και το Ω.
Το να σωθεί κάποιος μόνος του, με τις δικές του μόνο δυνάμεις, είναι αδύνατο, όμως τα πάντα είναι δυνατά στο Χριστό. Ας βιαστεί να εμφανιστεί μπροστά Του με ύμνους, δοξολογίες, συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Ας πέσει μπροστά Του κι ας κλάψει για την αμαρτία του, για την αδυναμία του. Ας βασισθεί στα λόγια Αυτού που λέγει με τη φωνή του Ησαΐα: «Όταν απομακρυνθείς από το δρόμο Μου και στενάξεις γεμάτος από μετάνοια, τότε θα σωθείς» (Ησ. 30:15). «Μήπως δεν έχει τη δύναμη το παντοδύναμο χέρι του Χριστού να σε σώσει; Ή μήπως έγινε βαρήκοο το αυτί Του ώστε να μην ακούει πλέον; Τα αμαρτήματα χωρίζουν τον άνθρωπο από το Θεό» (Ησ। 59:1-2).
πηγή

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Αγία Γοργονία: Ένας πρότυπος βίος για όλες τις γυναίκες



Η μακαρία Γοργονία [23 Φεβ.] ήταν αδελφή του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου (*) [25 Ιαν.] και θυγατέρα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού του Πρεσβυτέρου [1η Ιαν.] και της αγίας Νόννας [5 Αυγ.]. Από το υποδειγματικό αυτό ζευγάρι δεν έλαβε μόνο την ύπαρξη, άλλα και τον ζήλο για την πίστη. Μεγάλωσε στην Ναζιανζό, αλλά πάντα θεωρούσε ως αληθινή πατρίδα της την ουράνια Ιερουσαλήμ και ότι η πραγματική ευγένειά της ήταν εκείνη της εικόνος του Θεού που από νεαρή ηλικία προσπαθούσε να καλλύνει με τα στολίδια των αρετών, ιδιαιτέρως δε την αγνεία στην οποία διέπρεπε. Νυμφευμένη με έναν κάτοικο του Ικονίου, τον Αλύπιο, με τον οποίο έκανε τρεις κόρες, επεδείκνυε στον γάμο την διάθεση των παρθένων αποκλειστικά προς τον Θεό και συμπαρέσυρε πίσω της τον σύζυγό της ως συναθλητή στους αγώνες της αρετής.

Διαφυλάσσοντας το βλέμμα της από κάθε άσεμνο θέαμα, κλείνοντας τα αυτιά της στις μάταιες συζητήσεις ώστε να ακούν μονάχα τα θεία και σωτήρια λόγια, έλεγχε τα ανάρμοστα γέλια μεταμορφώνοντάς τα σε ένα χαμόγελο που φώτιζε ειρηνικά την όψη της και γνώριζε, όπως κανείς άλλος, να συγκρατεί την γλώσσα της και να νοστιμεύει με άλας τα λόγια της ώστε να αποτελούν αίνους στον Κύριο. Αντίθετα με τόσες άλλες γυναίκες, δεν έχανε τον καιρό της σε επιπολαιότητες, ούτε αντενεργούσε στην φυσική τάξη των πραγμάτων που θέλησε ο Θεός, φροντίζοντας για ενδύματα και στολίδια και παραμορφώνοντας το πρόσωπο της, εικόνα του Θεού, με πούδρες και ψιμύθια. Ένα καλλώπισμα μόνο γνώριζε, εκείνο της ψυχής από τις άγιες αρετές και το μόνο κοκκινάδι που έβαζε στο ωχρό από την νηστεία πρόσωπο της ήταν το ερυθρίασμα της αιδημοσύνης.

Πρότυπο χριστιανής συζύγου, με την σοφία και την ευλάβειά της, ήταν για τους συγγενείς της, τους συμπολίτες αλλά και πολλούς ξένους, σύμβουλος εμβριθής σε πολλά λεπτά ζητήματα που αφορούν την συμ­περιφορά των χριστιανών στον κόσμο. Κανείς άλλος τα χρόνια εκείνα δεν μεριμνούσε τόσο για τους ναούς του Θεού, κανείς δεν απέτινε τόση τιμή στους ιερείς και στους κληρικούς, έχοντας πάντα γι’ αυτούς ορθάνοιχτη την θύρα της κατοικίας της. Δεν είχε εξάλλου τον όμοιό της στις ελεημοσύνες και στην συμπόνια για τους τεθλιμμένους, σε σημείο μάλιστα που θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν σαν τον δίκαιο Ιώβ: «οφθαλμός τυφλών, πους χωλών, η μητέρα των ορφανών...» (πρβλ. Ιώβ 29, 15). Μοίραζε όλα τα αγαθά της σε ελεημοσύνες κι έτσι όταν εξεδήμησε από την ζωή αυτή δεν άφησε πίσω της παρά μόνο το σώμα της· φρόντιζε, ωστόσο, πάντοτε να κρατά μυστικές τις αγαθοεργίες της

Μία ημέρα είχε ένα τρομερό ατύχημα: ανατράπηκε η άμαξά της που την έσυρε στο χώμα για πολύ μεγάλη απόσταση· παρά ταύτα η αγία αρνήθηκε από αιδώ να δείξει το καταμωλωπισμένο σώμα της στον γιατρό, εναποθέτοντας την ελπίδα της στον Θεό ο οποίος την θεράπευσε τότε θαυματουργικώς

Μιαν άλλη φορά που υπέφερε από μια αρρώστια μπροστά στην οποία οι γιατροί έμεναν ανίσχυροι, σηκώθηκε την νύχτα και πήγε στην εκκλησία να προσπέσει στην αγία Τράπεζα, υπενθυμίζοντας στον Θεό τα προηγούμενα θαύματά Του προς όφελος των δούλων Του. Σαν την γυναίκα του Ευαγγελίου που έλουσε με τα δάκρυα της τα πόδια του Κυρίου, η Γοργονία πότισε με τα δικά της δάκρυα το ιερό θυσιαστήριο και βρήκε την ιατρειά της.

Όταν έλαβε όψιμα, όπως συνηθιζόταν τα χρόνια εκείνα, το άγιο Βάπτισμα, τίποτε πια δεν την κρατούσε στην ζωή αυτή και παρακαλούσε για νύκτες τον Χριστό να πορευθεί προς συνάντησή Του χωρίς άλλη χρονοτριβή. Κατά την διάρκεια μιας τέτοιας αγρυπνίας της αποκαλύφθηκε η ημέρα του θανάτου της και το μόνο που της απέμενε πια ήταν να φροντίσει να βαπτισθεί ο σύζυγός της, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί το έργο της ως μαθήτριας του Χριστού και εφάμιλλης των αγίων Αποστόλων. Όταν έφθασε η ημέρα, έπεσε άρρωστη και αφού συγκέντρωσε γύρω της συγγενείς και φίλους για να τους μεταδώσει την τελευταία διδαχή της για την αιώνια ζωή, εξεδήμησε προς τον χορό των αγίων ψιθυρίζοντας ανεπαίσθητα σχεδόν τον στίχο του ψαλμού: Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω (Ψαλμ. 4, 9).


Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου

Εκδόσεις «Ίνδικτος», 2006

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Η πιο επίσημη ώρα και περί εξορκισμών

Η πιο επίσημη ώρα και περί εξορκισμών

Η πιο επίσημη ώρα του πιστού Χριστιανού είναι η ώρα της βάπτισης του. Γιατί τότε γίνεται παιδί του Θεού, μέλος της Εκκλησίας Του, με προοπτική την αιώνια Βασιλεία του Θεού.

Στο πρώτο, προπαρασκευαστικό, στάδιο του μυστηρίου του βαπτίσματος, δεσπόζουν οι εξορκισμοί ή αφορκισμοί και οί τελετές της απόταξης του διαβόλου και της σύνταξης του νεοφώτιστου με το Χριστό.

* Τί είναι οι εξορκισμοί;

Πρόκειται για ευχές, με τις οποίες φυγαδεύεται ο διάβολος και ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τη δαιμονική κυριαρχία. Με τους τρεις αφορκισμούς ο ιερέας απευθύνεται στο διάβολο και τον «διατάσσει», με τη δύναμη του λυτρωτικού έργου του Χρίστου και κυρίως του σταυρικού Του θανάτου, να εξέλθει από αυτόν πού πρόκειται να βαπτισθεί! Έτσι ο φωτιζόμενος πορεύεται ελεύθερος και καθαρός προς το βάπτισμα. Στο τέλος αυτών των ευχών ζητείται από το Θεό να δεχτεί τον άνθρωπο στην ουράνια Βασιλεία και να του αποστείλει άγγελο φωτεινό ως ασφάλεια και δύναμη από κάθε δαιμονική επίδραση. Ο άγγελος θα τον συντροφεύει σε όλη του τη ζωή και θα τον οδηγεί στη Βασιλεία των ουρανών, αρκεί εκείνος να διατηρεί αμόλυντη τη χάρη του βαπτίσματος.

Στη συνέχεια ο ιερέας κάνει τρία εμφυσήματα στο πρόσωπο εκείνου πού πρόκειται να βαπτιστεί, με σκοπό την αποδίωξη κάθε πονηρού πνεύματος, αφού η πράξη αυτή είναι σημείο αναζωογονήσεως του ανθρώπου. Μετά τα εμφυσήματα γίνεται τριπλή σφράγιση με το σημείο του σταυρού στο μέτωπο, στο στόμα και στο στήθος για την καθαρότητα στο μυαλό, στο λόγο και στη ζωή.

Ακολουθεί η τελετή της απόταξης κατά την όποια γίνεται η προσωπική και ολόψυχη αποκήρυξη του σατανά από τον βαπτιζόμενο (ή τον ανάδοχο στα νήπια). Ο ανάδοχος αποκηρύσσει το σατανά στραμμένος προς τη δύση, πού συμβολίζει το σκότος και τον τόπο όπου έχει το βασίλειο του ο σατανάς. Αποκηρύσσεται ο σατανάς ως πονηρός και σκληρός τύραννος, ως δημιουργός και συνεργός κάθε κακίας πού απειλεί τον άνθρωπο και τον κόσμο. Η αποκήρυξη του σατανά από το βαπτιζόμενο σημαίνει ότι αρνείται όλα τα όπλα και τα έργα του διαβόλου. Υπόσχεται δηλαδή ότι θα αποφεύγει κάθε αμαρτία και παράλογη πράξη, κάθε τιμή προς τα άψυχα είδωλα, ήθη και έθιμα σατανικά, μαντείες, μαγικές τελετουργίες και τα παρόμοια.

Στη συνέχεια ο ανάδοχος φυσά το σατανά και τον φτύνει. Η εμφύσηση δηλώνει την με όλη την καρδιά απομάκρυνση και εκδίωξη του σατανά. Η έμπτυση σημαίνει την περιφρόνηση του ως μιαρού και βδελυρού.

Η σύνταξη με τον Χριστό και η ομολογία του συμβόλου της Πίστεως γίνεται προς την ανατολή πού συμβολίζει το Χριστό ο όποιος είναι το αληθινό φως.

Τέλος ο βαπτιζόμενος αποθέτει τα ρούχα του, δείχνοντας ότι αρνείται - εγκαταλείπει τον παλαιό του εαυτό, απελευθερώνεται από το σατανά για να «ενδυθεί» τον Ιησού Χριστό. Εδώ ολοκληρώνεται το εισαγωγικό μέρος του μυστηρίου και ο άνθρωπος είναι έτοιμος να δεχθεί τη χάρη του άγιου βαπτίσματος, να γίνει παιδί του ουράνιου Πατέρα και κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.

* Γιατί είναι απαραίτητο να γίνονται οι εξορκισμοί σε όλους τους ανθρώπους;

Διότι μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων ο διάβολος κυριάρχησε στον κόσμο, καθυπέταξε τον άνθρωπο και απέκτησε δικαιώματα στη ζωή του.

* Γιατί και μετά το βάπτισμα ο διάβολος επανέρχεται και αποκτά δικαιώματα στη ζωή μας;

Επειδή εμείς του τα δίνουμε με την άγνοια ή την αμέλεια μας.

Συνήθως, ούτε οι γονείς ούτε ο ανάδοχος δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στη σημασία των τελουμένων κατά το βάπτισμα. Έτσι, καθώς μεγαλώνει ο νεοφώτιστος, δεν ακούει από κανέναν τίποτε για όσα φοβερά και σπουδαία τελέσθηκαν κατά τη μεγάλη ήμερα της βάπτισης του. Γι' αυτό ό διάβολος έχει την άνεση να επανέλθει. Πολλοί άνθρωποι από άγνοια ή από φόβο αρνούνται να πιστέψουν στην ύπαρξη του διαβόλου και της επιρροής πού ασκεί στους ανθρώπους. Η μεγαλύτερη νίκη του διαβόλου επί του ανθρώπου είναι να τον πείσει ότι δεν υπάρχει, διότι με τον τρόπο αυτό ο άνθρωπος μένει ακάλυπτος απέναντι στα τεχνάσματα πού ο πονηρός μεταχειρίζεται εναντίον του. Η γνώση της αλήθειας και ο προσωπικός αγώνας για τη διατήρηση της χάριτος του βαπτίσματος, μας ελευθερώνει από κάθε σατανική επενέργεια. Ο Χριστός μας δίνει «την εξουσία να κατανικούμε όλη τη δύναμη πού διαθέτει ο εχθρός του ανθρώπου, ο σατανάς. Γι΄ αυτό τίποτε από όσα μηχανεύεται εναντίον μας δεν πρόκειται να μας αδικήσει ή να μας βλάψει». (Λουκ. Γ 19).

Δυστυχώς κάποιοι συνάνθρωποι μας πολεμούνται ιδιαίτερα από τα πονηρά πνεύματα, πού τους υποδουλώνουν και τους βασανίζουν. Γι΄ αυτό η Εκκλησία μας, η στοργική μητέρα μας, έχει ειδικές προσευχές - εξορκισμούς, πού διαβάζονται στα συγκεκριμένα πρόσωπα από ιερέα και πού με τη βοήθεια του θεού ενεργούν για την απαλλαγή των προσώπων αυτών από τη δαιμονική ενέργεια.

Ερευνητής

Από το περιοδικό «Προς τη Νίκη», τεύχος 732, Φεβρουάριος २०११
πηγή

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ



Βλέπουμε ένα νιόπαντρο ζευγάρι πολύ ερωτευμένο που όμως του λείπει η οικονομική άνεση για να ολοκληρώσει την ευτυχία του. Μια μέρα χτυπά η πόρτα και ένας αλλόκοτος άντρας τους προσφέρει ένα κουτί που έχει επάνω ένα κόκκινο κουμπί.

-Αν πατήσετε αυτό το κουμπί, λέει ο άντρας, θα γίνετε πολύ πλούσιοι και κάποιος που δε γνωρίζετε θα χάσει τη ζωή του.

Ο άντρας φεύγει κι αφήνει πίσω του το ζευγάρι προβληματισμένο.

Μια ολόκληρη εβδομάδα παλεύουν με τη φτώχεια τους και την απόφαση να πατήσουν το κουμπί όταν η γυναίκα προτείνει να το πατήσουν!

-Έτσι κι αλλιώς αυτός που θα πεθάνει, δεν είναι κάποιος που ξέρουμε. Τι μας νοιάζει λοιπόν;
Ο άνδρας συμφωνεί και πατούν μαζί το κουμπί.

Την άλλη μέρα στο κατώφλι του σπιτιού τους εμφανίζεται ξανά ο αλλόκοτος άνδρας που ήρθε να πάρει πίσω το κουτί και να τους γεμίσει με πλούτη.

-Δεν θα χρειαστεί ποτέ ξανά να ανησυχήσετε για χρήματα. Δώστε μου τώρα το κουτί. Πρέπει να το παραδώσω σε κάποιον...που δε γνωρίζετε..


πηγή

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Γιατί οι άδικοι προοδεύουν;




Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Μέχρι πότε προοδεύουν; Και τί συμβαίνει στο τέλος σ΄ αυτούς και στους απογόνους τους; Αναρωτήθηκες ποτέ; Να μη σκοντάφτουν οι σκέψεις σου όταν βλέπεις ότι κάποιος καυχιέται με τη δύναμη και ξεχνά το Δωρητή της δύναμης. Θυμήσου πως ο υπερήφανος και καυχόμενος Γολιάθ σκοτώθηκε από τη σφεντόνα ενός αγοριού, του Δαβίδ. Να μη συγχύζεται η καρδιά σου όταν βλέπεις πως κάποιος πλουτίζει με άδικο τρόπο.
Θα τρώει και δεν θα χορταίνει, θα αρπάζει και δεν θα του φτάνουν.

Θυμήσου τους πλούσιους πολίτες στα Σόδομα, πως σε μία στιγμή ρίχτηκε πάνω τους φωτιά και έγιναν στάχτη μ’ όλο τους τον πλούτο. Εσύ είσαι χριστιανός, και ο χριστιανός παρατηρεί τα γεγονότα στην άλλη γραμμή, στην ολότητα, και όχι επί μέρους. Την πρόοδο του αδίκου ο χριστιανός δεν εκτιμά σαν κάποιο τετελεσμένο γεγονός αλλά περιμένει να δει τι ακολουθεί. Αυτός ξέρει πως ο άδικος δεν προοδεύει ούτε με τη δική του δύναμη ούτε με το δικό του μυαλό αλλά μόνο επειδή ο Θεός του επιτρέπει να προοδεύει, μπας και κάποια στιγμή θυμηθεί το Θεό.

Αφού είναι ανείπωτα ελεήμων ο Θεός μας, και επιτρέπει στους αδίκους εκείνο που αυτοί επιθυμούν, μπας και κάποια στιγμή σκεφθούν, ότι αυτό είναι από το Θεό και ντραπούν για την αδικία τους και διορθωθούν. Στο Θεό είναι αγαπητοί οι μετανοούντες είναι πολύ αγαπητοί σ’ Αυτόν όσοι μετανοούν ταπεινά για τις άδικες πράξεις τους.

Ο Δημιουργός δεν θέλει πάντα να τιμωρήσει αμέσως μόλις κάποιος ξεκινήσει σε λάθος δρόμο. Εκείνος περιμένει τον πλανημένο να γυρίσει μόνος του στον σωστό δρόμο. Εκείνος βλέπει και σιωπά. Περιμένει και δεν αργεί. Είναι θαυμαστός στη σοφία, πανθαύμαστος στο έλεός Του. Γι’ αυτό ο προορατικός Ψαλμωδός ενθουσιασμένα λέει στον Κύριο: «Τα κρίματά σου ωσεί άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. 35,7). Ποιός θα ερευνήσει όλο το βάθος της πρόνοιας του Θεού;

Οι ανόητοι θυμώνουν επειδή ο Θεός δεν διοικεί τον κόσμο κατά τη δική τους λογική, και οι λογικοί κοπιάζουν ασταμάτητα να μπουν στη λογική του Θεού.Είναι δύσκολο καμιά φορά και στο λογικότατο να κατανοήσει το γιατί σ’ έναν άνθρωπο συμβαίνει έτσι, ενώ στον άλλον αλλιώς• γιατί ο νέος που επιθυμεί τη ζωή πεθαίνει, ενώ ο γέρος που επιθυμεί τον θάνατο ζει – γιατί ο ευσεβής βασανίζεται, ενώ ο άθεος καλοπερνά. Και οι αγιότατες ψυχές καμιά φορά βρίσκονται σε αμηχανία μπροστά στο αίνιγμα των γεγονότων. Στην Ιερά παράδοση υπάρχει γραμμένη η εξής περίπτωση: πέθανε κάποιος αμαρτωλός πλούσιος, του οποίου οι αμαρτίες ήταν γνωστές σε όλους, και ο ενταφιασμός του ήταν πανηγυρικός, με τον επίσκοπο και πολλούς Ιερείς. Λίγο μετά απ’ αυτό επιτέθηκε ύαινα σ’ έναν ασκητή στην έρημο και τον κατασπάραξε.

Κάποιος μοναχός, ο όποιος είχε δει εκείνη την πανηγυρική νεκρώσιμη πομπή του αμαρτωλού και τα ματωμένα υπολείμματα του δίκαιου, στη σύγχυση του άρχισε να κλαίει και φώναξε: «Κύριε, πώς έγινε αυτό και γιατί; Πώς εκείνος ο αμαρτωλός είχε και απαλή ζωή και απαλό θάνατο, ενώ αυτός ο δίκαιος πικρή ζωή και πικρό θάνατο;».
Σ’ αυτό του εμφανίστηκε άγγελος του Θεού και εξήγησε: «Εκείνος ο κακός πλούσιος είχε στη ζωή του μόνο μία καλή πράξη, ενώ αυτός ο ασκητής είχε στη ζωή του μόνο μία πιο βαριά αμαρτία. Με την εορταστική και τιμητική νεκρώσιμη πομπή ο Ύψιστος ήθελε στον κακό πλούσιο να ξεπληρώσει εκείνο το καλό έργο, ώστε να μην περιμένει τίποτα άλλο σ’ εκείνον τον κόσμο, ενώ με τον φρικτό θάνατο του ασκητή ήθελε να τον απαλλάξει από εκείνη τη μία αμαρτία, ώστε να του δώσει πλήρες βραβείο στους ουρανούς».

Γι’ αυτό εσύ να σκέπτεσαι περί των κρίσεων του Θεού και τοποθέτησε όλη την ελπίδα στον Δημιουργό σου. «Μη φθονείς την ευτυχία εκείνων που σκέφτονται το πονηρό και μη ζηλεύεις εκείνους που κάνουν το κακό» (Ψαλμ. 36,1). Έτσι γράφει ο δίκαιος βασιλιάς Δαβίδ, τον οποίον για πολύ καιρό βασάνιζε εκείνο που βασανίζει και σένα, ώσπου ο Κύριος του αποκάλυψε το λόγο για να καταλάβει. Ο ίδιος λέει και αυτή την παρήγορη εμπειρία του: «Ήμουν νέος και τώρα γέρασα και δεν είδα δίκαιο να εγκαταλείπεται από το Θεό, ούτε τα παιδιά του να ζητιανεύουν ψωμί» (Ψαλμ. 36,25). Διάβαζε συχνά το Ψαλτήρι, και θα καταλάβεις και θα παρηγορηθείς.
Ειρήνη και η ευλογία από τον Κύριο

Ερωτεύτηκε τον "δωρητή σπέρματος" που η ίδια επέλεξε!

Ερωτεύτηκε τον δωρητή σπέρματος που η ίδια επέλεξε!Η ιστορία θυμίζει κινηματογραφικό σενάριο αισθηματικής ταινίας που δεν ξέρει κανείς αν πρέπει να γελάσει ή να συγκινηθεί!
Μια γυναίκα από το Λονδίνο έπειτα από 3 αποτυχημένους αρραβώνες αποφάσισε πως δεν μπορεί να αφήνει τον χρόνο να περνάει και έτσι έβαλε μπροστά το σχέδιό της. να κάνει ένα παιδί και να το μεγαλώσει μόνη της.
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο εντόπισε έναν άνδρα ο οποίος ήταν δωρητής σπέρματος. Το παρουσιαστικό του άνδρα της τράβηξε το ενδιαφέρον και έτσι η Frances Benning, 29 ετών έκλεισε ραντεβού μαζί του. Οι δύο τους βγήκαν βόλτα και όπως ήταν συμφωνημένο κατέληξαν στο κρεβάτι. Η 29χρονη όμως δεν κατάφερε να ακολουθήσει το αρχικό της σχέδιο καθώς ερωτεύτηκε τον δωρητή σπέρματος! Ακόμα πιο απίστευτο είναι το γεγονός ότι τελικά οι δύο τους αποφάσισαν να κάνουν σχέση. Ιδανικό; Ρομαντικό; Αρκετά θα έλεγε κανείς, όμως όλα τα παραμύθια τελειώνουν και μάλιστα το συγκεκριμένο τελείωσε και άδοξα αφού ο Toby στον 4ο μήνα εγκυμοσύνης της Frances αποφάσισε ότι δεν ήταν έτοιμος να γίνει πατέρας. Έτσι εξαφανίστηκε από την ζωή της εγκυμονούσας χωρίς να μπει στον κόπο να της δώσει εξηγήσεις…


Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Θείος και ανθρώπινος έρωτας

Ο έρωτας, ως «σημείον αντιλεγόμενον» του Χριστιανισμού

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται, εκτός των άλλων, από την ελεύθερη διακίνηση και ανταλλαγή αγαθών και προϊόντων στην πολυπολιτισμική και διαπολιτισμική κοινωνία που ζούμε. Η ανταλλαγή τέτοιων στοιχείων δεν είναι, βέβαια, χαρακτηριστικό μόνο των ημερών μας.

Ο ελληνικός πολιτισμός ειδικότερα (προχριστιανικός και χριστιανικός) δεν υπήρξε ποτέ ένα κλειστό σύστημα. Πάντα είχε την ικανότητα να διακρίνει και να επιλέγει θετικά στοιχεία από άλλους πολιτισμούς και να τα εντάσσει οργανικά στο σώμα του, χωρίς να υφίσταται ουσιαστικές αλλοιώσεις. Είχε, επίσης, τη φυσική ικανότητα να διακρίνει κάθε κατώτερο η αρνητικό στοιχείο και να το απορρίπτει. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει στις μέρες μας, όπου πολιτισμικά προϊόντα διακινούνται και προσλαμβάνονται άκριτα, με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται η ουσία τόσο του ελληνικού πολιτισμού, όσο και της Ορθόδοξης πίστης μας. Ένα πρόχειρο αλλά ενδεικτικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι ο αγιο-Βασίλης της δυτικής σύγχυσης, ο γνωστός Santa-Claus με την κόκκινη κάπα και τα ολόλευκα γένια, που επινοήθηκε, όπως είναι γνωστό, από μια διαφήμιση της Coca Cola, πρωτοεμφανίσθηκε δε ως άγιος Νικόλαος και «μετωνομάστηκε» στην πορεία σε αγιο-Βασίλη. Είναι τόσο ισχυρή η παρουσία του τις μέρες των εορτών, που έχουμε σχεδόν ξεχάσει τον πραγματικό Άγιο της Εκκλησίας, τον ασκητικό Ιεράρχη με τα μαύρα γένια.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την «εορτή» του «αγίου» Βαλεντίνου, που έχει εισαχθεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Ο δυτικής προελεύσεως «άγιος» προβάλλεται από ένα κύκλωμα εμπόρων – κερδοσκόπων και από τα μέσα διαμορφώσεως τη κοινής γνώμης ως προστάτης του έρωτα και των ερωτευμένων, με αποτέλεσμα να κερδίζει συνεχώς έδαφος μεταξύ μικρών και μεγάλων, θρησκευομένων και αθέων! Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται απλώς για επορευματοποίηση ανθρώπινων αισθημάτων, αλλά και για μια βαθύτατη σύγχυση, που προκαλείται μεταξύ των Ορθοδόξων, σχετικά με το ποιος είναι Άγιος και ποιος δεν είναι, ποιος πρέπει να τιμάται και ποιος όχι, τι είναι αποδεκτό από τον Θεό και τι δεν είναι.

Η «εορτή» του «αγίου» Βαλεντίνου (14 Φεβρουαρίου) φέρνει κάθε φορά στο προσκήνιο το θέμα του έρωτος και την έναντι αυτού στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αποδέχεται η Εκκλησία τον «φυσικό» έρωτα των ανθρώπων η τον απορρίπτει; Μήπως αποδέχεται τον αγνό και γνήσιο έρωτα και απορρίπτει μόνο τις χυδαίες εκδηλώσεις του; Συμβιβάζεται ο έρωτας προς ανθρώπους (προς το άλλο φύλο) με τον έρωτα προς τον Θεό; Ποια είναι η σχέση του ανθρώπινου έρωτα με τη χριστιανική αγάπη; Στα ερωτήματα αυτά θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο τεύχος αυτό του εντύπου μας. Το θέμα, βέβαια, είναι πολύ μεγάλο και είναι αδύνατο να εξαντλήσουμε όλες τις πλευρές του. Θα περιορισθούμε, λοιπόν, αναγκαστικά στη σχέση του θείου με τον ανθρώπινο έρωτα, και σε άλλο τεύχος θα μας δοθεί, όπως πιστεύουμε, η ευκαιρία να ασχοληθούμε πιο αναλυτικά με άλλες πλευρές, όπως το Μυστήριο του Γάμου, οι προγαμιαίες και εξωγαμιαίες σχέσεις κ.λπ.

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι αναγκαία και για έναν άλλο λόγο. Στα πλαίσια της σφοδρής επίθεσης εναντίον της Εκκλησίας μας από διάφορες αρχαιολατρικές ομάδες, που επιδιώκουν την επιστροφή στην αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία, προβάλλονται οι ισχυρισμοί ότι ο Χριστιανισμός κατέστρεψε τον κόσμο της ζωής και του έρωτα, που δήθεν υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα, επέβαλε τη στέρηση και το σκοτάδι, μετέβαλε κάθε αξία σε απαξία, κάθε αλήθεια σε ψέμα, κάθε εντιμότητα σε αχρειότητα, αποτελεί τη μεγαλύτερη κατάρα και διαστροφή, επέβαλε τη σεξουαλική καταπίεση, που είναι το φαρμακερό δηλητήριο του Χριστιανισμού, αποτελεί θρησκεία ανέραστων και σκοταδιστών κ.λπ. Τέτοιες εκφράσεις «πολιτισμένων» και «φωτισμένων» συνανθρώπων μας και πολύ χειρότερες συναντάμε συχνά στο διαδίκτυο και σε αρχαιολατρικά έντυπα και περιοδικά. Ας δούμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά.

Η «εορτή» του «αγίου» Βαλεντίνου

Η ιστορική αλήθεια σχετικά με το πρόσωπο του «αγίου» Βαλεντίνου δεν είναι καθόλου ξεκάθαρη. Τα ελάχιστα ιστορικά στοιχεία συμπλέκονται με θρύλους και παραδόσεις προχριστιανικής προέλευσης. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία Άγιος με το όνομα Βαλεντίνος («Ουαλεντίνος) τιμάται στις 24 Οκτωβρίου. Πρόκειται για Μάρτυρα της Εκκλησίας, που μαρτύρησε μαζί με άλλους δύο, τους Μάρκο και Σωτήριχο. Το μόνο στοιχείο που γνωρίζουμε γι’ αυτούς είναι ότι μαρτύρησαν «κατά γης συρόμενοι». Πέραν αυτού δεν γνωρίζουμε τίποτε απολύτως. Η σχέση τους με τον «άγιο των ερωτευμένων» φαίνεται εντελώς απίθανη. Άλλος Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας φέρεται με το όνομα Βαλεντίων και τιμάται στις 24 Απριλίου. Αυτός, όμως, μαρτύρησε σε μια πόλη της Βουλγαρίας και τα λίγα στοιχεία που γνωρίζουμε για τη ζωή του δεν συμφωνούν με τις παράδοσεις που κυκλοφορούν για τον «άγιο των ερωτευμένων».

Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη από τις παραδόσεις αυτές, ο Βαλεντίνος είναι άγιος της «Καθολικής Εκκλησίας» και υπήρξε Ιερεύς στη Ρώμη την εποχή του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Β’ τον 3ο μ.Χ. αι. Λόγω των αιματηρών εκστρατειών της εποχής και της άρνησης των πολιτών να μετέχουν σ’ αυτές με πρόφαση τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις, ο αυτοκράτορας απαγόρευσε αυστηρά για ένα διάστημα τους γάμους. Τότε ο Βαλεντίνος μαζί με έναν άλλον Ιερέα, ονομαζόμενο Μάριο, τελούσαν κρυφά γάμους ζευγαριών, με αποτέλεσμα να γίνουν αντιληπτοί από τις αρχές και να θανατωθούν με φρικτά μαρτύρια. Σύμφωνα με την παράδοση αυτή, ο «άγιος» Μάριος σχεδόν ξεχάστηκε, ενώ ο «άγιος» Βαλεντίνος παρέμεινε στη μνήμη των ανθρώπων, ως προστάτης των ερωτευμένων.

Πιο πιθανή φαίνεται μια άλλη εκδοχή, που συνδέει την εορτή των ερωτευμένων με αρχαίες ειδωλολατρικές συνήθειες. Αιώνες προ Χριστού οι Ρωμαίοι γιόρταζαν την ίδια εποχή (14-15 Φεβρουαρίου) μια αισθησιακή εορτή προς τιμήν κάποιου Λούπερκους, κυνηγού λύκων, που ονομαζόταν «Λουπερκάλια» (Lupercallia). Μέρος της εορτής ήταν και το έθιμο της ανταλλαγής δώρων μεταξύ «αγαπημένων», όπως γίνεται και σήμερα στην περίπτωση του «αγίου» Βαλεντίνου. Σύμφωνα με άλλο έθιμο, έβαζαν τα ονόματα νέων κοριτσιών σ’ ένα κουτί, από το οποίο οι άντρες επέλεγαν λαχνούς και κατέληγαν συνήθως στην πορνεία και τα όργια με την «τυχερή» της κλήρωσης. Η εορτή, φαίνεται, συνεχίστηκε και στη χριστιανική εποχή, όπου έγιναν προσπάθειες κατάργησής της. Όμως, αυτό που τελικά κατορθώθηκε, ήταν ν’ αλλάξει χαρακτήρα και από Λουπερκάλια να μεταβληθεί σε εορτή του «αγίου» Βαλεντίνου!

Πρόκειται, λοιπόν, για ειδωλολατρικής προέλευσης εορτή, που δεν έχει σχέση με τη Χριστιανική πίστη και Παράδοση. Είναι μια προσπάθεια διείσδυσης ξένων (ειδωλολατρικών – αισθησιακών) στοιχείων εντός του Χριστιανισμού. Να γιατί την συμπαθούν ιδιαίτερα οι σύγχρονοι αρχαιολατρες! Ας δούμε, όμως, και τις δικές τους απόψεις για το θέμα.

Ο έρωτας στην αρχαία Ελλάδα

Ο ισχυρισμός ότι ο Χριστιανισμός διέστρεψε την περί έρωτος αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων δεν ευσταθεί, για τον απλούστατο λόγο, ότι στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε μία συγκεκριμένη, αλλά πολλές αντιλήψεις περί έρωτος. Ο Χριστιανισμός, αντίθετα, έχει μία συγκεκριμένη και διαχρονική αντίληψη στο θέμα. Όπως είναι γνωστό, στην αρχαία Ελλάδα συνατάμε αντιλήψεις και πρακτικές από τις πιο ακραίες για τα χριστιανικά δεδομένα, όπως η πορνεία, η ομοφυλοφιλία, η παιδεραστία, ο βιασμός κ.λπ., μέχρι αντιλήψεις παραπλήσιες με τη χριστιανική η και πιο «ασκητικές» από τη χριστιανική.

Για παράδειγμα, από τη μια πλευρά οι πρόγονοί μας είχαν ιεροποιήσει η θεοποιήσει τα σαρκικά πάθη, με την έννοια ότι αυτά τα συναντά κανείς ακόμη και στον «τέλειο» κόσμο των θεών. Έτσι ο Δίας, ο μέγας θεός των αρχαίων, μοιχεύει επανειλημμένα με θεές (Δήμητρα, Θέμιδα, Μνημοσύνη, Λητώ, Αίγινα, Καλλιστώ κ.α.) και θνητές (Νιόβη, Λύδα, Δανάη, Λάρισα, Νέμεση, Ευρώπη, Λαοδάμεια, Ιώ κ.α). Όταν συναντά εμπόδια, μεταμορφώνεται (συνήθως σε ζώο), για να πετύχει τον σκοπό του. Σε κάποια περίπτωση, για να παραπλανήσει την Ήρα, μεταμόρφωσε την ερωμένη του σε αρκούδα. Οι θεοί διδάσκουν επίσης την παιδεραστία και την ομοφυλοφιλία: Ο Απόλλων επιθυμεί τον Υάκινθο και κακοποιεί τον αντίζηλό του ποιητή Θάμυρι. Ο Δίας θέλγεται από τον ωραίο Γανυμήδη και τον απαγάγει με δόλο. Το ίδιο συμβαίνει και με την αιμομιξία: Ο Ποσειδώνας καταδιώκει ερωτικά την αδελφή του Δήμητρα, που μεταμορφώνεται σε φοράδα για να τον αποφύγει. Ο Δίας επίσης συνέρχεται με την αδελφή του και γενιέται η Περσεφόνη. Η Αφροδίτη εμπνέει σε μια θνητή, τη Σμύρνα, αιμομικτικό έρωτα προς τον πατέρα της! Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά και διακαιολογούν απόλυτα τη γνώμη του ιερού Χρυσοστόμου ότι «οι Έλληνες δια τούτο εισι βδελυκτοί, ότι τα πάθη εθεοποίουν, την μεν επιθυμίαν Αφροδίτην, τον δε θυμόν Άρην, την δε μέθην Διόνυσον προσειπόντες» (Ζ’ ομ. Προς Ρωμαίους).

Από την άλλη πλευρά, εκπρόσωποι του αρχαίου ελληνισμού εκφράζουν αντιλήψεις σχεδόν ταυτόσημες με τις χριστιανικές. Ο Πυθαγόρας συμβούλευε τις μαθήτριές του «να προσέχουν και τούτο: να έχουν σχέσεις μόνο με τους συζύγους τους». Ο ίδιος πίστευε ότι «το μικρό αγόρι πρέπει ν’ ανατρέφεται μ’ αυτόν τον τρόπο, ώστε να μην αναζητά στα πρώτα του 20 έτη την συνουσία … (Οι Πυθαγόρειοι) θεωρούσαν ότι πρέπει να περισταλούν όλες οι παρά φύση γεννητικές λειτουργίες, καθώς και αυτές που γίνονται με ακόλαστο τρόπο, και να παραμείνουν όσες γίνονται με σωφροσύνη και νομιμότητα, όσες δηλαδή στοχεύουν στην τεκνοποιία». Ο Δημόκριτος αποδοκίμαζε τις σαρκικές απολαύσεις, διότι, έλεγε, καταβάλλουν τη συνείδηση δια της ηδονής. Ακόμη και ο Επίκουρος, ο εκπρόσωπος του ηδονισμού, έλεγε ότι «ο σοφός δε θα συνευρεθεί με γυναίκα, με την οποία οι νόμοι απαγορεύουν κάτι τέτοιο … Οι Επικούριοι πιστεύουν ότι ο σοφός δε θα ερωτευτεί. Ακόμη, ότι ο έρωτας δεν είναι θεόπεμπτος … Η συνουσία ποτέ δεν ωφέλησε. Καλό θα ήταν και να μην έβλαπτε».

Έννοια και ουσία της χριστιανικής αγάπης

Η Ορθόδοξη Παράδοση, όταν ερευνά τον άνθρωπο για να κατανοήσει το βάθος και την ουσία του, δεν ξεκινά από περιγραφές της ανθρώπινης συμπεριφοράς στην παρούσα κατάσταση του ανθρώπου. Η παρούσα κατάσταση είναι η μεταπτωτική (η μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων), η οποία αποτελεί αρρωστημένη κατάσταση, αφού με την πτώση «κατηρρώστησεν του ανθρώπου η φύσις», όπως λέει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Κατά συνέπειαν, κάθε ανθρωπολογική ανάλυση, που βασίζεται στον μέσο όρο της συμπεριφοράς του σύγχρονου (μεταπτωτικού) ανθρώπου, δεν είναι τίποτε άλλο από περιγραφή της ασθένειας ως υγείας, του παρά φύσιν ως φυσιολογικού. Κατά την Ορθόδοξη Παράδοση, ο αυθεντικός άνθρωπος, ο φυσικός άνθρωπος είναι ο προπτωτικός, δηλ. η κατάσταση του ανθρώπου πριν παρεμβληθεί η ασθένεια της πτώσεως.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της Ορθόδοξης αντίληψης περί έρωτος. Όπως γνωρίζουμε από τα ιερά κείμενα ης Παλαιάς Διαθήκης, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν» (Γεν. 1,26). Αυτό σημαίνει ότι είχε κάποια δεδομένη (σχετική, βέβαια) ομοιότητα με τον Θεό («κατ’ εικόνα»), αλλά και τη δυνατότητα να ομοιάσει ακόμη περισσότερο («καθ’ ομοίωσιν»). Αυτή τη φυσική δυνατότητα του ανθρώπου να θέλει να ομοιάσει με τον Θεό, να επιθυμεί τον Θεό, οι Πατέρες της Εκκλησίας την ονομάζουν «θείο έρωτα». Διαπνεόμενος από τον θείο έρωτα ο προπτωτικός άνθρωπος αγαπά πρώτα «εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας του» τον Θεό (πρβλ. Λουκ. 10,27) και κατά δεύτερο λόγο αγαπά ολόκληρη την δημιουργία, δηλ. τον φυσικό κόσμο, τους συνανθρώπους του και, φυσικά, τα πρόσωπα του άλλου φύλου, με μια ιδιαίτερη, αλλά απαλλαγμένη από κάθε ιδιοτέλεια αγάπη.

Όμως, η πτώση διέστρεψε όλες σχεδόν τις φυσιολογικές λειτουργίες του ανθρώπου. Έτσι και ο θείος έρωτας μετεστράφη σε έρωτα και αγάπη του ανθρώπου προς τον εαυτό του. Ο μεταπτωτικός άνθρωπος δεν αγαπά πλέον τον Θεό, αλλά τον εαυτό του (διέπεται από το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως), μέσω δε του εαυτού του αγαπά πράγματα που τον περιβάλλουν και, δια της ιδιοτελούς αγάπης, συνδέεται με τα πράγματα του κόσμου μέσω ιδιοτελών (εμπαθών) σχέσεων. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος της πτώσεως και της αμαρτίας, ο μέσος άνθρωπος που γνωρίζουμε, συνεχίζει να αγαπά, αλλά η αγάπη του αυτή δεν είναι η γνήσια χριστιανική αγάπη, η οποία κατά τον απόστολο Παύλο (Α’ Κορ. 13,5) «ου ζητεί τα εαυτής» (δεν ζητά ανταπόδοση), αλλά η ιδιοτελής μεταπτωτική αγάπη, που «ζητεί τα εαυτής» (ζητά ανταπόδοση και ικανοποίηση). Στην αυθεντική αγάπη παρεισφρύει το στοιχείο του πάθους. «Πάθος εστί κίνησις ψυχής παρά φύσιν, η επί φιλίαν άλογον, η επί μίσος άκριτον, η τινος, η δια τι των αισθητών» (το πάθος είναι κίνηση της ψυχής παρά φύσιν, είτε προς μια παράλογη αγάπη, είτε προς ένα άκριτο μίσος για κάποιο από τα αισθητά), κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Το πάθος είναι ασθένεια της ψυχής. Το πάθος είναι εμπόδιο μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Το πάθος τυφλώνει τον πνευματικό οφθαλμό, ώστε ο άνθρωπος ούτε βλέπει, ούτε αισθάνεται τον Θεό. Όσο ο άνθρωπος δένεται με ισχυρές εμπαθείς σχέσεις με πρόσωπα και πράγματα του κόσμου τούτου, τόσο αποξενώνεται από τον Θεό, και αντίθετα, όσο χαλαρώνουν οι εμπαθείς του σχέσεις με πρόσωπα και πράγματα του κόσμου, τόσο ισχυροποιείται η σχέση του με τον Θεό. Να γιατί οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν ότι, για να αγαπήσει ο άνθρωπος πραγματικά τον Θεό, πρέπει να «μισήσει» τον κόσμο.

Ό,τι συμβαίνει στις άλλες μορφές αγάπης, συμβαίνει και στον ανθρώπινο έρωτα, την αγάπη μεταξύ προσώπων του άλλου φύλου. Ο «αγνός» και «ιδανικός» έρωτας, ο οποίος ενδεχομένως δεν συνδέεται με σαρκικές σχέσεις και ο οποίος έχει τόσο υμνηθεί από ποιητές και καλλιτέχνες, δεν είναι τόσο ιδανικός, όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Αντίθετα, έχει έντονα τα στοιχεία της ιδιοτέλειας και του πάθους (πάθους, με την ορθόδοξη, πατερική έννοια). Κέντρο της σχέσης δεν είναι το άλλο πρόσωπο, για το οποίο κάποιες φορές «θυσιάζεται» κάποιος, αλλά το εγώ, το οποίο θέλει να ικανοποιηθεί μέσω του αγαπώμενου προσώπου. Πρόκειται για αγάπη, που οπωσδήποτε «ζητεί τα εαυτής» (την ανταπόδοση και ικανοποίηση). Για να αντιληφθούμε τον κατά βάθος εμπαθή χαρακτήρα αυτής της σχέσης, ας αναλογισθούμε πως αισθάνεται κάποιος αν το αγαπώμενο απ’ αυτόν πρόσωπο αγαπάται εξ ίσου και με την ίδια ένταση και από κάποιον άλλο, τον φίλο η τον «πλησίον» του, η αν το αγαπώμενο πρόσωπο μοιράζει εξ ίσου την αγάπη του στον αγαπώντα και σε άλλα πρόσωπα.

Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η Ορθόδοξη Παράδοση απορρίπτει τον ανθρώπινο έρωτα; Είναι φανερό ότι σε κάποιες περιπτώσεις σαφώς τον απορρίπτει. Πρόκειται για τις περιπτώσεις που διεκδικεί απόλυτη αποκλειστικότητα και αποβαίνει εμπόδιο προς τον θείο έρωτα, δηλ. την αγάπη προς τον Θεό. Όντως, στις περισσότερες περιπτώσεις ο ανθρώπινος έρωτας λειτουργεί ως απολυτοποίηση (δηλ. θεοποίηση) του άλλου προσώπου και αποκλείει κάθε δυνατότητα ανάπτυξης άλλου (θείου) έρωτα. Απ’ αυτό φαίνεται πόσο σφάλουν, όσοι υποστηρίζουν, ότι ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να αποτελέσει βαθμίδα για να φθάσει ο άνθρωπος στον θείο έρωτα. Αποδεκτός γίνεται ο ανθρώπινος έρωτας, όταν αποκαθαίρεται, κατά το εφικτό, από τα εμπαθή και ιδιοτελή του στοιχεία. Τότε, χωρίς να αποβάλλει τον συναισθηματικό του χαρακτήρα μπορεί να αποτελέσει παράγοντα βαθύτατης γνωριμίας των ανθρώπων, ανακάλυψης των κοινών τους στοιχείων και, κατά συνέπειαν, οικοδόμησης μιας σωστής σχέσης. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο εντός της Εκκλησίας και απ’ όσους γνωρίζουν την μέθοδο της θεραπείας των παθών και της αποκατάστασης της πνευματικής υγείας του ανθρώπου.

Με άλλα λόγια, η αγάπη η ο έρωτας δεν είναι κάτι απλό και ενιαίο, όπως πιστεύουν, όσοι κρίνουν επιφανειακά τα πράγματα η απορρίπτουν τις σχετικές θέσεις της Εκκλησίας. Είναι μια κατάσταση με πολλές διαβαθμίσεις. Στις κατώτερες βαθμίδες βρίσκεται η «αγάπη» που βασίζεται στο στυγνό συμφέρον: Η «αγάπη» μεταξύ των μελών μιας ομάδας ληστών συγκροτεί την ομάδα ενωμένη, γιατί έτσι υπαγορεύει το κοινό συμφέρον, η ληστεία. Καθήκον του Χριστιανού είναι να ανέρχεται από τις κατώτερες στις ανώτερες βαθμίδες της αγάπης. Η ουσία της χριστιανικής ζωής είναι η μεταβολή της ιδιοτελούς αγάπης, που ζητά ανταπόδοση, σε ανιδιοτελή αγάπη, η οποία «ου ζητεί τα εαυτής» και η οποία αγκαλιάζει τους πάντες και τα πάντα, ακόμη και τους εχθρούς, όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο ίδιος ο Κύριος. Μια τέτοια αγάπη επιτυγχάνεται μόνο «εν Χριστώ» και δια του Χριστού (αφού «ο Θεός αγάπη εστιν», Α’ Ιω. 4,8) και προϋποθέτει την κάθαρση από τα πάθη. Να γιατί οι άγιοι Πατέρες, όταν ομιλούν περί αγάπης, αναφέρονται εκτενώς στο ζήτημα των παθών.

Κορυφαία εκδήλωση της αγάπης είναι ο θείος έρωτας। Όποιος αποκτήσει αυτήν την αγάπη, μέσω του Θεού αγαπά όλον τον κόσμο και καθίσταται αυτό που ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος αποκαλεί «ελεήμων καρδία». Γράφει χαρακτηριστικά: «Καρδία ελεήμων εστι καύσις υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων και υπέρ παντός κτίσματος. Και εκ της μνήμης αυτών και της θεωρίας ρέουσιν οι οφθαλμοί αυτού δάκρυα. Και εκ της πολλής και σφοδράς ελεημοσύνης και συνεχούσης την καρδίαν και εκ της πολλής καρτερίας σμικρύνεται η καρδία αυτού και ου δύναται βαστάσαι η ακούσαι η ιδείν βλάβην τινά η λύπην μικράν εν τη κτίσει γινομένην. Δια τούτο υπέρ των αλόγων και υπέρ των εχθρών της αληθείας και υπέρ των βλαπτόντων αυτόν εν πάση ώρα ευχήν μετά δακρύων προσφέρει του φυλαχθήναι αυτούς και ιλασθήναι αυτούς» (Καρδία ελεήμων είναι η καρδιά που καίγεται για ολόκληρη την κτίση, για τους ανθρώπους, για τα όρνια, για τα ζώα, για τους δαίμονες και για όλα τα κτίσματα. Στην ανάμνηση και στη θέα τους τρέχουν από τα μάτια δάκρυα κι από την πολλή και σφοδρή αγάπη, που συνέχει την καρδιά, δεν μπορεί να ανεχθεί η να ακούσει η να δεί κάποια βλάβη η μικρή φθορά μέσα στην κτίση. Γι’ αυτό και για τα άλογα ζώα και για τα ερπετά και για τους εχθρούς της αληθείας και γι’ αυτούς που τον βλάπτουν, κάθε στιγμή προσφέρει προσευχή με δάκρυα, για να τους διαφυλάξει και να τους ελεήσει ο Θεός) (Ασκητικά, Λόγος πα’).


πηγή

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Προγαμιαίες σχέσεις Μεταγαμιαίων ανθρώπων


ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΛΑΣΜΑ

Του Πρωτοπρ. π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου

Ο άνθρωπος από τη φύση του είναι πλάσμα ερωτικό. Έχει την τάση να κινείται προς ένωση. Το επίπεδο στο οποίο πραγματοποιείται η ένωση αυτή είναι τριπλό. Κινείται προς ένωση με το Θεό, με το συνάνθρωπο, και ενώνει με τα ψυχικά και διανοητικά του χαρίσματα όλες τις δυναμικές που χαρακτηρίζουν την προσωπικότητά του. Πιο πρακτικά δοσμένο αυτό το σχήμα θέλει τον άνθρωπο:

α) Να έχει αναζητήσεις για τη ζωή και το θάνατο και για τα πέρα από την οριζόντια πραγματικότητα

β) Να θέλει να έχει κοινωνία με τους άλλους ανθρώπους

γ) Να προσπαθεί να ξεπεράσει τους εσωτερικούς διχασμούς που τον ταράσσουν και τον κομματιάζουν.

Η προσπάθεια για το κάθε ένα από τα προηγούμενα είναι ερωτική. Η ερωτική πορεία κρύβει πάντα μέσα της μια έξοδο. Έξοδο προς το Θεό, τους ανθρώπους και από την εγωιστική αυταρέσκειά μας.

Η ΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Χωρίς την ανακάλυψη και βίωση του προαναφερομένου τριπλού ερωτικού επιπέδου, ο άνθρωπος ζει μια πρακτική βαθιά αναπηρία. Αν αναπτύσσει μέρος μόνο από τις ερωτικές του δυνατότητες, ζει ελλιπείς και αρρωστημένες τις πτυχές της προσωπικότητάς του. Αν π.χ. κοινωνικοποιείται χωρίς ταυτόχρονη αναζήτηση ερωτικής μορφής προς το Θεό, καταλήγει σε καρκινογόνο κοινωνικότητα. Αν πάλι προσπαθεί να ισορροπήσει τις εσωτερικές του αντίρροπες δυνάμεις χωρίς έξοδο προς το Θεό και τους ανθρώπους, καταλήγει σε ένα διαλογιζόμενο ον που ψάχνοντας να βρει τον εαυτό του χάνει τον ορίζοντα του περιβάλλοντός του.

Ο έρωτας, επειδή είναι πράξη ζωής τριττώς εκφραζομένη, μόνο με ενιαία τριπλή αντιμετώπιση μπορεί να βιωθεί. Όταν λέμε «ενιαία τριπλή αντιμετώπιση» εννοούμε ένα γεγονός που μπορεί να αναπτύξει ταυτόχρονα και να γιατρέψει τρία παράλληλα και ομοειδή στοιχεία που, ενώ είναι διακρινόμενα στις εκδηλώσεις τους, έχουν κοινό παράγοντα που τα τρέφει και τα καλλιεργεί.

Αυτός ο κοινός παράγοντας που ενεργοποιεί ισορροπημένα όλα τα στοιχεία του έρωτα είναι ο «γάμος». Τη λέξη «γάμος» σήμερα την κατανοούμε αποσπασματικά, ως σχέση του ανδρός με τη γυναίκα. Η γλώσσα όμως της Γραφής είναι πολύ ευρύτερη. Ο γάμος ορίζεται ως σχέση Χριστού και Εκκλησίας. Είναι ένα μυστήριο πρακτικό και ταυτόχρονα ακατανόητο. Είναι η παρουσία της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος που «όλως συγκροτεί» τον άνθρωπο σε ερωτική ισορροπία. Η αποδοχή αυτού του δεδομένου της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος κάνει τον άνθρωπο προσωπικότητα που ζει μέσα από το γάμο. Που αποδέχεται την αγάπη του Θεού, όπως εκείνη εκφράζεται μέσα από το μυστήριο της Εκκλησίας και της εκχύσεως του Αγίου Πνεύματος. Ο έρωτας είναι γεγονός γαμικό και μόνο ως τέτοιο προσεγγίζεται. Είναι, δηλαδή, γεγονός ισχυρής ενώσεως που μόνο ακατάλυτα δεσμά μπορούν να το συγκρατήσουν. Χωρίς αυτές τις δυνάμεις του γάμου ο έρωτας δεν μπορεί να θεραπεύσει τις αναζητήσεις του ανθρώπου για υπέρβαση, κοινωνία και εσωτερική ισορροπία.

Ο άνθρωπος, λοιπόν, είναι, μαζί με την ιδιότητα του ερωτικού, και πλάσμα γαμικό. Η σχέση του με το Άγιο Πνεύμα τον χαρακτηρίζει. Κανείς μέσα στο χώρο της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι ανέραστος ή αγαμικός. Ο μοναχός και ο παντρεμένος μέσα από το γεγονός αυτό του συνεκτικού δεσμού του γάμου μπορούν να είναι όντως μοναχοί και όντως έγγαμοι. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ομιλεί για προγαμιαίες σχέσεις. Δεν μπορεί να υπάρξει τέτοιο γεγονός. Είναι ανυπόστατο. Το προγαμιαίο καταργεί τη δυνατότητα του ανθρώπου να ζει ως άνθρωπος.

Ο ορισμός «προγαμιαίες σχέσεις» θέλει να προσδιορίσει σήμερα την ύπαρξη γενετησίων σχέσεων έξω από το γάμο. Τέτοιοι όμως διαχωρισμοί είναι αδύνατοι. Οι γενετήσιες σχέσεις υπηρετούν στην πράξη ως βιολογικές λειτουργίες το ερωτικό και γαμικό στοιχείο όπως το προσδιορίσαμε. Στη μελέτη του μικρόκοσμου ένας φυσικός θα έλεγε πως είναι αδύνατο ένα κουάρκ (το μικρότερο σωματίδιο που γνωρίζουμε) να βρεθεί μόνο του. Είναι πάντα δεσμευμένα. Το ίδιο θα λέγαμε συμβαίνει με τις γενετήσιες σχέσεις. Κανείς δεν μπορεί να τις αποδεσμεύσει από το γάμο και τον έρωτα. Κάθε προσπάθεια για αποδέσμευση ενός κουάρκ από τη δομή ενός πρωτονίου θα χρειαζόταν υποθετικά τόση ενέργεια όση χρειάζεται για να καταστρέψουμε το γαλαξία μας, και μπορεί, το σύμπαν. Στην αστροφυσική οι έννοιες γίνονται κατανοητές. Στο χώρο όμως της ανθρώπινης ζωής τα πράγματα δεν φαίνονται και τόσο δύσκολα. Κι όμως, είναι αρκετή μια απογυμνωμένη από έρωτα και γάμο γενετήσια σχέση να διαλύσει τις ισορροπίες λειτουργίας του μυστηρίου που λέγεται άνθρωπος κατ’ εικόνα του Θεού πλασμένος.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Η ελλιπής βίωση του έρωτα και η αδυναμία κατανοήσεως του βαθύτερου και ευρύτερου νοήματος του γάμου οδηγεί σε μια βαθμιαία διάβρωση του ερωτικού χαρακτήρα του ανθρώπου, γίνεται ανέραστος, εξαρθρώνονται οι βασικές ερωτικές του λειτουργίες στην τριπλή τους έκφραση και αναφύονται ποικίλα προβλήματα εσωτερικών ανισορροπιών που, επειδή δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθούν με απλές ψυχολογικές διαδικασίες, περιγράφονται με λανθασμένη διαγνωστική και φυσικά αποπροσανατολισμένη θεραπευτική.

Να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε με λίγα και απλά λόγια κάποιους βασικούς τομείς που νοσούν από την έλλειψη ερωτικής και γαμικής αγωγής και θεραπευτικής.

Η ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Στο χώρο των διανθρωπίνων σχέσεων η ισορροπία ανδρός-γυναικός προβάλλεται ως συναισθηματικό γεγονός. Τολμούν μάλιστα να ομιλούν για αισθήματα και αγάπη. Κανείς φυσικά δεν μπορεί να έχει αντίρρηση για την ανάπτυξη του κόσμου των ανθρωπίνων αισθημάτων και συναισθημάτων προκειμένου να έχουμε ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Το λάθος βρίσκεται στον ανεπαρκή και επιδερμικό προσδιορισμό των συναισθηματικών κινήσεως. Χωρίς το σχήμα «έρωτα –γάμου» που προαναφέραμε, το συναισθηματικό στοιχείο, και αν ακόμη κρύβει κάποια κύτταρα αλήθειας, είναι επισφαλές και χωρίς θεμέλια. Πίσω από το συναισθηματικό στοιχείο μπορεί να κρύβεται ένα ενδιαφέρον για τον άλλον λόγω εξωτερικών σχημάτων. Μπορεί να κρύβεται η ανάγκη να υπάρχει κάποιος για να νοιώθεις πως καταξιώνεσαι ως άνδρας ή γυναίκα. Μπορεί να υποκρύπτεται η ανάγκη για ξεπέρασμα της κοινωνικής μοναξιάς. Ξεχνούν βέβαια πως το ξεπέρασμα της κοινωνικής μοναξιάς δεν γιατρεύεται αν προσπαθείς να το ικανοποιήσεις δια της «χρήσεως» κάποιου προσώπου, αλλά θεραπεύεται αν κατανοήσεις την αποτυχία σου. Αποτυχία που ήλθε από τον εγωισμό και το κλείσιμο στον εαυτό και τη μη απαντοχή του άλλου. Μόνο όταν καταλάβεις την αποτυχία σου είναι δυνατόν να προχωρήσεις προς τον άλλον χωρίς να τον χρησιμοποιήσεις.

Μπορεί, τέλος, πίσω από το συναίσθημα να κρύβεται η ανάγκη για «χρήση» του άλλου προς ικανοποίηση σωματικών αναγκών. Πολλοί ενθουσιώδεις «έρωτες» έπεσαν σαν χάρτινος πύργος όταν κάποτε ένας από τους δύο δεν θέλησε να χρησιμοποιείται σεξουαλικά. Η χρησιμοποίηση του άλλου για σεξουαλική κατανάλωση τινάζει στον αέρα οποιαδήποτε μορφή αγάπης. Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής». Αν το σεξ έλθει ως καρπός της πορείας μέσα από το σχήμα «έρωτας-γάμος» είναι αποτέλεσμα αγιοπνευματικής αναπτύξεως και έχει ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο καταναλωτικής προσεγγίσεως του άλλου προσώπου. Ένας σπόρος πάντα θέλει πορεία για να γίνει καρπός. Μόνο τα ορμονικά προϊόντα αναπτύσσονται γρήγορα. Μόνο που είναι καρκινογόνα.

Η πορεία μέσα από ένα σχήμα που λέγεται σωματική ανάγκη – σεξ - ικανοποίηση καταστρέφει τις πτυχές τις λεπτές του συναισθηματικού πεδίου του ανθρώπου. Λειτουργούν μόνο τα ζωώδη και καταπατούνται τα ανθρώπινα. Διαταράσσεται ολόκληρη η ισορροπία των δομών της ανθρώπινης ψυχής, που είναι φτιαγμένη να λειτουργεί την αγάπη ως έρωτα-γάμο αγιοπνευματικής δωρεάς.

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Εάν οι τροχοί ενός αυτοκινήτου δεν ακολουθούν τις οδηγίες που δίνονται από τον οδηγό, τότε η καταστροφή είναι σίγουρη. Ο συναισθηματικός παράγοντας, εάν δεν εξομαλυνθεί και σμιλευθεί κάτω από την καθοδήγηση των ροπών της ψυχής, τότε αποπροσανατολίζεται σύμφωνα με τις προτάσεις που διαγράψαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Τα λεγόμενα συναισθήματα είναι εκφράσεις της κατ’ εικόνα Θεού πλασμένης ανθρώπινης υποστάσεως. Η ψυχή, ενεργοποιούμενη από τη δυναμική κίνηση «έρωτος-γάμου» καλλιεργεί χαρίσματα και εκφράσεις αιώνιας προοπτικής. Αυτό το «αιώνιο» δομικό υλικό που ζυμώνεται μέσα στον άνθρωπο αποτελεί μια ασφαλιστική δικλείδα αντιμετωπίσεως των διακυμάνσεων του βίου. Αυτό το «αιώνιο» υλικό νικάει και τον ίδιο το θάνατο όταν ο άνθρωπος ζήσει την τραγωδία της διαστάσεως σώματος και ψυχής την ώρα του θανάτου. Αν η καλλιέργεια αυτού του δομικού υλικού δεν γίνεται κάτω από σωστές προϋποθέσεις, διαταράσσεται, και ακολουθεί αποσύνθεση και εξάρθρωση όλων των επί μέρους εκδηλώσεων της προσωπικής ζωής του ανθρώπου. Όταν τα θεμέλια είναι σαθρά όλο το οικοδόμημα είναι επικίνδυνο.

Η ψυχή ψάχνει συνέχεια ως τροφή της τον «έρωτα-γάμο». Η πορεία της μέσα στον κόσμο είναι συνεχώς αναγωγική στη σχέση με τους ανθρώπους. Φεύγει μόνο από την αμαρτία. Έξω απ’ αυτήν δεν κλείνει δρόμους προς τους άλλους, δεν διασπά δεσμούς κοινωνικότητας. Δεν φτιάχνει και σπάζει δεσμούς κατ’ αρέσκειαν. Φτιάχνοντας και σπάζοντας και ανακατασκευάζοντας και ανακαταστρέφοντας δεν είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί το δομικό υλικό. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας στερεώνει το δομικό υλικό και του δίνει δυνατότητα για κοινωνική εργασία, που σημαίνει μια συνεχή ανάπτυξη της ενότητας του κόσμου. Γι’ αυτό οι άγιοι είναι εκείνοι που δίνουν το στίγμα της πορείας της ενότητας του κόσμου.

Σ’ ένα μοντέλο προγαμιαίων σχέσεων όλη αυτή η λειτουργία του δομικού υλικού τινάζεται στον αέρα. Εφ’ όσον ο πλησίον άνδρας ή γυναίκα είναι προς «χρήση», εφ’ όσον δεν δέχεσαι να προσφέρεις το «δομικό σου υλικό» για να μπουν τα πρώτα θεμέλια της κοινωνίας και να συγκροτηθεί ο πρώτος πυρήνας κοινωνίας, η οικογένεια, οι σχέσεις με το άλλο πρόσωπο είναι αντικοινωνικές, δηλαδή τραγικές. Οι αλλεπάλληλες αλλαγές συντρόφων αφήνουν βαθιά ρήγματα στο ψυχικό δομικό υλικό. Όσο πιο προχωρημένη είναι η σχέση κι όσο πιο ψευτο-ολοκληρωμένη είναι έξω από το σχήμα έρωτας-γάμος, τόσο περισσότερο καταστρέφεται βάναυσα, μπορεί και ανεπανόρθωτα, η μόνη ελπίδα του κόσμου να γίνει η ανθρώπινη μάζα όντως κοινωνία. Οι «ολοκληρωμένες» σχέσεις στο προγαμιαίο επίπεδο είναι μια ατομική βόμβα στο σώμα της κοινωνίας. Άνθρωποι με κατεστραμμένο δομικό υλικό δεν θα μπορέσουν να γίνουν μπροστάρηδες για κοινωνική αναμόρφωση και αναδόμηση. Η μετάνοια βέβαια έχει τη δύναμη να σώσει τον άνθρωπο και να τον κάνει ακόμη και άγιο. Τα στίγματα όμως της αμαρτίας οδηγούν το σώμα στη διάλυση «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται». Κι εδώ αναφύεται το θέμα της βιολογικής προσέγγισης του έρωτα.

Η ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Να διατυπώσουμε απλές σκέψεις:

Το σώμα έχει αισθήσεις. Χωρίς τις αισθήσεις δεν θα υπήρχε η επαφή με το περιβάλλον. Τα κύτταρα των αισθήσεων ενεργοποιούν τα μηνύματα του έξω κόσμου και τα κάνουν ορατές, γευστικές, ακουστικές, επιδερμικές εμπειρίες. Τα κύτταρα της αφής, τα γευστικά κύτταρα, τα ακουστικά κύτταρα κ.λπ., αν υποστούν μια βάναυση προσβολή καταστρέφονται και δεν λειτουργούν προσωρινά ή μερικές φορές για πάντα. Ένα έντονο φως μπορεί να αφαιρέσει από το οπτικό κύτταρο τη δυνατότητα της οράσεως. Ο έρωτας είναι και μια αίσθηση. Δεν παύει να είναι μια αίσθηση, και μέσα στα πλαίσια της συζυγίας ανδρός-γυναικός λειτουργεί και ως αίσθηση. Ποιος ασχολήθηκε ποτέ με τα «ερωτικά κύτταρα»; Η έξω από τις προϋποθέσεις «έρωτας-γάμος» προγαμιαία σεξουαλική σχέση σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, αφού θα καταστρέψει το συναισθηματικό και ψυχολογικό πεδίο, θα προχωρήσει και στην καταστροφή των ερωτικών κυττάρων. Η αποσπασματική χρήση του σεξ ως βιολογικής ανάγκης διαλύει σίγουρα τα ερωτικά κύτταρα.

Αν χρησιμοποιήσω τα κουπιά μιας βάρκας για να παίξω τέννις στην παραλία, τα κουπιά θα είναι σπασμένα όταν θα έρθει η ώρα να λειτουργήσουν στο φυσικό τους περιβάλλον στην ισορροπία νερού-βάρκας. Με τον τρόπο αυτόν εύκολα μπορεί να περιγραφεί το υπόδειγμα του ανικανοποίητου σεξουαλικά Δον Ζουάν. Όσες περισσότερες σχέσεις, τόσο περισσότερα κατεστραμμένα «ερωτικά κύτταρα», τόσο μεγαλύτερη αδυναμία για ερωτική σεξουαλική σχέση. Οι «ειδικοί» σεξολόγοι θα πρέπει να λάβουν σοβαρά τον παράγοντα αυτόν αν θέλουν να βοηθήσουν τους «πελάτες» τους. Ένας στομαχολόγος ποτέ δεν θα προτείνει φαγητά με καρυκεύματα στον ασθενή του. Απορώ γιατί ένας σεξολόγος προτείνει περισσότερο σεξ στον ερωτικά ανικανοποίητο «πελάτη» του. Φυσικά τη λύση δεν την περιμένουμε από το Viagra. Με χάπια δεν φτιάχνεται έρωτας. Το μόνο που φτιάχνεται, σίγουρα, μπορεί να είναι η ικανοποίηση πως ο ασθενής τα κατάφερε. Κι έτσι ξαναπαίζει το παιχνίδι της καταστροφής. Τα κατάφερε σημαίνει πως μπόρεσε ν’ αποδείξει πως είναι άνδρας. Άρα μπόρεσε να εκφράσει τη δύναμή του. Δηλαδή, απέδειξε τον κατακτητικό εγωισμό του. Το αποτέλεσμα έρχεται ως φαύλος κύκλος. Ο εγωισμός σπάει τη σχέση των προσώπων. Τα συναισθήματα δεν υπάρχουν εφ’ όσον πρέπει να καταξιωθείς. Το «δομικό υλικό» της ψυχής καταστρέφεται περισσότερο.

Τότε και μόνο τότε μπορεί κανείς να καταλάβει το λόγο της Εκκλησίας και την πρότασή της για αποφυγή προγαμιαίων σχέσεων. Είναι μια πρόταση που όχι μόνο δεν βδελύσσεται τον έρωτα, αλλά αντίθετα θέλει να τον διασώσει και ν’ αναδείξει τον άνθρωπο ως το όντως ερωτικό πλάσμα που δημιούργησε ο Θεός. Ένα πλάσμα που αγαπάει το Θεό, τους ανθρώπους και εναρμονίζει τις εσωτερικές του λειτουργίες με την αγάπη του Θεού. Είναι ένα πλάσμα που ζει ένα και μοναδικό γάμο ως ενότητα με το Χριστό, κι εκεί μέσα εντάσσει το γάμο με το άλλο φύλο, το γάμο με την άσκηση, το γάμο με το μοναχισμό. Ο Χριστιανός ποτέ δεν μπορεί να είναι προγαμιαίος. Βρίσκεται στο κέντρο της ζωής και γι’ αυτό στο κέντρο της ζωής του γάμου με το Χριστό.

Ο ΜΕΤΑΓΑΜΙΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, οι προγαμιαίες σχέσεις είναι αδύνατες ως κατάσταση ζωής, αλλά δυνατές μόνο ως κατάσταση ασθένειας.

Το μόνο σίγουρο είναι πως το προγαμιαίο θα απογοητεύσει σύντομα τον άνθρωπο και στο τέλος θα προσπαθεί να βρει τον εαυτό του σε δρώμενα έξω από το γάμο. Τότε μπορούμε να μιλήσουμε για το μεταγαμιαίο άνθρωπο, που ψάχνει κάπου αλλού την ευτυχία του στα πέρα από το γάμο. Αλλά ο γάμος παραμένει ένα αξεπέραστο γεγονός ως σχέση με το Χριστό, με την Εκκλησία. Όπως δεν υπάρχει ούτε προεκκλησιαστική και μετεκκλησιαστική εποχή, έτσι δεν μπορεί να υπάρχει ούτε προγαμιαίος ούτε μεταγαμιαίος δεσμός.

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Το σώμα του Χριστού και ο Κήπος των τέρψεων». Εκδόσεις Εγρήγορση.

πηγή