.

ΠΕΡΙ ΓΑΜOY MAΡΤΥΡΙΕΣ (και όχι μόνο)

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Πόσο επηρεάζουν τα γονεϊκά πρότυπα την επιλογή συντρόφου;



Πόσο επηρεάζουν τα γονεϊκά πρότυπα την επιλογή συντρόφου;

Πόσο τυχαία είναι τελικά;

Ο Freud υποστήριζε πως η ανάπτυξη όλων των πτυχών της προσωπικότητάς μας εξαρτώνται αποκλειστικά από τις εμπειρίες μας κατά την παιδική ηλικία. Έλεγε πως οι σχέσεις που αναπτύσσουμε με τους γονείς μας – και ιδιαίτερα με τον γονιό του αντίθετου φύλου- είναι τόσο σημαντικές που ολόκληρη η σεξουαλική μας ανάπτυξή μπορεί να διαταραχτεί από προβλήματα σχετιζόμενα με την προσκόλλησή μας σε αυτούς και τα πρότυπα που μας δίνουν. Όσον αφορά την επιλογή του συντρόφου ο Freud πίστευε πως τείνουμε να αναζητούμε συντρόφους που μας θυμίζουν εξωτερικά, αλλά και σε συμπεριφορικό επίπεδο, τους γονείς μας, ώστε να ανακυκλώσουμε την “ερωτικού τύπου” -με την φροϋδική έννοια του όρου φυσικά – σύνδεση που αφήσαμε ανολοκλήρωτη κατά την παιδική μας ηλικία.

Σχεδόν 100 χρόνια μετά και ενώ το σύνολο των ιδεών του Freud έχει αμφισβητηθεί έντονα, μία έρευνα του πανεπιστημίου του Pecs έρχεται να δικαιώσει τις φροϋδικές αντιλήψεις όσον αφορά την επιρροή των γονεϊκών προτύπων στην επιλογή συντρόφου.

Σε μια έρευνα που έγινε στο εν λόγω πανεπιστήμιο και στην οποία συμμετείχαν 52 οικογένειες (312 άτομα, ηλικίας μεταξύ 21 και 32 ετών), οι επιστήμονες βρήκαν σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ των εξωτερικών χαρακτηριστικών των γονιών και των συντρόφων που επιλέγουν τα παιδιά τους. Συγκεκριμένα, οι γυναίκες τείνουν να επιλέγουν συντρόφους που μοιάζουν φυσιογνωμικά με τον πατέρα τους, ενώ οι άνδρες επιλέγουν συντρόφους που μοιάζουν εξωτερικά με τη μητέρα τους. Αυτή η στατιστικώς σημαντική συσχέτιση έχει μεταφραστεί από πολλούς ως υποστήριξη της ψυχοδυναμικής θεωρίας πάνω στο θέμα της επιλογής συντρόφων.

Φαίνεται δηλαδή πως ως παιδιά δημιουργούμε τα πρότυπα του ιδανικού συντρόφου, τα χαρακτηριστικά του οποίου ειναι τα ίδια με των γονιών μας, ίσως ως αποτέλεσμα της ασυνείδητης σκέψης πως εάν ένας σύντροφος μοιάζει με τους γονείς που μας μεγάλωσαν δίνοντάς μας ασφάλεια και αγάπη, αυτό σημαίνει πως είναι πιο πιθανό να γίνει και ο ίδιος καλός γονιός για τα παιδιά μας.

Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν γινόταν μια παρόμοια έρευνα η οποία θα διαχώριζε τα ζευγάρια που συμμετέχουν σε “πετυχημένα” και “λιγότερο επιτυχημένα”, ανάλογα με το πόσο καλή είναι η σχέση που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στο ζευγάρι (π.χ. αν υπάρχουν βαθιά συναισθήματα αγάπης και αλληλοκατανόησης ή αν πρόκειται για έναν δυστυχισμένο γάμο). Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαμε να εξετάσουμε αν τελικά η επιλογή συντρόφου που μοιάζει με τους γονείς μας φαίνεται πως είναι καλή ασυνείδητη στρατηγική ή όχι. Φυσικά δεν υποστηρίζω πως αυτό το κριτήριο επιλογής συντρόφου είναι το καλύτερο, αλλά πως εαν τελικά τείνουμε να ψάχνουμε άτομα που να μας θυμίζουν τους γονείς μας τότε ίσως λόγω εμπλοκής δευτερευόντων παραγόντων (π.χ. θετική προδιάθεση) είμαστε έτοιμοι να δώσουμε περισσότερα σε μια σχέση.

Μία δεύτερη σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό διαβάζοντας αυτή την είδηση είναι πως ένα καλό ερώτημα είναι εαν και τα παιδιά αντικειμενικά κακών γονιών σχηματίζουν τα ίδια πρότυπα όπως οι συμμετέχοντες της έρευνας. Από τη μία κάποιος θα περίμενε πως αυτό αποκλείεται να συμβαίνει, καθώς έχοντας κακές εμπειρίες από τους γονείς μας θα θέλαμε να διαγράψουμε ότι μας τους θυμίζει και να αποφύγουμε την πιθανότητα να δημιουργήσουμε μια κακή οικογένεια με κάποιον που μοιάζει με τους γονείς μας (βάσει του ίδιου σκεπτικού περί της ασυνείδητης σκέψης πως η φυσιογνωμία μπορεί να είναι ένδειξη της προσωπικότητας κάποιου και της ικανότητάς του να δημιουργήσει καλή οικογένεια).

Από την άλλη πλευρά όμως θα περίμενα πως ακόμη και αυτά τα άτομα που έχουν κακές αναμνήσεις από την οικογένειά τους θα τείνουν να έχουν τα ίδια πρότυπα βασισμένα στους γονείς τους. Η ιδέα είναι πως ακόμη και αν οι σχέσεις μας μέσα στην οικογένεια ήταν κακές, αυτό που έχει σημασία είναι πως έχουμε μπει σε έναν συγκεκριμένο ρόλο σύμφωνα με τον οποίο έχουμε μάθει να συσχετιζόμαστε με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Είναι επόμενο πως εφόσον μάθαμε να λειτουργούμε και να επιβιώνουμε με αυτόν τον ρόλο, θα κυνηγήσουμε την επανάληψη τέτοιων σχέσεων, μιας και μόνο σε ένα τέτοιο σύστημα έχουμε μάθει να βγάζουμε πέρα.

Για να γίνει λίγο πιο ξεκάθαρη αυτή μου η σκέψη, αρκεί να θυμίσω πως τα παιδιά βίαιων γονιών τείνουν να είναι βίαια και τα ίδια προς τα παιδιά τους (ίσως σε διαφορετικό βαθμό φυσικά), ενώ κάποιος θα περίμενε το ίδιο. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι επιπτώσεις που είχε μια σχέση σε ένα άτομο, αλλά το αποτύπωμα που του άφησαν και το (κακό εν προκειμένω) μάθημα που του έδωσαν για το πως να συσχετίζεται με τους άλλους.

Φυσικά όλα αυτά παραμένουν απλά ερωτήματα που θα είχε ενδιαφέρον να απαντήσουμε. Ίσως η παρούσα έρευνα, και η σχετική δημοσιότητα της οποίας έχει γίνει αποδέκτης, να γίνει το έναυσμα για νέες έρευνες.

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ


Ο Νυμφίος μας καλεί στους Γάμους. Γάμος, στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης είναι η βασιλεία του Θεού. Ο Χριστός αφού επιτιμά και αποξηραίνει την αμαρτία, που πλανεύει και θανατώνει το ανθρώπινο γένος, μας μιλά για τη βασιλεία του, που θα έρθει σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα, ξαφνικά.
Ίσως μια από τις παρεξηγημένες πραγματικότητες της πίστης μας είναι η Βασιλεία του Θεού και η μέλλουσα κρίση. Η Βασιλεία αυτή δηλώνεται από τον Χριστό στο Ευαγγέλιο ως Γάμος του Θεού με την ανθρωπότητα. Ο Θεός κατεβαίνει στη γη για να συναντήσει τον άνθρωπο και δεν τον συναντά απλώς, συνάπτει Γάμο, μια μόνιμη και αδιάλυτη σχέση μαζί του.
Ο άνθρωπος, για να μπει στον Νυμφώνα, στο Γάμο, χρειάζεται το κατάλληλο ρούχο, καθώς είναι γυμνός από αρετές: "και ένδυμα ουκ έχω", όπως ψάλλουμε. Η γυμνότητα αυτή καλύπτεται μόνο από το "έλαιον", που έχουν οι φρόνιμες και λείπει από τις μωρές παρθένες.
Έλαιο, δηλ. ελεημοσύνη, ευσπλαχνία, συμπάθεια, πάνω απ' όλα αγάπη. Αυτή ντύνει το γυμνό μας κορμί και μας βάζει στους Γάμους. Δεν αρκεί η Παρθενία, η ηθική ακεραιότητα και αρετή, χρειάζεται και η αγάπη προς τον πλησίον, γιατί κανείς στην Εκκλησία δεν σώζεται μόνος του. Η σωτηρία δεν είναι προσωπική μαγκιά, είναι καρπός της αγάπης του ενός προς τον άλλο.
Είναι φρικτός ο λόγος "ουκ οίδα υμάς"-"δε σας ξέρω!". Όπως φρικτά είναι και τα "ουαί" προς τους Φαρισαίους. Οι Φαρισαίοι δε, ήταν ακριβώς παρθένοι, ανέγγιχτοι, άγιοι κατά τον Μωσαϊκό νόμο.. Νήστευαν, εγκρατεύονταν κλπ. Ο Χριστός όμως τους καταδικάζει γιατί "δεν τηρούν τα βαρύτερα του νόμου, τη δικαιοσύνη, την ευσπλαχνία και την πίστη". Έχουν δηλ. μια πνευματικότητα εγωκεντρική, περίκλειστη, αυτιστική. Οι Φαρισαίοι έχουν θρησκευτική αυτάρκεια, είναι θρησκευόμενοι τύποι, μάλιστα και φανατικοί. Αθετούν όμως, την αποστολή τους ως κληρονόμοι του Μωυσή και δεν αποδέχονται το θαύμα της Βασιλείας που έρχεται σαν Γάμος, όπου όλοι είναι προσκεκλημένοι κι όχι μόνο οι αφεντιές τους.
Ο Χριστός μιλάει, προ του Πάθους, για τη Βασιλεία του και επιτιμά με όλη του την εξουσία τους Φαρισαίους, για να κρατήσει ζωντανή την πίστη των μαθητών, όταν σε λίγες μέρες θα τον δουν γυμνό απάνω στο Σταυρό...

Ο Δημητριάδος Ιγνάτιος βάζει φρένο...στις life style βαπτίσεις


Φρένο στις κοσμικές, life style βαπτίσεις βάζει ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος ο οποίος απέστειλε σχετική εγκύκλιο στις ενορίες της Μητροπόλεως του. Ο κ.Ιγνάτιος καλεί κλήρο και λαό να συμβάλουν "στην προσπάθεια περιφρουρήσεως της ιερότητας και του εκκλησιαστικού χαρακτήρα των μυστηρίων της Εκκλησίας", διαφορετικά, προειδοποιεί, "θα εκκοσμικευθουμε και θα μετατραπούμε σε υπηρεσία παραγωγής και «πωλήσεως» θρησκευτικών τελετών, δουλεύοντας κάτω από τους νόμους της αγοράς".

Υπενθυμίζει ότι το πρώτο βήμα έγινε πριν τρια χρόνια όταν η Ιεραρχία αποφάσισε τα μυστήρια να τελούνται, με ιεροπρέπεια και μακριά από κοσμικότητες, στους ενοριακούς Ναούς και ενημερώνει πως από τον ερχόμενο Οκτώβριο δεν θα επιτρέπεται η μεταβίβαση του μυστηρίου της Βαπτίσεως σε άλλο Ναό της Μητροπόλεως."Η κάθε οικογένεια θα μπορεί να βαπτίζει τα νέα της μέλη μόνο στον Ενοριακό της Ναό. Η απόφαση μας αυτή οφείλεται αποκλειστικά σε καθαρά θεολογικούς και ποιμαντικούς λόγους" σημειώνει ο κ.Ιγνάτιος.

Ακολουθεί η εγκύκλιος του Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνατίου:


Προς τους Ευλαβέστατους
Κληρικούς και τον ευσεβή λαό
της καθ᾽ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως.


Αγαπητοί μου πατέρες και αδελφοί,
Παιδιά μου εν Κυριω αγαπημένα,

Η Εκκλησία μας εξ αρχής ήταν και είναι πρώτα και κύρια λατρευουσα κοινότητα. Η πίστη μας φανερώνεται στη λατρεία μας και η λατρεία μας δίνει υπόσταση στην πίστη μας. Με επίκεντρο την κάθε επισκοπή συγκροτείται η κάθε τοπική εκκλησία, από την οποία προηλθαν οι ενορίες, οι οποίες και είναι το μικρότερο κύτταρο της Εκκλησίας. Κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής κάθε ενοριακής κοινότητας είναι ο ενοριακός ναός, που καλεί σε λατρευτική σύναξη ολόκληρο το τοπικό εκκλησιαστικό σώμα. Με το παρόν μας Μήνυμα επιθυμούμε να σας γνωστοποιήσουμε μια συλλογική απόφαση των ιερέων της Ιεράς Μητροπόλεως μας, η οποία αφορά την τέλεση του Μυστηρίου της Βαπτίσεως. Με σκοπό, λοιπόν, την θεολογικά και ποιμαντικά καλύτερη λειτουργία της Ενορίας από τον προσεχή Οκτώβριο δεν θα επιτρέπεται η μεταβίβαση των Βαπτίσεων σ' άλλον Ιερό Ναό της Μητροπόλεως μας. Η κάθε οικογένεια θα μπορεί να βαπτίζει τα νέα της μέλη μόνο στον Ενοριακό της Ναό.

Η απόφαση μας αυτή οφείλεται αποκλειστικά σε καθαρά θεολογικούς και ποιμαντικούς λόγους. Η απόσπαση των μυστηρίων (ιδιαίτερα των δυο εκκλησιολογικών μυστηρίων, της βαπτίσεως και του γάμου) από το λατρευτικό κέντρο της ενοριακής εκκλησιαστικής κοινότητας και η τέλεση τους σε παρεκκλήσια, εξωκκλήσια κ.λπ. επέφερε μια βαθιά αλλοίωση του εκκλησιολογικού τους χαρακτήρα, τα θρησκειοποιησε, τα ιδιωτικοποίησε και τελείως τα εκκοσμικευσε. Τα μυστήρια αυτά από συγκεκριμένοι «τρόποι οργανικής ένταξης του ατομικού βίου στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος», από δυνατότητες ενσωματώσεως του ανθρώπου στο εκκλησιαστικό σώμα, στη θεανθρωπινη πραγματικότητα της Εκκλησίας, «κατέληξαν να γίνουν "ιδιωτικές ακολουθίες" για τον ατομικό αγιασμό και τη συμβατική διευθέτηση "θρησκευτικών καθηκόντων"».

Oι υπεύθυνοι εκκλησιαστικοί ποιμένες διαπιστώνοντας τη βαθιά αλλοίωση και εκκοσμικευση των δυο αυτών μυστηρίων προχώρησαν στην προ τριετίας έκδοση μιας Εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας μας, στην οποία γινόταν αναφορά στα αίτια του φαινομένου, που είναι, αφενός η ανεκτικότητα και συγκατάθεση των κληρικών σε αιτήματα που αλλοιώνουν τον εκκλησιολογικό και ιερό χαρακτήρα των μυστηρίων, και αφετέρου η πλημμελής η ανύπαρκτη κατήχηση του ποιμαινομενου λαού. Στην ίδια Εγκύκλιο συνιστούσε να αντιμετωπισθει η εκκοσμικευση αυτή «μετά συνεσεως αλλά και αυστηρότητας» και να κατηχηθεί ο λαός στην σπουδαιότητα των ιερών μυστηρίων «δια παντός μέσου», δίνοντας και τη δυνατότητα σε κάθε Ιερά Μητρόπολη να αντιμετωπίσει το ποιμαντικό αυτό πρόβλημα με ειδική εγκύκλιο.

Ανιχνεύοντας, ως επίσκοπος, τη δική μας ευθύνη στη βαθιά αυτή αλλοτρίωση των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας και διακατεχόμενοι από την ίδια ποιμαντική αγωνία, παράλληλα με την μυστηριακή κατήχηση του λαού ‒που ενεργούμε και εμείς οι ίδιοι και ο ιερός μας κλήρος‒ προχωρήσαμε στη λήψη ορισμένων περισταλτικών μέτρων για τους γάμους, τις βαπτίσεις και τις κηδείες, πριν τρία επίσης χρόνια, το περιεχόμενο των οποίων υπήρξε προϊόν επισταμένης διαβουλεύσεως μας με συμπρεσβυτερους μας κληρικούς.

Τα μέτρα εκείνα, τα οποία δεν επέτρεπαν την τέλεση των μυστηρίων αυτών παρά μόνο στους ενοριακούς ναούς ‒το κέντρο της θειας λατρείας κάθε τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας‒ και όριζαν τις προϋποθέσεις τελέσεως τους με τρόπο εύτακτο και ιεροπρεπή, υπήρξαν αφορμή να δηχθούμε πολλά ενθαρρυντικά σχόλια από συνεπισκοπους μας, αλλά ‒το σπουδαιότερο‒ έγιναν με ανακούφιση αποδεκτά από τον ποιμαινομενο λαό μας. Η επαινετή ‒από τους ιερείς και τον λαό μας‒ εφαρμογή τους, ασφαλώς δεν επιλύει από μόνη της το πρόβλημα της εκκοσμικευσεως και της εκκλησιολογικής αλλοιώσεως των μυστηρίων, ήταν όμως μια πρώτη αναγκαία προσπάθεια συμμορφώσεως μιας ανεξέλεγκτης κατάστασης.

Έχοντας, συν Θεώ, επιτύχει τον πρώτο στόχο, που ήταν η επάνοδος τελέσεως των μυστηρίων από τα εξωκκλήσια στους ενοριακούς ναούς και η προσεκτική τέλεση τους, κρίνουμε πλέον ως αναγκαίο να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα, που είναι η τέλεση του μυστηρίου της Βαπτίσεως (καταρχήν) στην ενορία κάθε πιστού, και συνεπώς να προχωρήσουμε στην απαγόρευση μεταβιβάσεως της τελέσεως του μυστηρίου αυτού από ενορία σε ενορία εντός των ορίων της Μητροπολιτικής μας περιφέρειας. Ο λόγος που μας αναγκάζει να προχωρήσουμε και στο μέτρο αυτό είναι βαθιά εκκλησιολογικός και ποιμαντικός. Είναι ανάγκη να βοηθήσουμε την ενορία και τους ποιμένες της, ώστε να παράγουν έργο θεοφιλές και σωτήριο και να συμβεί αυτό που ορίζει ο Κύριος περί του καλού ποιμενος: «...και τα πρόβατα της φωνής αυτού ακούει, και τα ίδια πρόβατα καλεί κατ᾽ όνομα και εξάγει αυτά...και τα πρόβατα αυτω ακολουθει, οτι οιδασι την φωνην αυτού» (Ιω. ι’, 3-4). Πως, στην απρόσωπη εποχή που ζούμε, θα γνωρίσουν τον ποιμένα τους οι χριστιανοί μας και πως θα γνωρισθουν απ᾽ αυτόν, αν δεν υπάρχουν οι σχετικές ευκαιρίες, έστω και αυτές που συνδέονται με τα ιερά μυστήρια; Πως θα νοιώσουν ότι η κάθε ενορία είναι ένα σώμα, που έχει πολλά μέλη συνδεόμενα μεταξύ τους, όταν δεν διδονται οι προς τούτο ευκαιρίες και αφορμές;

Η ζωή του εκκλησιαστικού σώματος, η εν Χριστώ ζωή των πιστών, αναπτύσσεται και πραγματώνεται στα όρια της ενορίας. Αλλά και η (με τα ανθρώπινα δεδομένα) ακμή και παρακμή της ίδιας της Εκκλησίας συνδέεται άμεσα με την κατάσταση της ενορίας, που αποτελεί το κύτταρο της Εκκλησίας, την μικρότερη και σημαντικότερη ποιμαντικά υποδιαίρεση της. Και είναι κοινή η διαπίστωση ότι η σύγχρονη ενορία διέρχεται βαθιά κρίση, που συνίσταται στην αδυναμία να λειτουργεί ως κοινωνία και ένωση προσώπων εν Χριστώ, ως οικογένεια του Θεού, ως ευχαριστιακή σύναξη που μεταμορφώνεται και μεταμορφώνει τον κόσμο.

Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί,

Στην πλουραλιστική κοινωνία που ζούμε ο καθένας επιλέγει τελείως ελεύθερα να εντάξει ή όχι την προσωπική του ζωή δια του μυστηρίου της βαπτίσεως στην θεανθρωπινη ζωή της Εκκλησίας. Ακριβώς γι᾽ αυτό υπάρχει –και θα υπάρχει εσαεί– η Εκκλησία, για να παρέχει δια των ιερών μυστηρίων της, της διδασκαλίας και της εν γένει θειας λατρείας της τη ζωή του Θεού στους ανθρώπους, τρέφοντας τους με τους σωστικούς χυμούς της θειας χάριτος. Εκείνοι που επιλέγουν τα εκκλησιαστικά μυστήρια για να αγιάσουν τη ζωή τους, περιμένουν να συναντήσουν στην Εκκλησία τη γνησιότητα και την αλήθεια και όχι την αλλοτρίωση και την πλάνη. Γι᾽ αυτό οι κληρικοί έχουμε μεγάλη ευθύνη στο να διατηρήσουμε αυτή τη γνησιότητα της Εκκλησίας, όπου θα καταφεύγει για να την βρει όποιος την αναζητεί. Αν δεν φροντίσουμε, κλήρος και λαός, να αποτελεί η Εκκλησία αυτό που της χάρισε ο ιδρυτής της, δηλαδή την δι αὐτής μυστηριακή φανέρωση Του στον κόσμο, τότε θα εκκοσμικευθουμε και θα μετατραπούμε σε υπηρεσία παραγωγής και «πωλήσεως» θρησκευτικών τελετών, δουλεύοντας κάτω από τους νόμους της αγοράς. Ενεργώντας έτσι θα αναφανούμε ανάξιοι της αποστολής μας, θα έχουμε αποκρύψει την πολύτιμη παρακαταθήκη, που λέγεται Ιησούς Χριστός. Θα είμαστε υπόλογοι ενώπιων Του και η Εκκλησία δεν θα έχει πλέον λόγο ύπαρξης.

Ως επίσκοπος, φέρουμε την πρώτη και κύρια ευθύνη για τη γνησιότητα της ζωής της Εκκλησίας σε τοπικό επίπεδο. Γι᾽ αυτό, σας καλώ όλους, κλήρο και λαό, να συμβάλετε στην προσπάθεια περιφρουρήσεως της ιερότητας και του εκκλησιαστικού χαρακτήρα των μυστηρίων της Εκκλησίας, εφαρμόζοντας και το νέο αυτό μέτρο για το μυστήριο της βαπτίσεως, του οποίου η εφαρμογή θα αρχίσει από τον προσεχή Οκτώβριο 2010.

Με άλλο ενημερωτικό σημείωμα της Ιεράς Μητροπόλεως διδονται προς τους ιερείς μας οδηγίες για τις λεπτομέρειες του τρόπου εφαρμογής του νέου αυτού μέτρου. Το πολύμηνο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την έναρξη εφαρμογής του (Οκτώβριο του 2010) πρέπει να αποτελέσει χρόνο ενημερώσεως των ενοριτών μας όχι απλώς για την εφαρμογή ενός νέου μέτρου, αλλά κυρίως για την εκκλησιολογική και ποιμαντική του αναγκαιότητα. Ισχυρή πεποίθηση μας είναι ότι αναδεικνύοντας τα θεολογικά κριτήρια της παραπάνω πρωτοβουλίας μας οι άνθρωποι θα κατανοήσουν τη σημασία της μετοχής μας στο θεμελιώδες μυστήριο της Βαπτίσεως και την σπουδαιότητα της Ενορίας τους για την πνευματική τους ζωή.

Ευχαριστώντας για τη συναντιληψη, εύχομαι ολοψύχως προς όλους εσάς, τους συμπρεσβυτερους μας κληρικούς και τον ευσεβή λαό της τοπικής μας Εκκλησίας καλό και ευφρόσυνο σταυροαναστάσιμο Πάσχα!

Μετά θερμών πατρικών ευχών και αγάπης,

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
Ο ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ


πηγή


Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου - Γάμος, Παρθενία, Διαζύγιο...

ΓΑΜΟΣ, ΠΑΡΘΕΝΙΑ, ΔΙΑΖΥΓΙΟ...

(Ματθ. 19, 1-12)

αγίου Γρηγορίου Θεολόγου

από το βιβλίο ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

+ αρχιμ. ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ

Ο νέος περίπατος στην Αγία Γραφή αφορά δώδεκα στί­χους του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Θα μας τους αναλύση ο ά­γιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Μεταφράζουμε εδώ τον 37ο λόγο του: «Στο ρητό του Ευαγγελίου, ΟΤΑΝ ΕΤΕΛΕΙΩΣΕ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ κτλ.». Μέσα από το κείμενο του Θεολό­γου αναδίδεται ζωντανό και το δράμα που ζούσε η Εκκλησία τον 4ο μ.Χ. αι. με τους αιρετικούς. Ορισμένες περικοπές της ομιλίας εντυπωσιάζουν όσους ασχολούνται με φεμινιστικά θέματα. Η ομιλία εκφωνήθηκε στην Κωνσταντινούπολι.

Ο Ιησούς που διάλεξε τους ψαράδες, ψαρεύει κι αυτός και με­ταβαίνει από τόπο σε τόπο. Για ποιόν λόγο; Όχι μόνο για να κερδίση περισσότερους φιλόθεους ανθρώπους, αλλά, όπως νομίζω, και για να αγιάση περισσότερους τόπους. Γίνεται στους Ιουδαίους σαν Ιουδαίος για να κερδίση Ιουδαίους στους πιστούς στον Νόμο, σαν πιστός στον Νόμο, για να εξαγόραση τους πιστούς στον Νόμο στους ασθενείς σαν ασθενής για να σώση τους ασθενείς. Γίνεται τα πάντα στους πάντες, για να κερδίση τους πάντες. Αλλά τι λέω «τα πάντα στους πάντες»; Εκείνο που ο Παύλος δεν ανέχθηκε να το πη για τον εαυτό του, βλέπω να το παθαίνη ο Σωτήρ. Γιατί δεν γίνεται μόνο Ιουδαίος δεν παίρνει επάνω του τόσο ανάρμοστα και άθλια ονόματα, αλλά και το πιο ανάρ­μοστο από όλα: αυτοαμαρτία και αυτοκατάρα(Ο Απόστολος Παύλος γράφει στην προς Γαλατάς επιστολή (3,13), «ο Χριστός μας εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου με το να γίνη για χάρι μας κατάρα». Αυτό αναφέρεται στο γεγονός της θυσίας του Γολγοθά. Εκεί ο Χριστός επάνω στον Σταυρό φορτώθηκε τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Ήταν σαν να έγινε ένα πράγμα με την αμαρτία. «Αυτόν που δεν γνώρισε αμαρτία, ο Θεός για χάρι μας τον έκανε αμαρτία» (Β' Κορ. 5,21) δεν είναι βέβαια, αλλά ακούει. Γιατί πως είναι αμαρτία αυτός, κι εμάς μας ελευθερώνει από την αμαρτία; Πως πάλι κατάρα, αυτός που μας εξαγοράζει από την κατάρα του Νόμου;

Τα δέχεται αυτά τα ονόματα για να δείξη μέχρι που φθάνει η ταπείνωσίς του, και γίνεται έτσι σ' εμάς πρότυπο ταπεινώσεως, η οποία προκαλεί την ανύψωσι.

Όπως λοιπόν είπα, γίνεται ψαράς, συγκαταβαίνει σε όλους, ψα­ρεύει, όλα τα σκεπάζει και τα ανέχεται, για να ανασύρη από το βάθος το ψάρι, τον άνθρωπο δηλαδή που κολυμπάει στα αναταραγμένα και αλμυρά κύματα του βίου.

2. Γι' αυτό και τώρα «όταν ετελείωσε αυτούς τους λό­γους ανεχώρησε από την Γαλιλαία και ήρθε στα όρια της Ιουδαίας πέρα από τον Ιορδάνη» (Ματθ. 19,1). Πηγαίνει με το καλό στην Γαλιλαία για να δη ο λαός που καθόταν στο σκοτάδι μεγάλο φως. Μετακινείται στην Ιουδαία, για να πείση τους ανθρώπους της να σηκωθούν και να αφήσουν το «γράμμα» και ν' ακολουθήσουν το «Πνεύμα». Την μία φορά διδάσκει στο όρος, την άλλη κάνει διάλογο στις πεδιάδες, άλλοτε μπαίνει στο πλοίο και άλλοτε επιτιμά τις τρικυ­μίες. Ακόμη δέχεται και ύπνο, για να ευλογήση τον ύπνο. Ακόμη και κοπιάζει για να αγιάση και τον κόπο. Ακόμη και δακρύζει, για να κάνη επαινετό το δάκρυ. Μεταβαίνει από τον ένα τόπο στον άλλο αυτός που δεν χωράει σε κανένα τόπο, ο άχρονος, ο ασώματος, αυτός που δεν πε­ριλαμβάνεται από τίποτε.

Ο ίδιος και «ήταν» (Ιωαν. 1,1) και «γίνεται» (Ιωαν. 1,14) και μπαίνει μέσα στο χρόνο. «Στην αρχή ήταν, και προς τον Θεόν ήταν, και Θεός ήταν» (Ιωάν. 1,1). Τρεις φορές ετονίσθηκε το «ήταν». Εκείνο που ήταν το άδειασε και εκείνο που δεν ήταν το πήρε δικό του, χωρίς να γίνη δύο πρόσωπα, αλλά ανέχθηκε το ένα πρόσωπο να ανήκη σε δύο (φύσεις). Και τα δύο, και εκείνο δηλαδή που προσέλαβε και εκείνο που προσελήφθη είναι Θεός. Δύο φύσεις έτρεξαν μαζί (και ενώθηκαν) σε ένα πρόσωπο. Όχι δύο Υιοί. Ας μη μας παραπλανά η ένωσις. Αυτός ο τόσο πολύς, ο τόσο μεγάλος... Αλλά τι έπαθα; Πάλι έπεσα στις αν­θρώπινες λέξεις. Διότι πως ο απλούς (Θεός) να χαρακτηρίζεται «τόσο μεγάλος»; Πως ο άποσος να χαρακτηρίζεται «τόσο πολύς». Αλλά συγ­χωρείστε τα λόγια μου αυτά. Ομιλώ για τα μέγιστα πράγματα χρησιμοποιώντας μικρό όργανο (δηλ. την ανθρώπινη γλώσσα).

Ο πολύς, ο μακρόθυμος, ή χωρίς μορφή και σώμα φύσις, ας το ανεχθή κι αυτό, τα τόσο φτωχά για την αλήθεια λόγια που μιλούν για τον Θεό σαν να είχε σώμα. Αφού καταδέχθηκε να φορέση σάρκα, δέ­χεται και αυτού του είδους τα λόγια.

3. «Και τον ακολούθησαν πολλά πλήθη λαού. Και τους εθεράπευσε εκεί» (Ματθ. 19,2). Εκεί που υπήρχε μεγαλύτερη ερημιά. Εάν έμεινε στην υψηλή του θέσι, εάν δεν είχε συγκαταβή στην ανθρώπινη ασθένεια˙ εάν έμεινε σ' αυτό που ήταν, φυλάττοντας τον εαυτό του απρόσιτο και απερίληπτο, λίγοι θα τον ακολουθούσαν ίσως. Δεν ξέρω, αν λίγοι ή ίσως μόνο ο Μωυσής και αυτός τόσο, ώστε μόλις που αντίκρυσε «τα οπίσθια του Θεού» (Έξοδ. 33,23)( Δηλαδή δεν αντίκρυσε κατά πρόσωπο τον Θεό. Τα «έμπροσθεν» του Θεού σημαίνουν την μεγάλη του δόξα, ενώ τα «οπίσθια» μικρότερη δόξα). Διότι την νε­φέλη την διέσχισε είτε απαλλασσόμενος από το βάρος του σώματος εί­τε συμμαζώνοντας τελείως τις αισθήσεις του.

Την λεπτότητα της φύσεως του Θεού ή την άυλη και ασώματη κατάστασί της ή δεν ξέρω πως αλλιώς να την ονομάσω, πως να την αντίκρυζε φορώντας σώμα και κοιτάζοντας με υλικά μάτια; Επειδή όμως (ο Θεός), «αδειάζει» για χάρι μας και κατεβαίνει στην γη - «άδειασμα» λέω την κάπως υποχώρησι και ελάττωσι της δόξας του - γι' αυτό γίνε­ται προσιτός και αντιληπτός.

4. Συγχωρέστε με εν τω μεταξύ που με πιάνει κάποιο ανθρώπινο πάθος(Πάθος εναντίον των Αρειανών που απέρριπταν την θεότητα του Υιού, θεω­ρώντας τον κτίσμα. Τα ίδια πρεσβεύουν και σημέρα οι Μάρτυρες του Ιεχωβά). Γεμίζω από θυμό και λύπη για τον Χριστό μου - εύχομαι να συμπάσχετε κι εσείς - σαν ιδώ να ατιμάζεται ο Χριστός μου γι' αυτό, για το οποίο περισσότερο είχε δικαίωμα να τιμάται. Γι' αυτό πες μου, εί­ναι άτιμος, διότι για σένα ταπεινώθηκε; Γι' αυτό τον λες κτίσμα, διότι φροντίζει για το κτίσμα; Γι' αυτό δεν τον δέχεσαι ως άχρονο, διότι επι­σκέφθηκε τους «υπό χρόνον»; Ωστόσο όλα τα υποφέρει, όλα τα δέχε­ται. Και ποιο το παράδοξο; Δέχθηκε ραπίσματα, ανέχθηκε εμπτυσμούς, γεύθηκε χολή εξ αίτιας της ιδικής μου γεύσεως(Εννοεί το αμάρτημα των πρωτοπλάστων που γεύθηκαν τον απαγορευμένο καρπό).

Δέχεται και τώρα πετροβόλημα (Ο άγιος Γρηγόριος συχνά αναφέρει στους λόγους του τα περιστατικά των Ευαγγελίων, όπου οι Ιουδαίοι στα Ιεροσόλυμα επεχείρησαν να λιθοβολήσουν τον Κύ­ριο (Ιωάν. 8,59 και 10,31). Στους λιθασμούς αυτούς δίνει διάφορες μεταφορικές έν­νοιες. Κυρίως χαρακτηρίζει έτσι τα επιχειρήματα των Αρειανών που θέλουν να υποβι­βάσουν τον Χριστό. Κλασσική είναι η φράσις, «ο Λόγος ου λιθάζεται» που την συναν­τούμε στους περίφημους θεολογικούς του λόγους) όχι μόνο από τους αντιπάλους, αλλά και από μας που θεωρούμεθα ευσεβείς. Διότι αυτός που συζητεί για τον Ασώματο και χρησιμοποιεί ανθρώπινες ονομασίες μάλλον κάνει το έργο των αντιπάλων και πετροβολητών (Εδώ θίγεται ένα σπουδαιότατο θεολογικό ζήτημα. Τα κατηγορήματα της αν­θρώπινης γλώσσας είναι εντελώς ανεπαρκή για να ορίσουν τα πράγματα του Θεού. Γι' αυτό άλλωστε ο Χριστός στα Ευαγγέλια αναγκάζεται να χρησιμοποιή εικόνες και παρα­βολές. Γι' αυτό στην Ορθόδοξο Εκκλησία και στην λατρεία της χρησιμοποιούνται πολύ οι συμβολισμοί). Αλλά το επαναλαμ­βάνω, ας συγχωρηθή αυτή η αδυναμία. Πετροβολούμε χωρίς να το θέ­λουμε, μη μπορώντας να ομιλήσουμε διαφορετικά. Χρησιμοποιούμε αυτό που έχουμε.

- Ακούς να σε λέμε Λόγο, αλλά είσαι πάνω από τον λόγο. Είσαι πάνω από το φως, και ονομάζεσαι Φως. Ακούς να σε λέμε Πυρ, χωρίς να είσαι υλική φωτιά, αλλά διότι καθαρίζεις την ελαφρή και άχρηστη ύ­λη˙ Μάχαιρα, διότι κόβεις το χειρότερο από το καλύτερο˙ Λυχνιστήρι διότι καθαρίζεις το αλώνι και ό,τι είναι ελαφρό και «ανεμιαΐο» το απο­μακρύνεις, και ό,τι είναι βαρύ και γεμάτο το τοποθετείς στις αποθήκες του Ουρανού˙ Αξίνη, διότι κόβεις την άκαρπη συκιά που πολύ την ανέ­χθηκες και διότι κόβεις τις ρίζες της κακίας και πονηρίας˙ Θύρα, διότι εσύ μας εισάγεις (στην βασιλεία)˙ Οδός, διότι εσύ μας οδηγείς στον ί­σιο δρόμο˙ Πρόβατο, διότι θυσιάστηκες˙ Αρχιερεύς, διότι προσφέρεις θυσία το σώμα σου˙ Υιός, διότι γεννάσαι από τον Πατέρα.

Πάλι κινώ την γλώσσα μου σε διαμαρτυρία. Διότι πάλι μερικοί λύσσαξαν εναντίον του Χριστού ή καλύτερα εναντίον εμού που αξιώ­θηκα να κηρύττω για τον Λόγο (δηλ. τον Χριστό). Έγινα, σαν τον (Πρό­δρομο) Ιωάννη, φωνή που βοά στην έρημο σ' αυτήν την πόλι που άλ­λοτε ήταν έρημη και άνυδρη, ενώ τώρα με πολλούς πολλούς κατοίκους (Η Κωνσταντινούπολις γεμάτη από Αρειανούς χαρακτηρίζεται από τον Θεολό­γο έρημη και άνυδρη. Όταν με την δράσι του πλήθυναν οι Ορθόδοξοι έγινε «λίαν οικουμένη»).

5. Αλλά ας επανέλθω στον λόγο μου, σ' αυτό που έλεγα, ότι τον ακολουθούσαν πολλά πλήθη λαού, διότι συγκαταβαίνει στις ασθένειες μας. Έπειτα τι συνέβη; «Και τον επλησίασαν οι Φαρισαίοι, πειράζοντας τον και λέγοντας, εάν επιτρέπεται στον άν­δρα να διώχνη την γυναίκα του για κάθε αιτία»; (Ματθ. 19,3).

Πάλι οι φαρισαίοι πειράζουν. Πάλι αυτοί που διαβάζουν τον Νόμο δεν γνωρίζουν τον Νόμο. Πάλι οι ερμηνευτές του Νόμου έχουν ανάγκη από άλλους διδασκάλους.

Δεν έφταναν οι Σαδδουκαίοι που τον επείραζαν για το θέμα της αναστάσεως, και οι νομικοί που ρωτούσαν για την τελειότητα, και οι Ηρωδιανοί για τον κήνσο και για την εξουσία του άλλοι. Αλλά κάποιος τον πείραξε ερωτώντας τον για τον γάμο, αυτόν που δεν πειράζεται, που δημιούργησε την συζυγία, αυτόν που από τον πρώτο γάμο έφτιαξε όλο το ανθρώπινο γένος. Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Δεν διαβά­σατε στις Γραφές ότι ο Δημιουργός των ανθρώπων, από την αρχή τους έκανε άνδρα και γυναίκα» (Ματθ. 19,4).

Ξέρει ο Χριστός σε μερικές από τις ερωτήσεις να δίνη εξηγήσεις και σε άλλες να αποστομώνη τους ερωτώντες. Όταν τον ρωτήσανε «με ποια εξουσία ενεργείς έτσι;» (Ματθ. 21,23) ερώτησις πολύ χονδροειδής και αγενής, και αυτός τους ερωτά με την σειρά του, «το βάπτισμα του Ιωάννη από τον ουρανό ήταν η από τους ανθρώπους;» (Ματθ. 21,25), ερώτησις που τους έδενε χειροπόδαρα κι από τις δυο πλευ­ρές (Δηλαδή δεν μπορούσαν να απαντήσουν ότι το βάπτισμα του Ιωάννη προερχό­ταν από τους ανθρώπους, γιατί θα ξεσηκωνόταν εναντίον τους ο λαός που είχε τον Ιωάννη σαν θεόσταλτο προφήτη. Αλλά δεν μπορούσαν ακόμη να πουν ότι προερχό­ταν από τον ουρανό, διότι τότε θα έπρεπε να δεχθούν τόσο το βάπτισμά του όσο και την μαρτυρία για τον Ιησού σαν Σωτήρα του κόσμου, πράγματα που απέρριψαν).

Μπορούμε λοιπόν κι εμείς κατά μίμησι του Χριστού, μερικές φο­ρές να αποστομώνουμε αυτούς που συζητούν μαζί μας περίεργα και απίθανα, και με πιο απίθανες αντερωτήσεις να αντιμετωπίζουμε τις ανάρμοστες ερωτήσεις. Έχουμε κι εμείς μερικές φορές την μάταιη κο­σμική σοφία, για να καυχηθώ σαν άφρων. Όταν όμως ο Χριστός βλέπη να υποβάλλωνται σωστές και λογικές ερωτήσεις, δεν απαρνείται τις συνετές αποκρίσεις.

6. Το ερώτημα που έθεσες μου φαίνεται ότι τιμά την συζυγική πίστι και απαιτεί φιλάνθρωπη απόκρισι. Την συζυγική πίστι όπου βλέπω πολλούς να μη βαδίζουν σωστά, και η υπάρχουσα νομοθεσία είναι άνι­ση και ακανόνιστη. Πως λοιπόν το έκαναν, ώστε οι γυναίκες να τιμω­ρούνται, ενώ οι άνδρες να κινούνται ελεύθερα; Και η μεν γυναίκα που απάτησε τον άνδρα της θεωρείται μοιχαλίδα και γεύεται τις πικρές τι­μωρίες των νόμων, ενώ ο άνδρας που συνεχώς αμαρτάνει και απατα την γυναίκα του να μη θεωρείται υπόδικος.

Δεν την δέχομαι αυτή τη νομοθεσία, δεν επαινώ αυτή την αντίληψι και συνήθεια. Αυτοί που θέσπισαν τους νόμους ήταν άνδρες γι' αυ­τό η νομοθεσία είναι εις βάρος των γυναικών (Με το σκεπτικό ότι η αμαρτία της συζύγου μπορεί να έχη σαν αποτέλεσμα την νοθεία του γένους, δηλαδή κάποιο ή κάποια τέκνα της οικογενείας να προέρχωνται από άλλον πατέρα, οι Ρωμαϊκοί νόμοι στα χρόνια αυτά φέρονταν αυστηρά προς τις γυναί­κες. Μόνο στον άνδρα αναγνώριζαν το δικαίωμα να ζητή διαζύγιο για λόγους μοιχείας. Αλλά και από τους Χριστιανούς, που δεν ήταν εύκολο να συγκρούωνται με τους νό­μους της πολιτείας, όταν μάλιστα είχαν και κάποια λογική βάσι, υιοθετούνταν αυτές οι αρχές. Διαφωτιστικός της καταστάσεως είναι ο 9ος κανών του Μ. Βασιλείου:

«...Όσον αφορά την γυναίκα, βλέπουμε πολλή την ακριβολογία... Ο Ιερεμίας λέει: «Εάν μία γυναίκα πάη με άλλον άνδρα, δεν επιτρέπεται να επιστρέψη στον άνδρα της, διότι θεωρείται πολύ μολυσμένη» (3,1). Επίσης «εκείνος που κρατάει την μοιχαλί­δα σαν σύζυγο είναι ανόητος και ασεβής» (Παρμ. 18,22). Σύμφωνα με την συνήθεια που επεκράτησε σ' εμάς, οι γυναίκες προστάσσονται να κρατούν σαν συζύγους τους άνδρες που υπέπεσαν σε μοιχείες και πορνείες· και απορώ αν είναι μοιχαλίδα η γυναίκα που πήρε άνδρα τον οποίον εχώρισε η γυναίκα του για απιστία... Το να υποπέση ο άν­δρας σε πορνείες, δεν το συνηθίζουμε και στην Εκκλησία μας να το θεωρούμε αιτία διαζυγίου, αλλά δεχόμαστε ότι πρέπει η γυναίκα να συγκατοική μαζί του, αφού ακόμη και από ειδωλολάτρη δεν προστάχθηκε να χωρίζεται. «Που ξέρεις, γυναίκα; Μπορεί να σώσης τον άνδρα σου» (Α' Κορ. 7,16)». Όχι μόνο ο άγιος Γρηγόριος, αλλά και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες, και μάλιστα ο Ιε­ρός Χρυσόστομος διαμαρτύρονταν για τις αντιλήψεις αυτές που αδικούσαν το γυναι­κείο φύλο. Αργότερα η πολιτεία, επί Ιουστινιανού κατήργησε τους μεροληπτικούς υπέρ των ανδρών νόμους και αναγνώρισε στην γυναίκα το δικαίωμα να ζητή διαζύγιο για τους ίδιους λόγους που ζητούσε και ο άνδρας (Νεαρά 28,7)). Άλλωστε το ίδιο έκαναν και με τα τέκνα που τα ανέθεσαν στην εξουσία του πατέρα, ενώ δεν έδειξαν φροντίδα και δεν ετίμησαν το ασθενέστερο μέρος, (δηλ. την μητέρα).

Ο Θεός όμως δεν τα λέει έτσι, αλλά «τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου που είναι η πρώτη από τις εντολές που έχει και υπόσχεσι: «για να ευτυχήσης» (Εξοδ. 20,12). Και «οποίος κακολογεί τον πατέρα του ή την μητέρα του να θανατώνεται» (Εξοδ. 21,27). Με όμοιο τρόπο και το καλό ετίμησε και το κακό κατεδίκασε. Και πάλι, «η ευλογία του πατέρα στηρίζει τα σπίτια των τέκνων, ενώ η κατάρα της μητέρας τα ξεθεμελιώνει» (Σ. Σειράχ 3,9).

Βλέπετε ισότητα νομοθεσίας; Ένας είναι ο δημιουργός και του άνδρα και της γυναίκας, από ένα χώμα είναι πλασμένοι και οι δύο, μία είναι η εικόνα κατά την οποία πλάσθηκαν, ένας νόμος υπάρχει και για τους δύο, ένας θάνατος, μία ανάστασις. Όμοια από άνδρα και γυναίκα ήρθαμε στην ύπαρξι. Ένα χρέος έχουν τα τέκνα προς τους γονείς (Οι θέσεις αυτές και οι επόμενες του ιερού Πατρός είναι αποστομωτικές για όσους κατηγορούν τον Χριστιανισμό για υποτίμησι του γυναικείου φύλου. Η περικοπή έχει χρησιμοποιηθή παρά πολύ σε συζητήσεις στο θέμα «Χριστιανισμός και φεμινι­σμός»)

7. Πως λοιπόν εσύ ζητείς ακεραιότητα από την γυναίκα σου, χω­ρίς να εισφέρης και συ το όμοιο; Πως ζητείς να λάβης ό,τι δεν δίνεις; Πως ενώ είσαι ομότιμο σώμα βγάζεις άδικο νόμο. Εάν στοχάζεσαι τα χειρότερα (αυτά που σχετίζονται με την πτώσι μας) σκέψου ότι αμάρ­τησε μεν η γυναίκα, αλλά το ίδιο έπραξε και ο Αδάμ. Και τους δύο τους εξαπάτησε το φίδι. Δεν βρέθηκε το ένα μέρος πιο ασθενικό και το άλλο πιο ισχυρό. Εάν πάλι σκέπτεσαι τα καλύτερα (αυτά που σχετίζονται με την ανόρθωσί μας) σκέψου ότι ο Χριστός με το πάθος του και τους δύο τους σώζει. Σαρκώθηκε χάριν του άνδρα; Το ίδιο και χάριν της γυναί­κας. Θανατώθηκε για τον άνδρα; Το ίδιο και η γυναίκα με τον θάνατο του σώζεται. Επειδή ονομάζεται απόγονος του Δαβίδ, νομίζεις ότι τι­μάται ο άνδρας; Σκέψου ότι γεννάται από την Παρθένο, πράγμα που εί­ναι υπέρ των γυναικών.

Ο λόγος της Γραφής σημειώνει, «έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» (Γεν. 2,24). Και αφού πρόκειται για μία σάρκα, ας θεωρείται ομότιμη.

Ο δε Παύλος και με παράδειγμα νομοθετεί την συζυγική ακε­ραιότητα. Πως και με ποιο τρόπο; Με το να λέη ότι «το μυστήριον τούτο είναι μεγάλο, και εγώ το συσχετίζω με τον Χριστό και την Εκκλη­σία» (Εφεσ. 5,32). Είναι καλό για την γυναίκα να ντρέπεται τον Χριστό στο πρόσωπο του άνδρα. Και είναι καλό στον άνδρα να μην ατιμάζη την Εκκλησία στο πρόσωπο της γυναίκας. «Η γυναίκα, λέει, πρέπει να φοβάται τον άνδρα» (Εφεσ. 5,33). Διότι πρέπει να φοβάται και τον Χριστό. Αλλά και ο άνδρας πρέπει να φροντίζη την γυναίκα, διότι και ο Χριστός φροντίζει την Εκκλησία. Αλλά θα πρέπει να το φιλοσοφήσου­με πιο πολύ αυτό το ρητό (του Παύλου).

8. «Άρμεγε και χτύπα το γάλα, και θα γίνη βούτυρο» (Παρμ. 30,33). Εξέτασέ το (το ρητό) και μπορείς να βρής σ' αυτό κάτι πιο χρή­σιμο και θρεπτικό. Μου φαίνεται πως εδώ ο λόγος αποτρέπει από την διγαμία. Εάν υπήρχαν δύο Χριστοί, τότε και δύο άνδρες και δύο γυναί­κες. Εάν όμως ο Χριστός είναι ένας, μία είναι και η κεφαλή της Εκκλη­σίας, ένα και το σώμα. Το δεύτερο σώμα να απορρίπτεται. Και αν δεν επιτρέπεται το δεύτερο, τι να πη κανείς για το τρίτο. Το πρώτο, νόμιμο˙ το δεύτερο, κατά συγχώρησί˙ το τρίτο, παράνομο. Κι οποίος ζητήσει και περισσότερο μοιάζει με γουρούνι, και δεν βρίσκουμε πολλά παραδείγ­ματα να χαρακτηρίσουμε την άσχημη ζωή του.

Ο Νόμος για κάθε αιτία προβλέπει διαζύγιο. Ο Χριστός όμως όχι για κάθε αιτία. Επιτρέπει μόνο τον χωρισμό της πόρνης, ενώ για τα άλ­λα παραγγέλλει φιλοσοφική εγκαρτέρησι. Και τον χωρισμό από την πόρνη τον επιτρέπει, διότι αυτή νοθεύει το γένος. Για το άλλα ας δεί­χνουμε φιλοσοφική εγκαρτέρησι. Ή καλύτερα ας δείχνετε φιλοσοφική εγκαρτέρησι όσοι δεχθήκατε τον ζυγό του γάμου.

Εάν δης στην γυναίκα σου «επιγραφές και υπογραφές» δηλ. βα­ψίματα, αφαίρεσε τα. Εάν γλώσσα απερίσκεπτη, σωφρόνισε την. Εάν γέλιο ανήθικο, φέρε της στενοχώρια. Εάν έξοδα και ποτά υπερβολικά, συμμάζεψε την. Εάν επισκέψεις ακατάλληλες, δέσε την. Εάν βλέμμα που περιφέρεται εδώ και κει, τιμώρησέ την. Μη την κόψης απερίσκε­πτα. Μη την χωρίσης. Γιατί δεν ξέρουμε ποιο θα κινδυνέψη, αυτό που κόβει ή αυτό που κόβεται. «Η πηγή, λέει η Γραφή, από όπου πίνεις νε­ρό να είναι δική σου, και κανένας ξένος να μην πίνη από αυτή» (Παρμ. 5,17). Και «με σένα να συναναστρέφεται το χαριτωμένο πουλάρι σου και το αγαπημένο ελάφι σου» (Παρμ. 5,19). Εσύ λοιπόν μη γίνεσαι ξέ­νος ποταμός, μήτε να κοιτάζης να αρέσης σε άλλες παρά μόνο στην γυ­ναίκα σου. Εάν όμως τρέχης αλλού, τότε και στο δικό σου μέλος νομο­θετείς την αμαρτία και ασέλγεια. Έτσι τα λέει ο Σωτήρ.

9. Αλλά οι Φαρισαίοι πως φέρονται; Τους φαίνεται σκληρός ο λόγος (Εννοεί τον λόγο του Χριστού για την απαγόρευσι του διαζυγίου, εκτός βέβαια από την περίπτωσι της πορνείας). Και άλλα βέβαια λόγια του Χριστού απαρέσκουν και στους Φαρισαίους της εποχής εκείνης και στους τωρινούς Φαρισαίους. Τον Φαρισαίο δεν τον κάνει μόνο η καταγωγή, αλλά και η συμπεριφορά. Παρό­μοια γνωρίζω και Ασσύριο και Αιγύπτιο που κατατάσσεται μ' αυτούς για την προαίρεσι και το φρόνημά του.

Τι λένε λοιπόν οι Φαρισαίοι; «Εάν έτσι έχη το θέμα της διαζεύξεως του άνδρα από την γυναίκα, μόνο από μία αιτία, τότε δεν συμφέρει ο γάμος» (Ματθ. 19, 10).

- Ω Φαρισαίε, τώρα το καταλαβαίνεις πως δεν συμφέρει ο γά­μος. Προηγουμένως δεν το γνώριζες, όταν έβλεπες τις χήρες γυναίκες και τα ορφανά παιδιά και τους θανάτους των μικρών παιδιών και τα πένθη που ακολουθούσαν τα γλέντια, και τους θανάτους των νεόνυμ­φων και τις ατεκνίες και τις γεννήσεις αναπήρων παιδιών και τους τοκε­τούς όπου πέθανε η μητέρα και όλη την σχετική κωμωδία ή τραγωδία; Ή καλύτερα και τα δυο μαζί.

Συμφέρει να παντρευθή κανείς; Συμφωνώ κι εγώ, διότι «ο γάμος είναι τίμιος και η κοίτη αμόλυντη» (Έβρ. 13,4). Συμφέρει στους σώ­φρονες, όχι στους αχόρταγους και σ' αυτούς που θέλουν να δίνουν στην σάρκα περισσότερη αξία από ό,τι πρέπει. Όταν ο γάμος είναι μόνο τούτο, γάμος δηλαδή και ένωσις συζύγων και επιθυμία αποκτήσεως παιδιών διαδόχων, είναι καλός, διότι δημιουργεί περισσοτέρους αν­θρώπους που ευαρεστούν τον Θεό. Όταν όμως εξάπτη την ύλη της σάρκας και σε περιβάλλη με αγκάθια και γίνεται σαν δρόμος που οδηγεί στο κακό, τότε κι εγώ αναφωνώ, «δεν συμφέρει να παντρευθής».

10. Ο γάμος είναι καλό πράγμα, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είναι και ανώτερο από την παρθενία. Διότι δεν θα ήταν μεγάλο πράγμα η παρθενία, αν δεν τύχαινε να είναι καλύτερη από καλό. Αλλά μην στενοχωρείσθε όσες είσαστε στο ζυγό του γάμου. «Πρέπει να πειθαρχού­με στον Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους» (Πράξ. 5,29). Πλην όμως να είσαστε συνδεδεμένες μεταξύ σας και οι παρθένες και οι σύζυγοι γυναίκες και να είσαστε ένα πράγμα «εν Κυρίω» και οι μεν στόλισμα των δε. Δεν θα υπήρχε άγαμος, αν έλειπε ο γάμος. Γιατί πως ξεπρόβαλε σ' αυτή την ζωή η παρθένος; Δεν θα υπήρχε γάμος σεμνός, αν δεν έ­φερε σαν καρπό στον Θεό και στην ζωή, παρθένο. Τίμησε και συ (η παρθένος) την μητέρα σου από όπου δημιουργήθηκες. Τίμησε και συ (η σύζυγος) αυτήν που προήλθε από μητέρα, έστω κι αν δεν είναι μητέρα. Δεν είναι μεν μητέρα, αλλά είναι νύμφη του Χριστού.

Η εξωτερική ομορφιά δεν κρύβεται, ενώ η κρυμμένη είναι φανε­ρή στον Θεό. «Όλη η δόξα της θυγατρός του Βασιλέως είναι από μέσα και περιβάλλεται και στολίζεται με χρυσά κρόσσια» (Ψαλμ. 44,14) είτε δηλαδή με (άγιες) πράξεις είτε με (ιερές) θεωρίες.

Και αυτή που είναι στον ζυγό του γάμου, ας ανήκη κάπως στον Χριστό. Η παρθένος ας ανήκη ολόκληρη στον Χριστό. Η μία να μη δέ­νεται εντελώς με τα κοσμικά. Η άλλη (η παρθένος) να μη προσχωρή καθόλου στον κόσμο. Εκείνο που για την παντρεμένη είναι μερικό, για την παρθένο ας είναι ολικό.

- Έχεις διαλέξει, (παρθένε), την αγγελική ζωή; Έχεις καταταγή στους άγαμους; Ας μη καταπέσης στα σαρκικά, ας μη καταπέσης στα υλικά, ας μη κάνης γάμο με τα υλικά, ενώ παράλληλα μένεις άγαμη. Ό­ταν το μάτι πορνεύη, δεν φυλάει παρθενία. Όταν η γλώσσα πορνεύη, συνενώνεται με τον διάβολο. Όταν τα πόδια βαδίζουν άτακτα, επικρί­νονται για αρρώστεια ή κίνδυνο. Ας ασκή παρθενία και ο νους, ας μη τρέχουν εδώ κι εκεί οι σκέψεις, ας μη περιπλανούνται. Ας μη τυπώνωνται στην διάνοια αμαρτωλές εικόνες, γιατί κι αυτό αποτελεί μέρος της πορνείας. Ας μην εικονίζωνται στην ψυχή τα μισητά.

11. «Και ο Χριστός είπε σ' αυτούς: Δεν τον δέχονται όλοι αυτόν τον λόγο (για την αγαμία), αλλά αυτοί που τους δόθηκε (η σχετική χάρις)» (Ματθ. 19,11). Βλέπετε πόσο υψηλό είναι το πράγμα. Λίγο έλειψε να είναι και άπιαστο. Αλήθεια, πως μπο­ρεί να μην είναι ανώτερο από την σάρκα αυτό που προέρχεται από σαρκική γέννησι και δεν προχωρεί όμοια σε σαρκική γέννησι; Γιατί, πως να μην είναι αγγελικό πράγμα, αυτή, που είναι δεμένη με την σάρ­κα να μη ζη σαρκικά, αλλά να βρίσκεται ψηλότερα από την φυσική κατάστασι; Η σάρκα την έδεσε στον κόσμο, αλλά το φρόνημα και η σκέψις την ανέβασε στον Θεό. Η σάρκα την βάραινε, αλλά το φρόνημα και η σκέψις την φτέρωσε. Η σάρκα την έδεσε, αλλά ο πόθος την έλυσε.

- Τεντώσου ολόψυχα, παρθένε, προς τον Θεόν. Αυτό βέβαια το νομοθετώ και για τους άνδρες και για τις γυναίκες. Και ας μη σου φανή, (παρθένε), κάποιο άλλο πράγμα καλό, από αυτά που αρέσουν στους πολλούς. Ας μη σου φανή καλό πράγμα η ευγενική καταγωγή, ούτε ο πλούτος ούτε ο βασιλικός θρόνος ούτε η εξουσία ούτε η ομορφιά που φαντάζει στα χρώματα και στις συνθέσεις των σωματικών μελών. Η ομορφιά αυτή γίνεται παίγνιο του χρόνου και της αρρώστειας. Άραγε άδειασες στον Θεόν όλη την δύναμι της αγάπης σου; Άραγε δεν πο­θείς δύο πράγματα, και τα πρόσκαιρα και τα αόρατα; Άραγε πληγώθη­κες τόσο πολύ από το «εκλεκτόν βέλος» (Ης. 49,2) και γνώρισες καλά την ομορφιά του Νυμφίου; ώστε να του λες και συ μαζί με την νύμφη του νυμφικού δράματος και τραγουδιού: «Είσαι γλυκύτητα και όλος επι­θυμία» (Άσμα ασμάτων 5,16).

12. Κοιτάξετε τα νερά που μπήκαν μέσα σε μολύβδινους σωλή­νες, πως από την μεγάλη πίεσι και την ενιαία φορά, πολλές φορές ξε­φεύγουν τόσο πολύ από την φύσι τους, ώστε ξεπετάγονται ψηλά. Και καθώς σπρώχνονται από πίσω, πάντοτε πετάγονται προς τα άνω. Έτσι και συ, (παρθένε), εάν σφιχτής στον πόθο και ολόκληρη συναφθής στον Θεό, θα πεταχθής ψηλά. Δεν θα πέσης κάτω. Δεν θα διαλυθής. Θα μείνης ολόκληρη στον Χριστό, μέχρις ότου αξιωθής και να αντικρύσης τον Χριστό, τον νυμφίο σου. Φύλαγε τον εαυτό σου απρόσιτο στο κακό και στα λόγια και στα έργα και στην ζωή και στις σκέψεις και στις κινήσεις. Από παντού ο Πονηρός σε περιεργάζεται και τα παρατηρεί όλα προσεκτικά, που θα χτυπήση, που θα πληγώση, που τυχόν θα βρή ξεγυμνωμένο μέρος, το οποίο προσφέρεται για χτύπημα. Όσο πιο κα­θαρή σε βλέπει, τόσο περισσότερο αγωνίζεται να σε κηλίδωση. Άλλω­στε στην λαμπρή ενδυμασία οι κηλίδες είναι πιο εμφανείς.

Ας μη παρασύρη ο οφθαλμός τον οφθαλμό ούτε το γέλιο το γέ­λιο ούτε η οικειότητα την νύκτα ούτε η νύκτα την απώλεια. Εκείνο που σιγά σιγά παρασύρεται και υποκλέπτεται, προς το παρόν δείχνει ανε­παίσθητη ζημιά, αλλά καταλήγει στο πιο βαρύ αμάρτημα.

13. «Δεν τον δέχονται όλοι αυτόν τον λόγο (για την αγαμία), αλλά αυτοί που τους δόθηκε (η σχετική χάρις)» (Ματθ. 19,11). Σαν ακούσης «τους δόθηκε», μη σκεφθής σαν αιρετικός, μην ομιλήσης για φύσεις, μην ομιλήσης για τους «χοϊκούς» και τους «πνευματικούς» και τους «μέσους». Γιατί είναι μερικοί τόσο άσχημα το­ποθετημένοι, ώστε να νομίζουν πως άλλοι άνθρωποι έχουν φύσι που προορίζεται εξ ολοκλήρου για απώλεια, άλλοι για σωτηρία και άλλοι ανάλογα προς τα που κλίνει η θέλησίς τους, προς τα χειρότερα ή προς τα καλύτερα.

Δέχομαι κι εγώ βέβαια ότι οι άνθρωποι έχουν ικανότητες άλλος περισσότερες και άλλος λιγώτερες. Αλλά δεν επαρκούν οι ικανότητες για την (πνευματική) τελειότητα. Αυτή προκαλείται από την σκέψι και την απόφασι, που κάνουν την φύσι να προχώρηση σε έργο, όπως ακρι­βώς ο πυριτόλιθος πρέπει να χτυπηθή με το σίδερο για να δημιουργηθή φωτιά.

Όταν ακούσης «σ' αυτούς που δόθηκε», να πρόσθεσης, «δόθηκε σ' όσους προσκαλούνται και συγκατανεύουν στην πρόσκλησι». Όπως πάλι όταν ακούσης «δεν εξαρτάται από εκείνον που θέλει ούτε από εκείνον που τρέχει, αλλά από τον Θεόν που ελεεί» (Ρωμ. 9,16), σε συμβουλεύω να σκεφθής το ίδιο. Υπάρχουν μερικοί που τό­σο αλαζονεύονται για τα κατορθώματά τους, ώστε το παν να το δίνουν στον εαυτό τους και τίποτε στον Δημιουργό και δοτήρα της σοφίας και χορηγό των καλών. Γι' αυτό τους διδάσκει ο λόγος πως και η θέλησις του καλού χρειάζεται την βοήθεια του Θεού˙ ή καλύτερα, η εκλογή του σωστού αποτελεί θεϊκό δώρο της θεϊκής φιλανθρωπίας.

Πρέπει να θέτουμε έτσι τα πράγματα, ώστε να σώζωνται και η ελευθερία του ανθρώπου και η χάρις του Θεού (Η ορθόδοξος θέσις είναι ότι πρέπει να συνεργήσουν και οι δύο παράγοντες στην σωτηρία του άνθρωπου, και η θεία ενέργεια και η ανθρώπινη. Πρόκειται για θεανθρώπινη συνεργασία. Αυτή την γραμμή υποστηρίζουν και οι Καππαδόκες Πατέρες, όπως εν προκειμένω ο άγιος Γρηγόριος. Στην δύσι, ο Ιερός Αυγουστίνος το είδε διαφο­ρετικά το θέμα, υπερτονίζοντας τον θείο παράγοντα και υποτιμώντας τον ανθρώπινο). Γι' αυτό λέει, «δεν εξαρτάται από εκείνον που θέλει» δηλαδή μόνο από εκείνον, «ούτε» μόνο «από εκείνον που τρέχει, αλλά και από τον Θεό που ελεεί» (Ρωμ. 9,16). Έπειτα, αφού και η βούλησις προέρχεται από τον Θεό, όλα φυ­σικά τα έδωσε στον Θεό. Όσο και να τρέξης όσο και να αγωνισθής, έ­χεις ανάγκη του στεφανοθέτη. «Εάν ο Κύριος δεν οικοδομήση σπίτι, ά­δικα κοπιάζουν οι οικοδόμοι. Εάν ο Κύριος δεν φυλάξη πόλι, άδικα αγρυπνούν οι φυλακές της» (Ψαλμ. 126,1).

Γνωρίζω, λέει (ο Σολομών), ότι «το τρέξιμο δεν είναι για τους ανάλαφρους ούτε ο πόλεμος για τους δυνατούς» (Έκκλ. 9,11) ούτε για τους μαχητές η νίκη, ούτε για τους καλοταξειδευτές τα λιμάνια. Όλα εξαρτώνται από τον Θεό, και η επιτυχία της νίκης και το καλό φθάσιμο του πλοίου στο λιμάνι.

14. Και το επόμενο περιστατικό, αν και λέγεται και κατανοείται σε άλλη περικοπή, ίσως να είναι αναγκαίο να το προσθέσω στα προηγού­μενα, για να χαρίσω και σε σάς τον πλούτο μου:

«Εζήτησε η μητέρα των παιδιών του Ζεβεδαίου» (Ματθ. 20,20) από πάθος αγάπης προς τα παιδιά της, και από ά­γνοια του τι μεγάλο πράγμα ζητεί - συγχωρείται όμως γιατί είχε υπερ­βολική αγάπη και φυσική συμπάθεια και εύνοια προς τα παιδιά της, αφού άλλωστε δεν υπάρχει τίποτε ευσπλαγχνικώτερο από την μητέρα· και το λέω αυτό για να νομοθετήσω την τιμή προς τις μητέρες. «Εζήτησε λοιπόν η μητέρα τους από τον Ιησού, να καθήσουν τα παιδιά της ένα στα δεξιά και ένα στα αριστερά».

Αλλά πως φέρθηκε ο Σωτήρ; Ερώτησε στην αρχή αν μπορούν να πιουν το ποτήριο που επρόκειτο αυτός να πιή. Και σαν συμφώνησαν σ' αυτό και ο Σωτήρ το δέχθηκε - γνώριζε βέβαια ότι με αυτό φθάνουν ή μάλλον θα φθάσουν στην τελείωσι και στο τέλος - τι τους είπε; «Το μεν ποτήριο θα το πιήτε, αλλά το να καθήσετε στα δεξιά και στα αριστερά δεν είναι στο χέρι μου να το δώσω, αλλά ανήκει σ' αυτούς που τους δόθηκε» (Ματθ. 20,23). Μα καλά πως γίνεται αυτό; Ο ηγεμόνας νους δεν συμβάλλει σε τίποτε; Ούτε ο κόπος; Ούτε ο λόγος; Ούτε η μοναστική άσκησις και ζωή; Ούτε η νη­στεία; Ούτε η αγρυπνία; Ούτε η χαμευνία; Ούτε το συνεχές χύσιμο δα­κρύων; Τίποτε από όλα αυτά, αλλά σαν με κάποια παράλογη κλήρωσι ο Ιερεμίας αγιάζεται από την κοιλιά της μητέρας του και άλλοι από τότε αποξενώνονται από τον Θεόν;

15. Φοβάμαι μήπως σάς κόλληση και καμμία παράλογη ιδέα, πως η ψυχή προϋπήρξε και έζησε σε άλλο κόσμο και έπειτα δέθηκε μ' αυτό το σώμα. Και ανάλογα με την εκεί διαγωγή, άλλοι παίρνουν εδώ το χά­ρισμα της προφητείας, και άλλοι όσοι έζησαν αμαρτωλά καταδικάζονται. Τούτο όμως είναι πολύ παράλογο να το δεχθούμε. Επίσης δεν είναι «εκκλησιαστικό». Άλλοι ας κάνουν παιγνίδια με τέτοια δόγματα. Σ' εμάς δεν είναι ασφαλές να κάνουμε τέτοια παιγνίδια. Γι' αυτό και σ' αυ­τήν την περικοπή στο «σ' αυτούς που τους δόθηκε», ας προσθέσης, «δόθηκε στους άξιους». Ο,τι απέκτησαν δεν το πήραν απλώς από τον Πατέρα, αλλά το έδωσαν και οι ίδιοι στον εαυτό τους.

16. «Διότι υπάρχουν ευνούχοι που ευνουχίσθηκαν από την κοιλιά της μητέρας τους» κλπ. (Ματθ. 19,12). Το ήθελα υπερβολικά να μπορούσα να πω κάποιον λόγο ανδρικό για τους ευνού­χους.

- Μην υψηλοφρονείτε όσοι εκ φύσεως είσαστε ευνούχοι. Διότι η ηθική ακεραιότης σας ίσως είναι αθέλητη, αφού δεν γνώρισε δοκιμα­σία και δεν δοκιμάσθηκε στην πράξι με πειρασμούς. Το καλό που έχου­με εκ φύσεως είναι μικράς αξίας, ενώ εκείνο που έχουμε από την θέλησί μας (και τον προσωπικό μας αγώνα) είναι αξιέπαινο. Ποια χάρι και ποιο έπαινο ν' αποδώσουμε στην φωτιά επειδή καίει; Αυτό το έχει εκ φύσεως. Ποια χάρι και ποιόν έπαινο ν' αποδώσουμε στο νερό επειδή κυλάει προς τα κάτω; Αυτό το έχει από τον Δημιουργό Του. Ποια χάρι και ποιόν έπαινο ν' αποδώσουμε στο χιόνι επειδή είναι ψυχρό; Ή στον ήλιο επειδή φωτίζει; Διότι και να μη το θέλη, φωτίζει. Κάνε μου την χά­ρι να θέλησης τα καλύτερα. Κάνε μου την χάρι, εάν κατέληξες σαρκι­κός, να μεταβληθής σε πνευματικό εάν, ενώ σύρεσαι κάτω από το μο­λύβι της σάρκας, απόκτησης φτερά από την λογική˙ εάν, ενώ κατέληξες ταπεινός, μεταβληθής σε ουράνιο˙ εάν, ενώ δέθηκες με την σάρκα, φανής ανώτερός της.

17. Επειδή η σωματική εγκράτεια δεν φέρνει έπαινο στους ευ­νούχους, άπ' αυτούς ζητώ κάτι άλλο. Μην πορνεύσετε όσον αφορά την πίστι σας στον Θεό. Αφού συζευχθήκατε τον Χριστό, μην ατιμάσετε τον Χριστό. Αφού τελειωθήκατε από το Άγιον Πνεύμα, μη κάνετε το Άγιο Πνεύμα ομότιμο με σάς, (δηλ. κτίσμα)( Στα χρόνια του αγίου Γρηγορίου υπήρχαν και οι Πνευματομάχοι, που δεν ωμολογούσαν το Άγιον Πνεύμα ως Θεόν αληθινόν, ομότιμο και ίσο προ τον Πατέρα και τον Υιό. Ο λόγος τώρα γίνεται αντιαιρετικός και στρέφεται εναντίον αυτών των αιρετικών, χωρίς να ξεχνάη και τους Αρειανούς). Ο Παύλος λέει, «εάν ακόμη άρεσα στους ανθρώπους, δεν θα ήμουνα δούλος Χριστού» (Γαλ. 1,10). Εάν ελάτρευα κτίσμα, δεν θα ωνομαζόμουν Χριστιανός. Για ποιο λόγο έχει τιμή το όνομα Χριστιανός; Όχι διότι ο Χριστός είναι Θεός; Εκτός και συμβαίνει αυτό επειδή είμαι άνθρωπος που συνενώ­θηκα με τον Χριστό με αγάπη. Όμως και τον Πέτρο τιμώ, αλλά δεν ονομάζομαι Πετριανός. Και τον Παύλο, αλλά δεν ωνομάσθηκα Παυλιανός. Δεν δέχομαι να παίρνω ονόματα από ανθρώπους αφού είμαι δημιούργημα του Θεού. Έτσι αν τον Χριστό τον θεωρής Θεό και γι' αυτό ονομάζεσαι Χριστιανός, καλώς. Είθε να καλείσαι έτσι και να μένης πι­στός και στο όνομα και στο πράγμα. Εάν όμως επειδή απλώς αγαπάς τον Χριστό, για τούτο παίρνεις από αυτόν το όνομα, τίποτε το περισσό­τερο δεν προσφέρεις στον εαυτό σου από τις άλλες ονομασίες που προκύπτουν από κάποιο επάγγελμα ή πράγμα.

18. Βλέπετε αυτούς που δείχνουν ζήλο για τις Ιπποδρομίες. Αυτοί παίρνουν ονόματα από τα χρώματα και από τις παρατάξεις όπου ανή­κουν(Στην Κωνσταντινούπολι και γενικά στην Ρωμιοσύνη υπήρχαν μέχρι τις αρχές του 7ου μ.Χ. αιώνα δύο μεγάλες ομάδες, οι Βένετοι (=γαλάζιοι) και οι Πράσινοι. Στους δεύτερους άνηκαν τα λαϊκώτερα στρώματα. Ενώ στην αρχή οι δραστηριότητές τους περιορίζονταν στα αθλητικά, αργότερα είχαμε και ανάμειξι με τα πολιτικά, που πολλές φορές δημιουργούσε οξείς προβληματισμούς). Εσείς, αν κι εγώ δεν τα λέω, τα γνωρίζετε τα ονόματα. Εάν με αυτή την έννοια ονομάζεσαι Χριστιανός, είναι πολύ ασήμαντη η ονομα­σία, έστω κι αν εσύ καλλωπίζεσαι γι' αυτή. Εάν όμως ονομάζεσαι Χρι­στιανός, διότι τον Χριστό τον θεωρείς Θεό, τότε δείξε αυτό που πι­στεύεις με τα έργα σου.

Εάν ο Υιός είναι κτίσμα, ακόμη και τώρα λατρεύεις την κτίσι και όχι τον Κτίστη. Εάν το Άγιο Πνεύμα είναι κτίσμα, άδικα βαπτίσθηκες και στα μεν δύο μέρη υγιαίνεις - ή μάλλον ούτε σ' εκείνα - στο δε τρί­το βρίσκεσαι σε πλήρη κίνδυνο.

Φαντάσου την Τριάδα σαν ένα μαργαριτάρι, που από όλες τις πλευρές είναι όμοιο και λάμπει εξ ίσου. Οποίο τμήμα του κι αν χαλάση, χάθηκε όλη η ομορφιά του. Έτσι όταν προσβάλης τον Υιό για να τίμη­σης τον Πατέρα, δεν δέχεται την τιμή σου. Με την προσβολή του Υιού ο Πατήρ δεν δοξάζεται. Εάν «ο σοφός Υιός ευφραίνη τον πατέρα του» (Παρμ. 10,1), πόσο περισσότερο η τιμή του Υιού γίνεται τιμή του Πατέ­ρα; Ακόμα δέξου και τούτο: «Υιε, να μη δοξάζεσαι με την προσβολή του πατέρα σου» (Σ. Σειράχ 3,10). Καθ' όμοιο τρόπο ούτε ο Πατήρ δο­ξάζεται με την προσβολή του Υιού.

Εάν προσβάλης το Άγιον Πνεύμα, δεν δέχεται την τιμή σου ο Υιός. Διότι αν και δεν γεννάται σαν τον Υιό από τον Πατέρα, όμως προέρχεται από τον ίδιο Πατέρα. Ή όλους τίμησέ τους ή όλους πρόσβαλέ τους, για να είσαι συνεπής με τον εαυτό σου. Δεν δέχομαι την μισοευσέβειά σου. Σε θέλω ολόκληρο ευσεβή, και όπως θέλω. Συγχώρησέ μου το πάθος. Πονάω και γι' αυτούς που με μισούν. Ήσουνα μέλος δικό μου, παρ όλο που τώρα αποκόβεσαι. Ίσως να γίνης πάλι μέλος.

Γι' αυτό και ομιλώ με φιλανθρωπία. Αυτά τα λέμε για τους ευνού­χους, ώστε να έχουν ακεραιότητα στην πίστι προς τον Θεό.

19. Δεν λέγεται μόνο η σωματική αμαρτία πορνεία και μοιχεία, αλλά και κάθε άλλη αμαρτία σου και μάλιστα η παρανομία στην πίστι προς τον Θεό. Πως θα σου το αποδείξουμε; Γιατί ίσως να το ζητής. «Επόρνευσαν, λέει η Γραφή, με τις πράξεις και τις ενασχολήσεις τους» (Ψαλμ. 105,39). Βλέπεις αναίσχυντη πράξι πορνείας; «Και εμοίχευσαν (λατρεύοντας) ξύλινα είδωλα» (Ιερ. 3,9). Βλέπεις πως υπάρχει και θρη­σκευτική μοιχεία; Μη λοιπόν μοιχεύσης στην ψυχή, ενώ είσαι ακέραιος στο σώμα.

Μη δείξης, (ευνούχε), την αθέλητη σωματική σου εγκράτεια εκεί που δεν χαρακτηρίζεσαι εγκρατής, αλλά εκεί που μπορείς να αμαρτήσης. Γιατί λοιπόν, (ευνούχοι), ασπασθήκατε την αίρεσι; Γιατί όλοι πήρα­τε τον κατήφορο, ώστε το «ευνούχος» να είναι συνώνυμος με το αιρετικός. Συνταχθήτε με τους άνδρες. Έστω και αργά δείξετε κάποιο αν­δρικό φρόνημα. Φύγετε από τους γυναικωνίτες. Ας μη προστεθή στο άσχημο όνομά σας το άσχημο κήρυγμά σας(Στην εποχή του αγίου Γρηγορίου οι Ευνούχοι είχαν σπουδαίες θέσεις τόσο στην βασιλική αυλή, όσο και στην όλη διοίκησι του κράτους. Το όνομά τους δεν συνδέ­θηκε με την αρετή. Συχνά κατέφευγαν σε ραδιουργίες και συνωμοσίες. Επί πλέον, όπως διακρίνεται καθαρά στον λόγο του θεολόγου Πατρός, έπαιρναν το μέρος των αιρετικών. Για τους αυλικούς που ήταν κυρίως ευνούχοι ο ιερός Πατήρ δεν μας άφησε κα­λούς χαρακτηρισμούς. Φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολι και εκφωνώντας τον αποχαιρετιστήριο λόγο του ανέφερε και τα εξής: «Χαιρετώ κι' εσάς που ανήκετε στην αυλή και υπηρεσία του βασιλέως˙ αν μεν είσαστε πιστοί στον βασιλέα δεν το ξέρω˙ πάντως ως προς τον Θεό κατά το πλείστον είσαστε άπιστοι». Ο ιερός ρήτορας ξέρει να είναι τολμηρός στην γλώσσα του και να στηλιτεύη).

Έχετε όρεξι να συνεχίσουμε λίγο τον λόγο; Ή χορτάσατε με όσα ελέχθηκαν; Ωστόσο ας ακουσθούν και τιμητικά λόγια για (κάποιους άλ­λους) ευνούχους. Ο λόγος θα είναι επαινετικός.

22. Μόνο ας αποκόψουμε τον εαυτό μας από τα πάθη, προσέχον­τας μήπως και κάποια δηλητηριασμένη ρίζα αναβλαστάνει μέσα μας και μας ταράζει. Μόνο ας συμμορφώνουμε την ζωή μας με την (θεία) εικό­να. Μόνο να σεβώμαστε το Αρχέτυπο (Συχνά ο άγιος Γρηγόριος ομιλεί για την θεία εικόνα. Ο άνθρωπος επλάσθη κατ' εικόνα Θεού. Λογικός ο Θεός, λογικός και ο άνθρωπος. Ελεύθερος ο Θεός, ελεύ­θερος και ο άνθρωπος... Αρχέτυπο είναι ο Θεός, αντίγραφο -εικόνα ο άνθρωπος). Απόκοψε τα πάθη του σώ­ματος, απόκοψε και τα πάθη της ψυχής. Όσο ανώτερη και πολυτιμότε­ρη είναι η ψυχή, τόσο ανώτερο είναι να καθαρίσης αυτήν παρά το σώ­μα. Και αν είναι αξιέπαινο το να καθαρίζης το σώμα, σκέψου πόσο ανώ­τερο και σπουδαιότερο είναι το να καθαρίζης την ψυχή.

Απόκοψε και την αίρεση του Αρείου. Απόκοψε και την κακοδοξία του Σαβελλίου (Ο Σαβέλλιος 3ος μ.Χ. αι. - εδίδασκε ότι ο Θεός είναι ένα πρόσωπο που πα­ρουσιάσθηκε πρώτα ως Πατήρ, έπειτα ως Υιός και κατόπιν ως Άγιον Πνεύμα). Μήτε να ενώσης τα πρόσωπα της θεότητος περισ­σότερο από όσο πρέπει, μήτε να τα διαιρέσης κακώς. Μήτε να συνένω­σης τα τρία πρόσωπα σε ένα (όπως ο Σαβέλλιος), μήτε να φτιάξης τρεις διαφορετικές και ξένες φύσεις (όπως ο Άρειος). Και το ένα είναι αξιέ­παινο, όταν το εννοούμε σωστά (μία φύσις)· και τα τρία, όταν διαιρούν­ται σωστά· όταν δηλαδή η διαίρεσις δεν αναφέρεται στην θεϊκή φύσι, αλλά στα πρόσωπα.

23. Αυτά τα νομοθετώ και για τους λαϊκούς, αυτά τα παραγγέλλω και στους κληρικούς, αλλά και στους άρχοντες. Βοηθήσατε τον (ορθό­δοξο) λόγο, όσοι έχετε από τον Θεό την δυνατότητα να βοηθήτε. Είναι μεγάλο πράγμα να προλάβης τον φόνο και να περιορίσης την μοιχεία και να συνετίσης τον κλέφτη αλλά πολύ περισσότερο να υποστηρίζης με νόμο την Ορθοδοξία και να ομολογήσης τον λόγο της ορθής πί­στεως. Δεν θα κατορθώση τόσα ο δικός μου λόγος που πολεμεί υπέρ της Αγίας Τριάδος, όσο ο νόμος του κράτους. Θα βοηθήση ο νόμος, εάν κλείνη το στόμα των κακοδόξων, εάν ενισχύη τους διωκόμενους Ορ­θοδόξους, εάν συγκρατή τους φονιάδες, εάν εμποδίζη τον φόνο. Δεν εννοώ μόνο τον σωματικό, αλλά και τον ψυχικό, αφού κάθε αμαρτία, είναι θάνατος της ψυχής. Εδώ ας σταματήσουμε τον λόγο.

24. Υπολείπεται μόνο να κάνουμε μία ευχή για όσους συγκεν­τρώθηκαν εδώ.

- Άνδρες και γυναίκες, λαός και άρχοντες, γέροι, νέοι και κοπέλλες, κάθε ηλικία, ας υπομείνετε κάθε βλάβη είτε χρηματική είτε σωμα­τική ένα όμως να μη δέχεσθε, την ζημία (ως προς την πίστι σας) στον Θεό.

Προσκυνώ τον Πατέρα, προσκυνώ τον Υιό, προσκυνώ το Άγιο Πνεύμα η καλύτερα προσκυνούμε, εγώ που σάς ομιλώ πρώτος από όλους, εγώ και ύστερα από όλους και μαζί με όλους, με την χάρι του Κυ­ρίου και Χριστού μας, στον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμις εις τους αιώνας.

Αμήν.


πηγή

TΟ ΧΑΡΙΣΜΑ TOY ΓΑΜΟΥ

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ TOY ΓΑΜΟΥ

π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Από το βιβλίο: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ

Κατά την αντίληψη του κόσμου τούτου ο γάμος αποτελεί σύμβαση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους διαφορετικού φύλου, για την ικανοποίηση επιθυμιών και την εξυπηρέτηση συμφερόντων και σκοπών της ζωής αυτής.

Μ' αυτή την έννοια ο γάμος αποτελεί φυσικό θεσμό-δεν έχει σημασία αν τελείται μέσα στην Εκκλησία ή στο Δημαρχείο, αν ευλογείται από τον ιερέα ή πιστοποιείται από τη Δημοτική Αρχή.

Ποία όμως είναι η πίστη της Εκκλησίας μας; Είναι ο γάμος απλός φυσικός θεσμός ή μήπως υπηρετεί το σχέδιο του Θεού, που είναι η επιστροφή του ανθρώπου στην κοινωνία της αγάπης του Τριαδικού Θεού, από την οποία απομακρύνθηκε με την πτώση του;

α) Η κοινωνία ανδρός και γυναικός

Για να αξιολογήσουμε ορθά το γάμο μέσα στην Εκκλησία πρέπει να αναφερθούμε στην υπαρξιακή ταυτότητα του ανθρώπου.

Η αγία Γραφή μας πληροφορεί πως ο άνθρωπος πλάσθηκε κατ' εικόνα του Τριαδικού Θεού, δηλαδή όχι ως άτομο, αλλά ως κοινωνία προσώπων: Και εδημιούργησεν ο Θεός τον άνθρωπο, κατ' εικόνα Θεού εδημιούργησε αυτόν, τους έκανε άνδρα και γυναίκα (Γέν. α' 27).

Η εικόνα του Θεού, δηλαδή ο άνθρωπος, δημιουργήθηκε από την αρχή ως ζεύγος, ως άνδρας και γυναίκα. Όπως ο Τριαδικός Θεός δεν είναι μονάδα, αλλά Τριάδα, δηλαδή κοινωνία προσώπων, έτσι και ο άνθρωπος δημιουργήθηκε όχι ως μονάδα, αλλά ως ζευγάρι• ο ποιήσας άπ' αρχής άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς, επαναλαμβάνει ο ευαγγελιστής (Ματθ. ιθ' 4, πρβλ. Γέν. α' 27).

Το δόγμα της Αγίας Τριάδος, που εκφράζεται με την ενότητα της ουσίας και την τριαδικότητα των υποστάσεων αποτελεί βασική αλήθεια και αντιστοιχεί στην πραγματικότητα του ανθρώπου. Αυτή η μοναδική Θεία πραγματικότητα αποτελεί τη βάση της ζωής μας και το θεμέλιο της σωτηρίας μας. Ο άνθρωπος επλάσθη κατ' εικόνα του Τριαδικού Θεού και ως προς τη φύση του και ως προς το γεγονός της ενότητας με τους άλλους ανθρώπους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκε από την αρχή σαν ζευγάρι, ως άνδρας και ως γυναίκα.

β) Σκοπός του γάμου

Υπάρχει η αντίληψη πως ο βασικός σκοπός του γάμου είναι η απόκτηση τέκνων. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η τεκνοποιία είναι μέσα στους σκοπούς αυτού του ιερού μυστηρίου- όμως δεν είναι ο έσχατος σκοπός.

Ο προφήτης Μαλαχίας υπογραμμίζει πως εγγυητής και μάρτυρας του συζυγικού δεσμού είναι ο Θεός, ο κοινός Δημιουργός του άνδρα και της γυναίκας. Καταπολεμεί την αντίληψη της εποχής, σύμφωνα με την οποία μοναδικός σκοπός του γάμου είναι η απόκτηση τέκνων και ότι γι' αυτό το λόγο επιτρέπεται το διαζύγιο ύστερα από την εκπλήρωση αυτού του σκοπού. Για τον Μαλαχία η ουσία του μυστηρίου βρίσκεται στην πραγμάτωση της κοινής ζωής, στη διατήρηση και στην αύξηση του αδιάρρηκτου δεσμού των συζύγων, που γίνονται ένα πνεύμα και μία σάρκα (Μαλαχ. β' 14-15. Γέν β' 24. Ματθ. ιθ' 5. Μάρκ. ι' 8, πρβλ. Σοφ. Σολ. δ' 1-6. Σοφ. Σειρ. ιστ' 1-4).

Στο εβραϊκό κείμενο αναφέρεται πως ο Θεός μισεί την απόλυση, δηλαδή το διαζύγιο, το οποίο καταλύει τον πρωταρχικό σκοπό του γάμου (Μαλαχ. β' 16). Η διάσπαση του δεσμού αυτού, που εκφράζει την καθολική ενότητα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, δεν ανταποκρίνεται προς το θέλημα του Θεού και είναι αντίθετος με την ίδια τη φύση του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος πλάσθηκε από τον Θεό όχι σαν κάποιο ον αποκομμένο από τους ομοίους του, αλλά σαν κοινωνία αγάπης. Και είναι φανερό πως η κοινωνία αυτή δεν πραγματοποιείται έξω από την αγάπη του Θεού, που είναι η πηγή της ενότητας και της αγάπης μέσα στον κόσμο. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στην περίπτωση του Αδάμ.

Εφόσον ο Αδάμ έμενε στην κοινωνία αγάπης του Θεού, έβλεπε τη γυναίκα του, την Εύα, σαν ένα κομμάτι από τον ίδιο τον εαυτό του (Γέν. β' 23-24). Όταν όμως με την πράξη της παρακοής έπαυσε να ταυτίζει το θέλημα του με το θέλημα του Θεού, όταν δηλαδή έπαυσε να αγαπά τον Θεό, τότε είδε τη γυναίκα του σαν κάτι διαφορετικό, σαν ένα άτομο ξένο. Γι' αυτό και δεν ήταν έτοιμος να αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη της παρακοής (Γέν. γ' 12).

Με το Ιερό μυστήριο του γάμου ο πιστός ξανατοποθετείται στο δρόμο, για να ξαναβρεί την ενότητα στη μία και ενιαία ανθρώπινη φύση, να ξαναγίνει κοινωνία προσώπων. Αυτήν ακριβώς την ενότητα καλούνται να ζήσουν οι χριστιανοί σύζυγοι μέσα στο γάμο, όπου γίνονται πραγματικά ένα σώμα. Γι' αυτή την ενότητα λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:

Ωσάν από μία κεφαλή, συνέδεσε το σώμα ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους. Και επειδή ακριβώς από την αρχή ενόμιζαν ότι είναι δύο, κύτταξε πως συνενώνει πάλι και συσφίγγει αυτούς εις ένα δια του γάμου. Εξαιτίας αυτής της σχέσης, λέγει, θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα και την μητέρα του και θα προσηλωθεί στη γυναίκα του, ώστε οι δύο να γίνουν μία σάρκα (Γέν. β' 24).

Είδες πόσους δεσμούς αγάπης επενόησε ο Θεός: Αλλ' αυτά μεν τα ενέχυρα κατέθεσε στην ομόνοια από τη φύση του ανθρώπου. Διότι το να είναι από την ίδια ουσία, σ' αυτό οδηγεί- επειδή κάθε ζώο αγαπά τα ζώα του είδους του- και το να έχει γίνει η γυναίκα από τον άνδρα και το να γίνονται πάλι τα τέκνα και από τους δύο. Δι' αυτό και δημιουργούνται πολλοί τρόποι δια σχέσεις μεταξύ μας. Δηλαδή τον μεν να αγαπάμε ως πατέρα, τον δε ως παππού-και την μεν ως μητέρα, την δε ως τροφό και τον μεν ως υιό και εγγονό και δισέγγονο, την δε ως κόρη και εγγονή• και τον μεν ως αδελφό, τον δε ως ανεψιό....

Η εντολή της αγάπης είναι μεγάλη και βαρεία, λέγει σε άλλο σημείο ο Χρυσόστομος και υπογραμμίζει: Δια τούτο επρόλαβεν ο Θεός και έβαλε μέσα σ' όλη την ανθρώπινη φύση μία αγαπητική δύναμη, και φυσικά οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους και οι συγγενείς αγαπούν αναμεταξύ τους ο ένας τον άλλο και οι φίλοι αγαπούν τους φίλους τους, δια να βοηθείται η λογική φύση των ανθρώπων από τη φυσική δύναμη της αγάπης που της έδωκε ο Θεός και να μεταχειρίζεται με δύναμη την προαιρετική αγάπη. Διότι την μεγάλη και τελειωτική εντολή της αγάπης που έδωκε ο Θεός, δεν την ανέφερε στη φυσική αγάπη, αλλά στην προαιρετική.

Ο γάμος λοιπόν βάζει τον άνθρωπο στην πορεία προς την πληρότητα της αγάπης που είναι διαρκής. Αυτός είναι ο πλέον βασικός σκοπός του γάμου• η πληρότητα της αγάπης, που μπορεί να υπάρξει ακόμη και στα άτεκνα ζευγάρια (πρβλ. Σοφ. Σολ. δ' 1-6. Σοφ. Σειρ. ιστ' 1-5).

Όμως η ύπαρξη τέκνων προσθέτει στο χριστιανικό γάμο ένα νέο στοιχείο, την πατρότητα και την μητρότητα, που αποτελεί ξεχείλισμα της αγάπης των δύο προσώπων, για να αγκαλιάσει και νέες υπάρξεις, για τις όποιες οι δύο σύζυγοι είναι έτοιμοι να προσφέρουν τα πάντα. Με τον τρόπο αυτό οι σύζυγοι κατορθώνουν να υπερβούν τον εαυτό τους και να δοθούν ολοκληρωτικά στην αγάπη προς τον άλλο, να προετοιμαστούν για την πληρότητα εκείνης της αγάπης, που καλούνται να ζήσουν αιώνια (Α' Κορ. ιγ' 8-12. 'Εφεσ. ε' 25-23).

Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία πως η διαφοροποίηση του ανθρώπου (άνδρας και γυναίκα) και ο γάμος αποτελούν ευεργεσία του Θεού προς τον άνθρωπο και απόδειξη της στοργικής Του φροντίδας, η οποία μετά την πτώση του ανθρώπου συνιστά προϋπόθεση για την ελπίδα της σωτηρίας που υποσχέθηκε ο Θεός. Γιατί ο Θεός από την πρώτη στιγμή της πτώσης υποσχέθηκε στον άνθρωπο την ανόρθωση• δεν τον άφησε να περιπλανάται χωρίς ελπίδα (Γέν.γ' 15).

Πρόκειται για την ενσάρκωση του Χριστού, ο οποίος εκένωσε τον εαυτό του, για να γίνει άνθρωπος και δεν εδίστασε να προχωρήσει μέχρι την έσχατη θυσία επάνω στον σταυρό για χάρη του αγαπημένου λαού Του (Φιλιπ. β'7).

Πως θα ήταν δυνατό να εννοήσει ο άνθρωπος της πτώσης μια τέτοια αγάπη του Θεού; Είχε ανάγκη ένα προμήνυμα της τέλειας αυτής ένωσης της Θείας φύσης με την ανθρώπινη φύση. Αυτή η προτύπωση και προεικόνιση, το μήνυμα της λύτρωσης του ανθρώπου με την ενσάρκωση του Χριστού, είναι το γεγονός του γάμου μεταξύ ανδρός και γυναικός (Εφεσ. ε' 25-33). Έτσι η αγάπη του Θεού αποτελεί την αφετηρία του γάμου και ταυτόχρονα το τέλος και τον σκοπό του γάμου, που είναι η βίωση της κοινωνίας της αγάπης.

γ) Ο χριστιανικός γάμος

Με όσα αναφέραμε γίνεται φανερό πως ο χριστιανικός γάμος ξεπερνάει τους ενδοκοσμικούς σκοπούς και βρίσκει τη δικαίωση του στο όλο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η αγία Γραφή, μιλώντας για το γάμο, αναφέρεται στο γάμο του Χριστού με την Εκκλησία και ταυτόχρονα στο γάμο ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα. Έτσι ο χριστιανικός γάμος είναι μυστήριο εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν, συσχετίζεται πάντοτε με τον δεσμό του Χριστού με την Εκκλησία.

Ο άνδρας, λέγει ο απόστολος Παύλος είναι κεφαλή της γυναικός, όπως και ο Χριστός είναι κεφαλή της Εκκλησίας, και αυτός είναι ο σωτήρ του σώματος... Οι άνδρες αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως και ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία και παρέδωκε τον εαυτό Του δι' αυτήν, δια να την αγιάσει, αφού την καθάρισε με το λουτρό του ύδατος δια του λόγου, δια να παρουσιάσει στον εαυτό Του ένδοξη την Εκκλησία, χωρίς να έχει κηλίδα ή ρυτίδα ή τίποτε από αυτά, αλλά να είναι αγία και άμωμος. Οι άνδρες οφείλουν να αγαπούν τις γυναίκες τους σαν τα δικά τους σώματα... Το μυστήριο τούτο είναι μεγάλο- εγώ δε το εξηγώ ότι αναφέρεται στον Χριστό και στην Εκκλησία (Εφεσ. ε' 22-32).

Ο δεσμός του Χριστού με την Εκκλησία είναι το πρότυπο του συζυγικού δεσμού. Έτσι ο χριστιανικός γάμος, εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν, γίνεται μέγα μυστήριον. Σ' αυτό το γάμο ο άνθρωπος ξεπερνά τον εαυτό του, παύει να ζει εγωιστικά, με κέντρο το εγώ του. Υπερβαίνει τη διαίρεση και ξαναβρίσκει τον πραγματικό του εαυτό στην ενότητα και στην αγάπη του γάμου. Ο άνδρας και η γυναίκα, που στην αρχή ενόμιζαν πως είναι δύο, γίνονται και πάλι ένας.

Αυτή η ενότητα θα ολοκληρωθεί στη Βασιλεία του Θεού, όπου δεν θα υπάρχει πλέον άρσεν και θήλυ, αλλά όλοι θα είμαστε εις εν Χριστώ Ιησού, όπως οι άγγελοι στον ουρανό• αυτήν την πραγματικότητα προγεύεται ο πιστός μέσα στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας, όπου όλοι ενώνονται στο ένα σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία (Γαλ. γ' 28. Ματθ. κβ' 30. Μάρκ. ιβ' 25. Λουκ. κ' 35. Α' Κορ. ι' 16-17).

δ) Η ευλογία του γάμου

Ο χριστιανικός γάμος ευλογείται από τον ίδιο τον θεό. Αυτό βεβαιώνει ο ίδιος ο Χριστός. Αναφέρεται στο γάμο που θέσπισε ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη (Γέν. β' 24) και υπογραμμίζει: ους ο Θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω (Ματθ. ιθ' 6).

Ήδη από την Παλαιά Διαθήκη γνωρίζουμε πως ο άνδρας ενώνεται με την γυναίκα στο δεσμό του γάμου από τον ίδιο τον Κύριο• παρά δε Κυρίου αρμόζεται γυνή ανδρί (Παροιμ. θ' 14). Αυτός ο ευλογημένος δεσμός μέλλει να ζήσει- αντίθετα αυτό που δεν ευλογείται από τον Θεό πεθαίνει!

Η αλήθεια αυτή εκφράζεται με ανεπανάληπτο τρόπο στο παράδειγμα του Τωθία, που νυμφεύθηκε τη Σάρρα από τα Εκθάτανα της Μηδίας. Η Σάρρα, κόρη του Ραγουήλ και της Εδνας, συγγενών του Τωθίτ, δηλαδή του πατέρα του Τωβία, είχε παντρευτεί επτά φορές. Όμως πονηρός δαίμονας εθανάτωσε διαδοχικά και τους επτά συζύγους κατά την πρώτη νύχτα του γάμου, πριν δηλαδή πραγματοποιηθεί η συζυγική κοινωνία. Το βιβλίο του Τωθίτ περιγράφει το γάμο του Τωθία:

Ο Ραγουήλ έκάλεσε τη θυγατέρα του Σάρρα, την κράτησε από το χέρι, την παρέδωσε σαν σύζυγο στον Τωθία και του είπε:

- Ιδού, λάβε την σαν σύζυγο σύμφωνα με το νόμο του Μωυσή και πήγαινε στον πατέρα σου• και τότε τους ευλόγησε. Κατόπιν κάλεσε τη γυναίκα του Εδνα, πήρε χαρτί, έγραψε το συμβόλαιο του γάμου και το σφράγισε. Έπειτα άρχισε το φαγητό. Ο Ραγουήλ κάλεσε τη γυναίκα του Εδνα και της είπε:

- Αδελφή, ετοίμασε το άλλο δωμάτιο και οδήγησε την εκεί. Εκείνη έκανε όπως της είπε και την εισήγαγε εκεί και αυτή άρχισε να κλαίει. Η μητέρα συγκινήθηκε με τα δάκρυα της κόρης της και της είπε:

- Έχε θάρρος, παιδί μου, ο Κύριος του ουρανού και της γης είθε να σου δώσει χαρά αντί αυτής σου της λύπης, θάρρος κόρη μου!

Όταν ετελείωσε το φαγητό, οδήγησαν σ' αυτήν τον Τωθία. Εκείνος, όταν εισήλθε, θυμήθηκε τα λόγια του Ραγουήλ, πήρε το θυμιατήρι με τα κάρβουνα, έβαλε πάνω σ' αυτά την καρδιά του ψαριού και το συκώτι και βγήκε καπνός. Όταν το πονηρό δαιμόνιο οσφράνθηκε την οσμή, έφυγε στα ανώτατα μέρη της Αιγύπτου και ο άγγελος το έδεσε.

Όταν οι δύο εκλείσθηκαν στον νυμφικό τους κοιτώνα, ο Τωβίας εσηκώθη από το κρεβάτι και είπε:

- Σήκω επάνω, αδελφή μου, και ας προσευχηθούμε να μας ελεήσει ο Κύριος. Και ο Τωβίας άρχισε να λέει:

- Δοξασμένος είσαι Κύριε, ο Θεός των πατέρων μας και ευλογημένο είναι το άγιο και ένδοξο όνομα Σου εις τους αιώνας. Ας σε δοξάζουν πάντοτε οι ουρανοί και όλα τα κτίσματα σου. Συ έπλασες τον Αδάμ και του έδωσες την Εύα ν γυναίκα του, ως βοηθό και στήριγμα.

Από αυτούς εγεννήθη το γένος των ανθρώπων. Συ είπες• δεν είναι καλό να είναι ο άνθρωπος μόνος• ας κάνωμε δι' αυτόν βοηθόν όμοιον προς αυτόν. Και τώρα. Κύριε, λαμβάνω την αδελφή μου αυτήν, όχι εκ πορνικών διαθέσεων, αλλά βάσει της αληθείας. Διάταξε, λοιπόν, να εύρω έλεος και να γηράσω μαζί με αυτήν. Τότε εκείνη είπε μαζί με αυτόν:

- Αμήν. Και έπεσαν εις το κρεβάτι να κοιμηθούν την νύκτα εκείνην.

Ο Ραγουήλ σηκώθηκε και βγήκε ν' ανοίξει ένα τάφο, μήπως και πεθάνει κι αυτός ο γαμβρός του. Επέστρεψε τότε στο σπίτι του και είπε στη γυναίκα του Εδνα:

- Στείλε μια από τις δούλες σου να δει αν ο Τωβίας ζει, διαφορετικά να τον θάψουμε χωρίς να μάθει κανείς τίποτα. Η δούλη άνοιξε την πόρτα και βρήκε και τους δύο να κοιμούνται. Βγήκε και τους ανήγγειλε πως ζει. Και εδόξασε ο Ραγουήλ τον Θεό λέγοντας:

Δοξασμένος να είσαι Συ, ο Θεός με κάθε δοξολογίαν καθαρή και αγίαν.

Ας σε δοξολογούν οι άγιοί Σου και όλα τα δημιουργήματα Σου και όλοι οι άγγελοι Σου και οι εκλεκτοί Σου, ας σε ευλογούν εις όλους τους αιώνες. Ευλογημένος είσαι, διότι έδωσες χαρά και δεν μου συνέβη αυτό που εφοβόμουν, αλλά έκαμες εις ημάς σύμφωνα με το μέγα Σου έλεος. Δοξασμένος να είσαι, διότι έστειλες το έλεος Σου εις δύο μονογενείς. Κάμε, Δέσποτα, εις αυτούς σύμφωνα με το έλεος Σου, ολοκλήρωσε την ζωήν των με υγείαν και ευφροσύνη και έλεος.

Τότε διέταξε ο Ραγουήλ τους δούλους του να καλύψουν πάλι τον τάφο και εώρτασε τον γάμο των δεκατέσσερες ημέρες (Τωθίτ 7, 12-8, 19).

Η Σάρρα παντρεύτηκε επτά φορές. Όμως οι επτά πρώτοι σύζυγοι δεν είχαν προφανώς τοποθετήσει το συζυγικό τους δεσμό μέσα στον πνευματικό χώρο του ελέους και της αγάπης του Θεού, που μεταμορφώνει και ζωοποίει τα πάντα στη ζωή του ανθρώπου. Έτσι ο συζυγικός δεσμός, που δεν είχε ευλογηθεί από τον Θεό, οδηγήθηκε στον θάνατο και εκείνοι στον τάφο. Ήταν κάτω από το κράτος του πονηρού δαίμονα, που έσπερνε το θάνατο από την πρώτη ακόμη νύχτα της συζυγικής ζωής, χωρίς να πραγματοποιηθεί η κοινωνία ανάμεσα στους συζύγους έστω και στο καθαρό σαρκικό επίπεδο.

Ο γάμος όμως του Τωβία τοποθετήθηκε από την αρχή σε διαφορετικό πνευματικό χώρο. Οι γονείς της Σάρρας και ο ίδιος ο νεαρός σύζυγος εξάρτησαν την εκπλήρωση του σκοπού του γάμου από το έλεος και την αγάπη του Θεού. Ο Τωβίας βλέπει ως βασικό σκοπό του γάμου του με τη Σάρρα την κοινωνία αγάπης (επίταξον ελεήσαι με και αυτή συγκαταγηράσαι) και την δόξα του Θεού. Και η νεαρή σύζυγος συνυπογράφει τη βαθιά αυτή επιθυμία του συζύγου της με το δικό της Αμήν. Γι' αυτό το λόγο το πονηρό πνεύμα δεν έχει πια θέση μέσα στη νεαρή εκείνη κόρη. Γεμάτος ευγνωμοσύνη ο Ραγουήλ δοξολογεί τον Θεό, εμπιστεύεται το νεαρό ζευγάρι στην αγάπη Του και τον παρακαλεί να ολοκληρώσει τη ζωή τους με υγεία και ευφροσύνη και έλεος• δίνει εντολή να καλύψουν τον ανοικτό τάφο και γιορτάζει το γεγονός επί δύο εβδομάδες.

Παρά Κυρίου αρμόζεται γυνή ανδρί- και αυτός είναι πλέον γάμος εν Κυρίω και όχι σύμφωνα με την επιθυμία! (Α'Κορ. ζ'39).

ε) Η ιερουργία του ιερού μυστηρίου

Ο απόστολος Παύλος κάνει λόγο για γάμον εν Κυρίω (Α' Κορ. ζ' 39) και εννοεί μ' αυτό την πρόσληψη του δεσμού αυτού εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν (Εφεσ. ε' 33). Η θέση αυτή μας βοηθεί να κατανοήσουμε γιατί στην αρχαία Εκκλησία η Ιερουργία του γάμου συνεδέετο με την τέλεση της θείας ευχαριστίας. Το ίδιο γεγονός προεικονίζεται με τη συμμετοχή του Χριστού στο γάμο της Κανά.

Ο Χριστός προσήλθε στην Κανά και συμβόλισε αυτή τη σχέση μ' ένα θαύμα- με τη μεταβολή του νερού σε κρασί. Έτσι ο Χριστός δεν παραδέχθηκε απλώς ολόκληρη τη χαρά του γάμου, δεν ευλόγησε μόνο ολόκληρη την πραγματικότητα του γάμου, αλλά από εκείνη τη στιγμή εσυμβόλισε τη θεία ευχαριστία, τη μεταβολή του οίνου σε αίμα Του και του άρτου σε σώμα Του, την πρόσληψη και τη μεταμόρφωση του συζυγικού δεσμού μέσα στο ίδιο το Σώμα της Εκκλησίας, που είναι δικό Του Σώμα.

Η διδαχή αυτή είναι πατερική. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως όταν ο σύζυγος και η σύζυγος ενούνται δια του γάμου, δεν φαίνονται πλέον σαν κάτι γήινο, αλλά σαν εικόνα του Θεού αυτού του ίδιου. Σε άλλο σημείο, ο ίδιος πατέρας της Εκκλησίας, χαρακτηρίζει το χριστιανικό γάμο ως μικρή Εκκλησία.

Όταν ο γάμος οερουργείται, ο Χριστός είναι παρόν και αγιάζει αυτόν τον δεσμό που πραγματοποιείται στο όνομά Του (Ματθ. ιη' 20). Γι' αυτό και ένας σύγχρονος θεολόγος διακηρύττει πως στο χριστιανικό γάμο παντρεύονται τρεις, οι σύζυγοι μεταξύ των και με τον Χριστό.

Η Ιερουργία του γάμου δεν είναι μεταγενέστερη παράδοση, αλλά ανάγεται στην αποστολική εποχή. Ήδη ο άγιος Ιγνάτιος ο Αντιοχείας (+ 110) προτρέπει τους άνδρες και τις γυναίκες μετά γνώμης του επισκόπου την ένωσιν ποιείσθαι, ίνα ο γάμος η κατά Κύριον, και μη κατ' επιθυμίαν. Πάντα εις τιμήν Θεού γινέσθω.

Η ιερή ακολουθία του γάμου είναι γεμάτη συμβολισμούς. Υπογραμμίζεται ο σκοπός του γάμου, η υπέρβαση δηλαδή του εαυτού μας και η πληρότητα της αγάπης, που αρχίζει με τη συζυγική αγάπη και ολοκληρώνεται στη Βασιλεία των ουρανών.

Η ανταλλαγή των δακτυλίων σημαίνει την αμοιβαιότητα και την αλληλεξάρτηση, το κοινό ποτήριο σημαίνει την πλήρη κοινωνία ζωής, που ολοκληρώνεται με τη συμμετοχή στη θεία ευχαριστία, με την κοινωνία των ψυχών και των σωμάτων, κάτω από την προστατευτική αγάπη του Θεού.

Η Εκκλησία μας χρησιμοποιεί κατά την τέλεση του γάμου και στέφανα. Γνωρίζουμε πως τα στέφανα ανήκουν στους μάρτυρες και στους αγίους της Εκκλησίας. Γι' αυτό και στις εικόνες των αγίων ζωγραφίζεται φωτοστέφανο. Όμως η Εκκλησία μας στεφανώνει και τους νεόνυμφους κατά την ιερή ακολουθία του γάμου. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αιτιολογεί: Επειδή αήττητοι γενόμενοι, ούτω προσέρχονται τη ευχή, ότι μη κατηγωνίσθησαν υπό της ηδονής.

Όπως δηλαδή ένας μάρτυρας της πίστης, που αγωνίσθηκε μέχρι τέλους της ζωής του νικηφόρα, στεφανώνεται, έτσι και οι νεόνυμφοι, που εισέρχονται στον ιερό δεσμό του γάμου με αγνότητα και καθαρότητα, λαμβάνουν στεφάνους. Μπαίνουν σε ένα νέο στάδιο αγώνων, στην πνευματική παλαίστρα των μαρτύρων της Εκκλησίας μας. Γι' αυτό και όταν βαδίζουν σε σχήμα κύκλου γύρω από το τραπεζίδιο, πιασμένοι από το χέρι, συνοδευόμενοι από τον ιερέα που κρατάει το ευαγγέλιο, η Εκκλησία μας επικαλείται τους αγίους μάρτυρες:

Άγιοι μάρτυρες, οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες...• δόξα Σοι Χριστέ ο Θεός... μαρτύρων αγαλλίαμα....

Η Εκκλησία στεφανώνει τους νεόνυμφους και προχωρεί σε πράξη περισσότερο συγκινητική: Εύχεται να αναλάβει ο Θεός τους στεφάνους αυτών στη Βασιλεία Του ασπίλους και άμωμους και ανεπιβουλεύτους διατηρών αυτούς εις τους αιώνας των αιώνων και να στεφανώσει αυτούς με δόξα και τιμή.

Μία άλλη συγκινητική ευχή του γάμου είναι:

Ο Θεός, ο Θεός ημών, ο παραγενόμενος εν Κανά της Γαλιλαίος, και τον εκείσε γάμον ευλογήσας, ευλόγησον και τους δούλους σου τούτους, τους τη ση προνοία προς γάμου κοινωνίαν συναφθέντας. Εύλογησον αυτών εισόδους και εξόδους- πλήθυνον εν αγαθοίς την ζωήν αυτών ανάλαβε τους στεφάνους αυτών εν τη Βασιλεία σου, ασπίλους και άμωμους και ανεπιβουλεύτους διατηρών εις τους αιώνας των αιώνων.

Ο Χριστιανικός γάμος δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση των συζύγων, γιατί ο χριστιανικός γάμος δεν αλλάζει απλώς τη θέση των συζύγων μέσα στην κοινωνία, αλλά δημιουργεί νέα κατάσταση μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Για την τοπική Εκκλησία στην οποία ανήκουν οι σύζυγοι, αυτοί δεν είναι πλέον δύο μεμονωμένα άτομα• καλούνται να ζήσουν την πληρότητα της συζυγικής αγάπης εν Κυρίω και οφείλουν να εκφράσουν τον δεσμό αυτό και με την ζωή των μέσα στην Εκκλησία. Γι' αυτό το λόγο ο γάμος αποτελεί γεγονός της ζωής της ενορίας και οφείλει να τελείται στην ίδια την ενορία και όχι μακριά από αυτή.

Από όσα αναφέραμε εξάγεται πως ο γάμος είναι ιερό μυστήριο και δώρο του Θεού• είναι ένα χάρισμα που ο Θεός δίδει στον άνθρωπο (πρβλ. Α' Κορ. ζ' 7).

στ) Το διαζύγιο

Όσα ελέχθησαν για το σκοπό του γάμου φανερώνουν πως το διαζύγιο και κάθε χωρισμός, έξω από τον θάνατο, είναι διχοτόμηση και ακρωτηριασμός του ενός σώματος, της μιας σάρκας των δύο συζύγων.

Αν ο άνδρας είναι κεφαλή της γυναικός (Εφεσ. ε 23), τότε οφείλει να θεραπεύει το σώμα, λέγει ο Χρυσόστομος, καθ' όσον εις το σώμα μας, και αν ακόμη έχει αναρίθμητα τραύματα, δεν αποκόπτομε την κεφαλή. Μη απορρίψεις λοιπόν ούτε τη γυναίκα σου, διότι επέχει θέση σώματος μας η γυναίκα. Δι' αυτό και ο μακάριος Παύλος έλεγε: οι άνδρες έτσι πρέπει να αγαπούν τας γυναίκας των, όπως τα σώματα των (Εφεσ. ε' 28). Σε άλλο σημείο, ο ίδιος πατέρας της Εκκλησίας, αναφερόμενος στη μία σάρκα των συζύγων προσθέτει:

Όπως ακριβώς λοιπόν είναι βδελυρό πράγμα να κόπτει κανείς τη σάρκα, έτσι είναι παράνομο και το να χωρίσει κανείς τη γυναίκα του. Το διαζύγιο, λέγει, είναι αντίθετο και προς τη φύση και προς το νόμο του Θεού. Είναι αντίθετο προς τη φύση διότι αποκόπτεται μία σάρκα, αντίθετο δε προς τον νόμο, διότι ο Θεός τους συνένωσε και πρόσταξε να μη χωρίζουν.

Το διαζύγιο είναι δυνατό μόνο σε περίπτωση μοιχείας• όποιος χωρίσει τη σύζυγο του χωρίς να υπάρχει πορνεία, αυτός την αναγκάζει να διαπράξει μοιχεία και οποίος νυμφευθεί μία χωρισμένη διαπράττει μοιχεία-πόρνους και μοιχούς θα κρίνει ο Θεός (Ματθ. ε' 32, ιθ' 9. Λουκ. ιστ' 18. Εβρ. ιγ'4).

Οι πιστοί χριστιανοί δεν παίρνουν διαζύγιο για άλλο λόγο. Εάν η Εκκλησία ανέχεται το διαζύγιο, όπως και το δεύτερο γάμο, τούτο κάμνει για να αποφευχθούν μεγαλύτερα κακά. Δεν το διδάσκει, ούτε το προτρέπει!

Κλείνοντας παρατηρούμε πως υπάρχουν δύο ειδών γάμοι- ο γάμος κατά Κύριον και ο γάμος κατ' επιθυμίαν (Αγ. Ιγνάτιος). Ο πρώτος αποτελεί Ιερό μυστήριο, ο δεύτερος συνιστά φυσική ένωση δύο ανθρώπων διαφορετικού φύλου.

Ο Χριστιανικός γάμος ευλογείται από τον Θεό και προσλαμβάνεται στην Εκκλησία. Το πρώτο του νόημα και ο τελικός σκοπός του είναι η πληρότητα της αγάπης των συζύγων, η οποία δεν σταματά με τον θάνατο αλλά εισέρχεται στην αιωνιότητα. Αντίθετα ο γάμος εκτός της Εκκλησίας αναφέρεται στο νόμο της φύσης και μάλιστα στην κατάσταση της πτώσης και της φθοράς. Ακόμη και αν εξυπηρετεί πρακτικούς ή κοινωνικούς σκοπούς, όπως είναι το δημογραφικό πρόβλημα, δεν κατορθώνει να ξεπεράσει την πραγματικότητα του θανάτου- δεν μπορεί να αποτελέσει ιερό μυστήριο.

Α δε κατά σάρκα πράσσετε, ταύτα πνευματικά είσιν εν γαρ Χριστώ πάντα πράσσετε, λέγει ο άγιος Ιγνάτιος και χαρακτηρίζει ολόκληρη την πραγματικότητα του συζυγικού δεσμού, που έχει προσληφθεί στην Εκκλησία σαν πνευματική, ακόμη και τη σαρκική ένωση.

Αυτό το βαθύτερο νόημα του γάμου, που ξεπερνάει την ενδοκοσμικότητα και υπηρετεί το σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου, μας βοηθεί να κατανοήσουμε γιατί ένας συνειδητός χριστιανός απορρίπτει από τη ζωή του το διαζύγιο. Είναι διχοτόμηση και ακρωτηριασμός της μιας σάρκας και ακύρωση του νοήματος του γάμου.


πηγή

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά για το άγιο Βάπτισμα



Ανδρέα Θεοδώρου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 1997, σελ. 156-161



Γιατί βαπτιζόμαστε στο όνομα της Αγίας Τριάδος;

Για ν' αποβάλουμε το χιτώνα της φθοράς και να ντυθούμε τη δόξα του Χριστού. Με το χιτώνα της φθοράς μας έντυσε με την παράβαση του ο Προπάτορας, που μας κληροδότησε μια φύση χαλασμένη, στην οποία μπαίνουμε όλοι ανεξαίρετα οι άνθρωποι με τη φυσική μας γέννηση. Η φύση αυτή της φθοράς εμποδίζει την είσοδο στη Βασιλεία του Θεού. Πρέπει οπωσδήποτε ν' αφανισθεί και αυτό πετυχαίνεται στο ιερό βάπτισμα (Ιωαν. 3,3). Παράλληλα πρέπει να ντυθούμε το Χριστό («Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε Χριστόν ενεδύσασθε» ψάλλει η Εκκλησία μας), να αναγεννηθούμε, να γίνουμε μία νέα πνευματική ύπαρξη και ζωή.

Το βάπτισμα, λοιπόν, είναι η τελετή εκείνη που ίδρυσε ο Χριστός, κατά την οποία ο άνθρωπος, βαπτιζόμενος σε αγιασμένο νερό με τριττή κατάδυση και ανάδυση στο όνομα της αγίας και ζωοποιού Τριάδος, αφ ' ενός μεν αποβάλλει την παλαιά φύση της αμαρτίας (το προπατορικό αμάρτημα), αφ' έτερου δε άναγεννάται σε μια καινούργια ένθεη ύπαρξη, φυτεμένη στη χάρη του Θεού.

Το βάπτισμα είναι κορυφαίο μυστήριο. Ονομάζεται «κυριακό», γιατί στη Γραφή υπάρχει ρητή πληροφόρηση για την άμεση σύσταση του από τον Κύριο (Ματθ. 28,19). Δια του βαπτίσματος ο άνθρωπος φυτεύεται μυστικά στο άχραντο σώμα του Χριστού, γίνεται επίσημα μέλος της Εκκλησίας και έχει το δικαίωμα συμμετοχής του και στα υπόλοιπα εκκλησιαστικά μυστήρια.



Αφού δια του βαπτίσματος καταργείται το σώμα της αμαρτίας, γιατί εξακολουθεί να αμαρτάνει μετά ταύτα ο άνθρωπος;

Δύσκολο το ερώτημα. Φυσικά και μετά την εκρίζωση της αμαρτίας δια του βαπτίσματος ο άνθρωπος δεν παύει να είναι λογικός και ελεύθερος. Όπως δε ο πρωτόπλαστος, αν και πλασθείς καθαρός από την αμαρτία, όμως έπεσε σ' αυτή κάνοντας κατάχρηση της λογικής του ελευθερίας, έτσι κι ο βαπτισθείς, καίτοι ολοκάθαρος μετά το λουτρό της παλιγγενεσίας, μπορεί να αμαρτήσει ως προσωπικότητα λογική και ελεύθερη. Βέβαια εδώ δεν πρόκειται απλώς για τη δυνατότητα της αμαρτίας, που έγκειται σε κάθε λογική φύση, αλλά περί ροπής προς την αμαρτία, περί φρονήματος σαρκικού ( concupiscentia = επιθυμητικό), που είναι άπορο πως παραμένει, μια και η ρίζα του (η φθαρμένη φύση) έχει καταργηθεί από το βαπτισθέντα. Πραγματικά έχουμε δογματικό πρόβλημα.

Να μην εκριζώνεται άραγε σε όλη της την έκταση η αμαρτία από τη φύση του βαπτισθέντος και να εξακολουθούν να παραμένουν εισέτι λείψανα της σ' αυτη; Μια απάντηση μπορεί να είναι η ακόλουθη. Το αμαρτητικό εξακολουθεί να παραμένει στη φύση του αναγεννηθέντος κατά παραχώρηση και παιδαγωγία Θεού. Ο Θεός δηλαδή επιτρέπει την παρουσία του, για να έχει ο βαπτισθείς ένα κίνητρο πνευματικών αγώνων, ώστε να κερδίζει κι αυτός, κατά κάποιο τρόπο, τη σωτηρία του, συνεργαζόμενος με τη χάρη του Θεού. Έτσι εκείνος που με ολιγωρία φέρεται προς την αμαρτητική ορμή, είναι ενδεχόμενο, αμαρτάνοντας βαριά, να χάσει τη δικαίωση που έλαβε δια του βαπτίσματος, και στο τέλος να χάσει την ψυχή του. Ενώ άλλος, καταγωνιζόμενος με τη χάρη του Θεού το επιθυμητικό, μπορεί να προαχθεί πνευματικώς και να κερδίσει την αιώνια ζωή. Στην πράξη διαπιστούται σαφώς το διττό αυτό ενδεχόμενο. Όλοι οι βαπτιζόμενοι δεν είναι το ίδιο. Άλλοι αναδεικνύονται άξιοι της υψηλής κλήσεως και άλλοι όχι (Ματθ. 20,16).



Αφού ο Κύριος είπε «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται» (Μαρκ. 16,16), γιατί εμείς βαπτίζουμε τα νήπια, τα οποία δεν μπορούν να πιστεύουν;

Είναι αλήθεια ότι ο Κύριος προέταξε του βαπτίσματος την πίστη. Ο άνθρωπος προτού δεχθεί το βάπτισμα πρέπει να πιστέψει στο Χριστό, να γνωρίσει τη θεία αλήθεια, να ποθήσει τη σωτηρία του και ακολούθως να βαπτισθεί.

Αυτή είναι η κανονική σειρά και δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το βάπτισμα ενηλίκων, που γίνεται κατόπιν πίστεως στο Σωτήρα, είναι προτιμότερο. Έτσι γινόταν στην αρχαία Εκκλησία.

Ο νηπιοβαπτισμός εισήχθη πολύ νωρίς στην πράξη της αρχαίας Εκκλησίας. Εισήχθη για ν' αντιμετωπίσει μια επείγουσα ανάγκη στη ζωή του πληρώματος της Εκκλησίας, ένα σοβαρό κίνδυνο, το ενδεχόμενο να πεθάνει κανείς αβάπτιστος, οπότε κωλύεται να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών. Το κώλυμα, όπως είπαμε, είναι η παρουσία στην ψυχή του προπατορικού αμαρτήματος. Τα νήπια βέβαια δεν έχουν τη δυνατότητα να πιστέψουν. Αυτό όμως δεν αποτελεί απροχρώντα λόγο, ώστε να μη μπορούν να δεχθούν τη βαπτισματική χάρη. Είναι βασικό αξίωμα στη θεολογία ότι η θεία χάρη ενεργεί λυτρωτικά, εκεί όπου δεν υπάρχει η αμαρτία, η οποία είναι ο μόνος παράγων που αναστέλλει και ματαιώνει τη λυτρωτική της ενέργεια. Στα νήπια όμως το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας απουσιάζει. Συνεπώς η θεία χάρη μπορεί να επιδράσει ευεργετικά στην τρυφερή καρδιά τους, καταλύοντας από τη φύση τους το σώμα του προπατορικού αμαρτήματος. Άλλωστε την έλλειψη προσωπικής τοποθετήσεως των νηπίων έναντι της πίστεως και του λόγου του Θεού, αναλαμβάνει την υποχρέωση ν' αναπληρώσει εν καιρώ σ' αυτά ο ανάδοχος, βοηθούμενος από τους γονείς του παιδιού και την Εκκλησία.

Μερικοί ρωτούν γιατί με βάπτισαν, χωρίς κανένας να με ρωτήσει, αν ήθελα να βαπτισθώ και να γίνω χριστιανός; (αυτό είναι συνηθισμένο ερώτημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά). Το ερώτημα είναι σχήμα οξύμωρο. Πως μπορείς να ρωτηθείς, αφού δεν έχεις τη δυνατότητα να κατανοήσεις και να απαντήσεις; Το βάπτισμα το κάνουμε στα νήπια για το καλό τους, για να τα προφυλάξουμε από έναν μέγιστο κίνδυνο. Το ίδιο άλλωστε δεν κάνουμε στα μικρά παιδιά, όταν τα εμβολιάζουμε; Ζητάμε προηγουμένως τη συγκατάθεση τους;



Τι είναι το βάπτισμα ανάγκης;

Είναι το βάπτισμα το οποίο τελείται εκτάκτως σε αβάπτιστα νήπια, τα οποία απειλεί ο θάνατος, και δεν υπάρχει η δυνατότητα να γίνει στην Εκκλησία από κανονικό ιερέα.

Το παιδί που κινδυνεύει μπορεί να το βαπτίσει λαϊκός, άντρας ή γυναίκα -πάντα ορθόδοξος- στο όνομα της αγίας Τριάδος και σε ζων ύδωρ (τρεχούμενο νερό). Αν δεν υπάρχει πρόχειρα νερό, μπορεί να το βαπτίσει και στον αέρα: «βαπτίζεται ο δούλος (ή η δούλη) του Θεού.., τάδε (θα λεχθεί το όνομα) εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Αμήν» (τρεις φορές).

Το βάπτισμα αυτό είναι κανονικό. Αν επιζήσει το νήπιο, δεν επαναλαμβάνεται το βάπτισμα. Το πηγαίνουν οι, γονείς του στο ναό, όπου ο ιερέας διαβάζει μονάχα τις ευχές, που δεν ήταν δυνατό να διαβασθούν κατά το βάπτισμα ανάγκης, χωρίς όμως να γίνει βάπτιση, με τριττή κατάδυση και ανάδυση.

Το βάπτισμα ανάγκης εντάσσεται γενικά στο σκεπτικό του νηπιοβαπτισμού. Κύριος σκοπός του είναι να μην πεθάνει το νήπιο αβάπτιστο, με συνέπεια να στερηθεί τη Βασιλεία του Θεού.

Τι γίνεται όμως ένα αβάπτιστο νήπιο που πεθαίνει αιφνίδια, μόνο ο Θεός γνωρίζει. Διότι υπάρχει μεν το προπατορικό αμάρτημα, δεν υπάρχουν όμως παράλληλα και προσωπικές αμαρτίες. Να βρίσκεται σε μια ουδέτερη κατάσταση μεταξύ Παραδείσου και κολάσεως (βλ. διάφορες εκδοχές : Χρ. Ανδρούτσου, Δογματικά, 1907, σελ. 328);



Είναι σωστό το δι' επιχύσεως ή ραντισμού βάπτισμα;

Στην αρχαία Εκκλησία το βάπτισμα αυτό ήταν επίσης βάπτισμα ανάγκης. Γινόταν σε ασθενείς που ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι και δεν μπορούσαν να μετακινηθούν και να κατέβουν στην κολυμβήθρα να βαπτισθούν. Λεγόταν και βάπτισμα των «κλινικών» (αυτών που ήταν κλινήρεις).

Η παπική Εκκλησία το βάπτισμα αυτό της ανάγκης που ήταν έκτακτο γεγονός στη ζωή της αρχαίας Εκκλησίας, το ανύψωσε σε κανονικό της θεσμό από τον 14ον αιώνα. Δε βαπτίζει σε κολυμβήθρα, αλλά ραντίζει την κεφαλή του βαπτιζόμενου με νερό. Το κάνει για πρακτικούς κυρίως λόγους. Τα επιχειρήματα όμως που προσάγει

(η πιθανή κάκωση της υγείας των τρυφερών νηπίων, το γήρας ενδεχομένως των κληρικών, ψυχρές κλιματολογικές συνθήκες κ.α.) δεν είναι πειστικά, ιδίως μετά τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη της εποχής μας.

Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, ακολουθούσα την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας (αυτό μαρτυρούν τα σωζόμενα βαπτιστήρια, κτίσματα ιδιαίτερα με κολυμβήθρα, όπου γίνονταν οι βαπτίσεις), βαπτίζει τα νήπια. Άλλωστε η λέξη «βάπτισμα», σημαίνει εμβύθιση σε νερό. Την καινοτομία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αποδοκιμάζει.



Πότε ένα βάπτισμα είναι κανονικό;

α. Όταν γίνεται από κανονικά χειροτονημένο Ιερέα στο έδαφος της Εκκλησίας. Τη δυνατότητα τελέσεως κανονικού βαπτίσματος έχουν χάσει οι αιρετικοί και οι σχισματικοί. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ανήκουν στο σώμα της Εκκλησίας. Μοιάζουν με τα κλαδιά που κόπηκαν από το δέντρο και ξεράθηκαν. Έτσι κι αυτοί δεν έχουν μέσα τους ζωή, την οποία φυσικά δεν μπορούν να μεταδώσουν σε άλλους. Είναι πνευματικά νεκροί.

β. Όταν γίνεται στο όνομα της αγίας και ζωοποιού Τριάδος. Ο όρος αυτός είναι απαράβατος για την κανονικότητα και εγκυρότητα του μυστηρίου. Το βάπτισμα «εις Χριστόν» («όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε») δεν αντικαθιστά το βάπτισμα στο όνομα της αγίας Τριάδος. Σημαίνει απλώς το βάπτισμα στην πίστη του Χριστού, στο λυτρωτικό έργο Του, με το οποίο σώζονται οι πιστοί.

γ. Όταν γίνεται κατά την τυπική ακολουθία της Εκκλησίας.

Το βάπτισμα οι Προτεστάντες το δέχονται, παρά την άλλη απέχθεια που τρέφουν προς τα εκκλησιαστικά μυστήρια (αποτελούν εξωτερικά στοιχεία της Εκκλησίας, ενώ αυτοί δέχονται μόνο την αόρατη Εκκλησία), μη τολμώντες να έλθουν σε κατάφωρη αντίθεση προς τη μαρτυρία της αγίας Γραφής.